TΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΟΥ 1960 ΠΡΟΕΒΛΕΠΕ ΕΝΙΑΙΑ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ, ΠΟΥ ΑΠΕΚΛΕΙΕ ΤΗΝ ΑΠΟΣΧΙΣΗ Ή ΕΝΩΣΗ ΜΕ ΑΛΛΟ ΚΡΑΤΟΣ

Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΕΝΟΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΑΠΟΣΧΙΣΗΣ ΕΙΝΑΙ ΑΚΑΙΡΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ, ΑΦΟΥ ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΕΣ ΧΩΡΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΡΟΣΒΛΕΠΟΥΝ ΣΕ ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ, ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΑΔΙΚΕΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΕΣ (ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΕΣ, ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ή ΕΝΣΩΜΑΤΙΚΕΣ) ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΟΥΝ ΕΙΡΗΝΙΚΑ ΤΙΣ ΚΕΝΤΡΟΦΥΓΕΣ ΕΘΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ ΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΡΑΜΑΤΑ ΟΜΑΔΩΝ ΤΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΤΩΝ

Η διαμάχη Ελληνοκυπρίων - Τουρκοκυπρίων για τον ομοσπονδιακό ή συν-ομοσπονδιακό χαρακτήρα της συζητούμενης ομοσπονδίας αφορά ακριβώς το ζήτημα (επίμονο σκοπό των Τ/κ), αν οι συναινούσες στη συνομοσπονδία «συνιστώσες πολιτείες» θα διαθέτουν κυριαρχία και θα έχουν το δικαίωμα της απόσχισης


Κάτω από ποιες συνθήκες έχει, μια πληθυσμιακή ομάδα, το δικαίωμα να κόψει τους δεσμούς που τη δένουν με μιαν άλλη και να διεκδικήσει αυτοδιάθεση και ανεξαρτησία; Το ερώτημα, ήδη σημαίνον για συνταγματολόγους και θεωρητικούς των πολυ-πολιτισμικών κοινωνιών και πολυ-εθνικών κρατών, έχει τις τελευταίες δύο δεκαετίες αποκτήσει νέα επιτακτική δυναμική, αφού, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και το πάγωμα, τότε, των εθνικών διεκδικήσεων, στον διπολικό κόσμο της αναμέτρησης των Υπερδυνάμεων, όλο και περισσότερα αποσχιστικά κινήματα ταράσσουν τώρα το διεθνές σκηνικό κι απειλούν τη διεθνή ειρήνη.
Φιλόσοφοι και συνταγματολόγοι, πέρα από τους διπλωμάτες και ακαδημαϊκούς των διεθνών σχέσεων, αναδιφούν το ζήτημα των συνθηκών κάτω από τις οποίες μια ομάδα έχει το κανονιστικό (normative) δικαίωμα της απόσχισης.

Το ερώτημα που προέχει είναι πόσον το καθολικά αναγνωρισμένο, από τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, δικαίωμα για αυτοδιάθεση, που διευθέτησε κατά συρροήν τις μεταπολεμικές μετα-αποικιακές πραγματικότητες, μεταφράζεται και σε ένα καθολικό (διότι ηθικό) δικαίωμα για απόσχιση που, για μερικούς, μάλιστα, θεωρητικούς των διεθνών σχέσεων, πρέπει να είναι και το πιο κατοχυρωμένο, διότι και το μόνο αποτελεσματικό εργαλείο διευθέτησης εθνοτικών διαφορών κα συγκρούσεων.

Η σύγκρουση των «ηθικών» δικαιωμάτων των μειονοτήτων για κάποιας μορφής διακυβέρνηση (που εξατομικεύει το καθολικό δικαίωμα της αυτοδιάθεσης) με το δικαίωμα των κρατών για εδαφική ακεραιότητα και πολιτειακή συνέχεια, ως προϋπόθεση της αποτελεσματικής άσκησης της δημοκρατικής διακυβέρνησης, θέτει στους φιλοσόφους ένα καίριο αίτημα να βρεθεί μια ισορροπία και μια κανονιστική νοηματοδότηση των υπό εξέλιξη φαινομένων.

Τρεις βασικές θεματικές αναδύονται σε αναφορά με την κανονιστική ανάλυση του δικαιώματος για απόσχιση: α. Οι ηθικές προϋποθέσεις για τη νομιμοποίηση του αιτήματος για μονομερή άσκηση του δικαιώματος της απόσχισης, β. Η έννοια του «εαυτού» στο αίτημα της αυτο-διάθεσης και αυτονομίας, και γ. Το κατά πόσον η εθνική κυριαρχία θα παραμείνει θεμέλιος λίθος διεθνούς τάξεως και του διεθνούς συστήματος των εθνικών κρατών. Σε αυτά προστίθεται και ένα συνοδό θέμα, της νομιμοποίησης ή όχι της προσφυγής στη βία, στο πλαίσιο του αγώνα για ανεξαρτησία, θέμα που αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο των φιλοσοφικών θεωριών του δικαίου του πολέμου (just war theory, jus ad bellum).

Αναλύοντας το ιστορικό επί μέρους ως συγκεκριμένο δείγμα μιας καθολικής αφηρημένης αρχής, οι φιλόσοφοι αποφεύγουν τις άπειρες περιπλοκές της συγκεκριμένης ιστορικής περίπτωσης και μπορούν να αναλύσουν ιεραρχικά και μεθοδικά τις ηθικές και νομικές αρχές και τα επιχειρήματα που εμπλέκονται και διέπουν το συγκεκριμένο ζήτημα.

