Η Άγκυρα του Ερντογάν, μετά από μια μακρά περίοδο συνειδητής, επιλεγμένης αυτοαπομόνωσης από τον δυτικό και ιδιαίτερα τον ευρωπαϊκό της περίγυρο, προχωρεί σε προσεκτικές κινήσεις επαναπροσέγγισης. Ο Ερντογάν επισκέφθηκε το Παρίσι και ο Τσαβούσογλου το Βερολίνο. Πρόκειται για ενέργειες, που αποσκοπούν σε προσπάθειες εκ του ασφαλούς πλέον συνάντησης των τουρκικών συμφερόντων, τόσο με τη Γαλλία, όσο και με τη Γερμανία.

Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του περασμένου Ιουλίου εις βάρος του Ερντογάν -υπενθυμίζουμε ήταν και το πρώτο στρατιωτικό κίνημα στην ιστορία της Τουρκικής Δημοκρατίας, που απέτυχε, με αποτέλεσμα την κατακόρυφη ενίσχυση της ηγεμονικής αντίληψης και πρακτικής της πολιτικής στη διακυβέρνηση της χώρας από τον Τούρκο ηγέτη- η πολιτική ηγεσία της Άγκυρας κινείται πλέον πολιτικοδιπλωματικά προς τη Δύση και μάλιστα προς την Ευρώπη. Προηγήθηκε αυτής της πολιτικής προσέγγισης η, όχι και ιδιαίτερα αποτελεσματική πολιτικά για την ελληνική πλευρά, επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα, που όχι μόνο έβγαλε τον νεοσουλτάνο από τη διεθνή απομόνωση, αλλά καλλιέργησε ακριβώς μέσω Αθηνών τις διεθνείς δημόσιες σχέσεις της Άγκυρας.

Περίτεχνες κινήσεις

Η τουρκική διπλωματία, διαθέτοντας μακρά πολιτική εμπειρία, όντας κληρονόμος δύο αυτοκρατοριών, της Βυζαντινής και της Οθωμανικής, κινείται στις διεθνείς της σχέσεις περίτεχνα. Πραγματοποιεί κατ’ αυτόν τον τρόπο κινήσεις και ελιγμούς, που εξυπηρετούν πάντοτε και αποκλειστικά το τουρκικό εθνικό συμφέρον, πέραν και πάνω από κυβερνήσεις και πολιτικές παρατάξεις που βρίσκονται στην εξουσία. Είναι εξάλλου γνωστό πως η δημοκρατική αρχή, που σήμερα δεν υφίσταται σε κανένα επίπεδο του πολιτικού συστήματος της χώρας ως πολιτική πρακτική, ουδέποτε εφαρμόστηκε στην Τουρκία, όπως συμβαίνει στην Ευρώπη και τον δυτικό κόσμο. Όταν δε λειτούργησε, επρόκειτο για μια εφαρμογή pro forma.

Η σημερινή εξέλιξη συντονισμένων επισκέψεων εκδηλώνεται προδήλως ως μια μελετημένη κίνηση τακτικής της τουρκικής ηγεσίας. Η Τουρκία, αφού αισθάνθηκε τη σιγουριά που αποπνέει πλέον το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό της χώρας και αφού για ένα διάστημα, όπως σημειώθηκε, απεκόπη συνειδητά από τη Δύση και την Ευρώπη, τώρα επιστρέφει με καινούργιο προσωπείο, το οποίο εμφανίζει την πραγματικότητα της νέας ηγετικής ομάδας της Άγκυρας. Η τελευταία επιχειρεί, όχι απλώς να εδραιωθεί, αλλά και να καθιερώσει πολιτικά δεδομένα εντελώς διαφορετικά στη χώρα, εκτοπίζοντας τοιουτοτρόπως τον παραδοσιακό ιστορικά εδραιωμένο κεμαλισμό.

Quo vadis Turkey;

Το ζήτημα που τίθεται κατόπιν τούτων άπτεται του γνωστού ερωτήματος quo vadis Turkey; Πού δηλαδή οδεύει η Τουρκία ως κράτος, ως πολιτικό σύστημα, ως παρουσία στον κόσμο, κυρίως όμως ποιες μπορεί να είναι οι επιπτώσεις των εξελίξεων αυτών για την Ελλάδα και την Κύπρο; Πρόκειται για μιαν ανοικτή όλων των ενδεχομένων πορεία, την οποία οφείλουμε αρκούντως προσεκτικά να μελετήσουμε για να δρομολογήσουμε αντιστοίχως πολιτικές αντιμετώπισης του φαινομένου.

Το πιθανότερο ενδεχόμενο είναι ότι βραχυπρόθεσμα θα εγκαθιδρυθεί ένα αυταρχικό ερντογανικό πλέον σύστημα διακυβέρνησης στη χώρα, όπου και θα επιχειρηθεί ο εκτοπισμός και η περιθωριοποίηση κάθε θεσμικού πλαισίου ή πολιτικής που θα παραπέμπει στο παρελθόν. Ο Ερντογάν επιθυμεί προδήλως να εγκαθιδρύσει, όχι μόνο ένα νέο πολιτικό σύστημα, αλλά και να ανοίξει μιαν απολύτως καινούργια σελίδα, που να άπτεται μιας νέας Τουρκίας ως καθεστώτος, ως εικόνας, ως πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας και ως πολιτιστικής διαδρομής.

Μετεξέλιξη πολιτικού προσωπείου

Η εκδήλωση του καινούργιου θα δοκιμαστεί στην επικείμενη ενδιάμεση φάση και είμαστε εξαιρετικά προβληματισμένοι ως προς την ικανότητα του ερντογανικού πολιτικού μοντέλου να υπερβεί νικηφόρα την εμφιλοχωρούσα ρευστότητα -Ισλάμ, Κουρδικό- και να εδραιωθεί ως νέο πολιτικό σύστημα. Αυτό σημαίνει πως η ηγεσία της Τουρκίας επιχειρεί στη σημερινή κρίση με τη μετεξέλιξη πολιτικού προσωπείου να προσδώσει ευρωπαϊκή φυσιογνωμία, θα προσθέταμε, ψευδοταυτότητα, έτσι ώστε να αποκτήσει την προσδοκώμενη διεθνή νομιμοποίηση το καθεστώς, που θα είχε και απόηχο νομιμοποιητικό στο εσωτερικό της χώρας.

Πρέπει να υπογραμμίσουμε πως πρόκειται για μια φάση μετάβασης, όπου η οικοδόμηση του νέου είναι εξαιρετικά δύσκολη και μεστή κινδύνων, όχι τόσο για το εσωτερικό, όσο για τον διεθνή περίγυρο. Τούτο γιατί ο Τούρκος νεοσουλτάνος δεν θα διστάσει προκειμένου να επιτύχει εσωτερική εθνική συσπείρωση σε στιγμές δύσκολες, να δημιουργήσει εξωτερικά προβλήματα, κτίζοντας «μικροπεριπέτειες», κυρίως έναντι της Ελλάδος, που για τον ίδιο δεν θα είχαν κανένα κόστος, αλλά θα ήταν μεγάλο το κόστος και τα προβλήματα που θα επισωρεύονταν για την Αθήνα, την Λευκωσία και τον Ελληνισμό ευρύτερα.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο