Τον Μάιο του 2001, ο καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Kent, Frank Furedi, δημοσίευσε στην εφημερίδα Sunday Times ένα άρθρο με τίτλο "Ποιο έργο επιτελούν τα πανεπιστήμια στις μέρες μας;". Στο εν λόγω άρθρο, ο Furedi θέτει προβληματισμούς για την πορεία των βρετανικών πανεπιστημίων, υποστηρίζοντας ότι οι συγκεκριμένοι θεσμοί παροχής γνώσης δεν συνιστούν πλέον πνευματικά περιβάλλοντα και ότι οι φοιτητές δεν διαβάζουν ούτε ένα βιβλίο τον χρόνο. Το άρθρο προκάλεσε την έντονη δυσαρέσκεια ενός πανεπιστημιακού διοικητικού στελέχους, ο οποίος αποστέλλοντας ένα οργισμένο email στον Furedi ισχυρίστηκε ότι το βιβλίο στις μέρες μας δεν αποτελεί θεμελιώδες σημείο αναφοράς, αλλά περισσότερο δύναται να χρησιμοποιηθεί κατά προτίμηση ως πρόσθετη πηγή.

Αφορμώμενος από αυτήν την αντιπαράθεση, ο Furedi αποφάσισε να συγγράψει ένα βιβλίο, το οποίο δημοσιεύθηκε το 2004 υπό τον τίτλο "Where Have All Intellectuals Gone?" (Πού πήγαν οι διανοούμενοι;). Σε αυτό το διεισδυτικό έργο ο Furedi ασκεί κριτική στις κατεστημένες αντιλήψεις για το πανεπιστήμιο, τη γνώση και την κουλτούρα και καταλήγει σε σημαντικές διαπιστώσεις. Σύμφωνα με τον Furedi, τα πανεπιστήμια έπαψαν να είναι χώροι αναζήτησης της αλήθειας και μετατράπηκαν σε θεσμούς προσανατολισμένους στις ανάγκες της αγοράς και κατευθυνόμενους από τα οικονομικά συμφέροντα.

Η αναζήτηση της αλήθειας αποτελεί πλέον "παλιά μόδα" και "περιθωριακή ενασχόληση". Την ίδια στιγμή, στα σημερινά πανεπιστήμια η ιδιότητα του διανοούμενου υποτιμάται και τα προϊόντα της εκπαίδευσης και του πολιτισμού περιορίζονται σε τεχνικές γνώσεις για ταχεία κατανάλωση. Ο Βρετανός πρώην Υπουργός Παιδείας, Charles Clarke, ο οποίος θεωρούσε την εκπαίδευση ως τη "μηχανή της οικονομικής ανάπτυξης", θα έλεγε δηκτικά: "Η κυβέρνησή μας δεν έχει πρόθεση να στηρίξει την αναζήτηση της αλήθειας από ακαδημαϊκούς με μεσαιωνικές αντιλήψεις".

Οι λόγοι για την έλλειψη διανοητικού βάθους στη γνώση που παρέχουν τα πανεπιστήμια, τα οποία μετατράπηκαν σε θεσμούς πλήρως συμμορφωμένους με τις οικονομικές προτεραιότητες, δεν περιορίζονται στον φετιχισμό της αγοράς. Για τον Furedi, μολονότι στην εποχή μας γίνεται αναφορά σε "κοινωνία της γνώσης" και "στη γνώση που είναι δύναμη", η σημερινή επιστημολογική διαδικασία εν πολλοίς απορρίπτει την αντίληψη της αντικειμενικής γνώσης. Εάν η γνώση δεν αντιμετωπίζεται ως αξεχώριστο κομμάτι της αναζήτησης της αλήθειας, τότε είναι κενή περιεχομένου και άνευ νοήματος. Ως εκ τούτου, μετατρέπεται σε όχημα για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων στόχων και συμφερόντων και σε προϊόν έτοιμο για κατανάλωση.

Η μετατροπή της γνώσης σε καταναλωτικό προϊόν άνοιξε τον δρόμο για τη δημιουργία μιας νέας κοινωνικής τάξης. Νέα διοικητικά στελέχη πανεπιστημίων, διευθυντές μουσείων και γκαλερί έκαναν την εμφάνισή τους ως "έμποροι της γνώσης", αδιαφορώντας για το περιεχόμενο και την ποιότητα των πνευματικών και πολιτισμικών προϊόντων που εμπορεύονται. Η κυρίαρχη αντίληψη των ημερών μας εδράζεται στη θέση ότι "δεν υπάρχει αντικειμενική γνώση", άρα καθετί μπορεί να θεωρηθεί "τέχνη", "γνώση" και εντέλει προϊόν προς κατανάλωση.

Η αντίδραση σε αυτήν την αντίληψη ισοδυναμεί και με την εναντίωση στις προσεγγίσεις που θέλουν τους διανοούμενους "φιλάρεσκους" και "αποκομμένους από την κοινωνία". Εν ολίγοις, έχει επικρατήσει ο λαϊκισμός στην παιδεία και την κουλτούρα και, όπως παρατηρείται συχνά, νέες καλλιτεχνικές και εκπαιδευτικές ελίτ αναδύονται για να επωφεληθούν από τα όσα απορρέουν από τον λαϊκισμό.

Ο Furedi είναι εύστοχος. Το πανεπιστήμιο, για όσο δεν αποτελεί θεσμό που προωθεί τον στοχασμό και την κριτική σκέψη, δεν εκπληρώνει την πραγματική αποστολή του.