Ο Alan Buchanan (1991. "Secession. The Morality of Political Divorce from Fort Sunter to Lithuania and Queb”) είναι ο κατ’ εξοχήν φιλόσοφος που όρισε τις θεωρητικές συντεταγμένες για τη συζήτηση των κανονιστικών παραμέτρων του δικαιώματος για απόσχιση. Για τον Buchanan, υπάρχουν δύο κυρίως ομάδες επιχειρημάτων για την απόσχιση: Οι θεωρίες για τα «θεραπευτικά δικαιώματα» (remedial right only) και αυτές για τα «κατ’ αρχήν δικαιώματα» (primary right), που εμπίπτουν στα καθολικά ανθρώπινα δικαιώματα της αναγνώρισης και αυτοδιακυβέρνησης.

Σύμφωνα με την πρώτη γραμμή θεμελίωσης του δικαιώματος για απόσχιση -τα θεραπευτικά επιχειρήματα-, τούτο υφίσταται μόνον, αν η ομάδα που διεκδικεί την απόσχισή της έχει υποβληθεί σε σοβαρή και συστηματική άδικη μεταχείριση από την κυρίαρχη ομάδα που ελέγχει το ενιαίο κράτος, και η απόσχιση είναι αναγκαία για να διασφαλισθεί η φυσική και πολιτισμική επιβίωση της ομάδας που διεκδικεί την απόσχισή της.

Σημειώνεται ότι τα θεραπευτικά καταπιέσεων επιχειρήματα για απόσχιση δικαιολογούν πιο φυσικά τις προσπάθειες για εδαφική αποσκίρτηση και διχοτόμηση, είτε με την έννοια της ανάκτησης πατρογονικών εστιών είτε με τη δημιουργία προστατευμένου, με κάποιου είδους σύνορα, δημοσίου χώρου που να εξασφαλίζει προστασία. Η επιμονή του Ντενκτάς στο σύμβολο της φερόμενης «καταπίεσης των Τ/κ», όπως η Τόχνη, είχε ακριβώς αυτόν το σκοπό.

Καθολικά και πρωταρχικά δικαιώματα απόσχισης

Η δεύτερη γραμμή επιχειρημάτων αφορά τα καθολικά κι ανεξαρτήτως ιστορικών ιδιαιτεροτήτων και περιστάσεων δικαιώματα απόσχισης που έχουν κάποια άτομα ή ομάδες και, κυρίως, ασχέτως τού αν έχουν υποβληθεί σε κακομεταχείριση ή αν η απόσχιση είναι αναγκαία για την επιβίωσή τους. Αλλά, και σε τούτο, ο Buchanan περιορίζει το δικαίωμα στην ύπαρξη συγκεκριμένων συνταγματικών ρυθμίσεων που να προβλέπουν τη συναινετική απόσχιση μιας ομάδας από ένα κράτος.

Τούτο, βέβαια, ισχύει περισσότερο σε συνομοσπονδιακά κράτη, όπου τα «συνιστώντα» κρατίδια ή πολιτείες και οι εθνικές ομάδες που τα συνιστούν διατηρούν από συστάσεως της συνομοσπονδίας τα κυριαρχικά των δικαιώματα και, συνεπώς, το δικαίωμα της απόσχισης. Παραμένει διαφιλονικούμενο στις ΗΠΑ, π.χ., αν το Σύνταγμα της Αμερικανικής Συνομοσπονδίας, American Confederation, επέτρεπε στις Νότιες Πολιτείες να αποσχισθούν.

Η διαμάχη Ελληνοκυπρίων - Τουρκοκυπρίων για τον ομοσπονδιακό ή συν-ομοσπονδιακό χαρακτήρα της συζητούμενης ομοσπονδίας αφορά ακριβώς το ζήτημα (επίμονο σκοπό των Τ/κ), αν οι συναινούσες στη συνομοσπονδία «συνιστώσες πολιτείες» θα διαθέτουν κυριαρχία και θα έχουν το δικαίωμα της απόσχισης. Σημειώνουμε ότι το Σύνταγμα του 1960 προέβλεπε συνεταιρική μεν δημοκρατία (στο επίπεδο της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας), όπως όρισε τη συνεταιρική δημοκρατία, «consotiationalisn» ο Arend Lijphard, αλλά ενιαία κυριαρχία, που απέκλειε με ειδικές ρήτρες την απόσχιση ή ένωση με άλλο κράτος (irredentism, και secession).

Σ’ αυτήν την οπτική, η αναγνώριση ενός καθολικού δικαιώματος απόσχισης είναι άκαιρη και αντιπαραγωγική, αφού όλο και περισσότερες πολυεθνικές χώρες για την ώρα προσβλέπουν σε εσωτερικές, πολυπολιτισμικές και πολυαδικές συνταγματικές (ομοσπονδιακές, συνεταιρικής δημοκρατίας ή ενσωματικές) ρυθμίσεις για να διευθετήσουν ειρηνικά τις κεντρόφυγες εθνικές και πολιτισμικές τάσεις και οράματα ομάδων του πληθυσμού των.

Δεδομένου του μεγάλου αριθμού πολυεθνικών κρατών και της επικίνδυνης προοπτικής ενός ντόμινο αποσχίσεων, που θα είναι υπονομευτικό και της ίδιας της αρχής της δημοκρατίας, η οποία προϋποθέτει τη συνέχεια και σταθερότητα του «δήμου» για να ευδοκιμήσει, έμφαση πρέπει να δίδεται στην ενθάρρυνση και διευκόλυνση συνταγματικών ρυθμίσεων και όχι στον πολλαπλασιασμό των στρατηγικών «εξόδου» από το ενιαίο κράτος.