ΠΡΑΣΙΣ ΕΠΙ ΛΥΣΕΙ: ΣΥΜΦΩΝΟ ΠΟΥ ΕΜΠΕΡΙΚΛΕΙΕΙ ΤΟ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΟ ΤΟΥ, ΤΗ ΛΥΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΥ

ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΔΔΟ ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ…
ΜΠΟΡΕΙ Η «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΝΑ ΣΧΕΔΙΑΣΘΕΙ», ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΩΝ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ, ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΛΥΣΗ «ΕΘΝΟΤΙΚΩΝ» ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ;

Χρειάζεται μονάχα δύο λεπτών σκέψη, πάνω στα λογύδρια των πολιτικών, για να εννοήσει κάποιος ότι σε αυτήν τη μακροχρόνια αναστολή κι αποφυγή του αγώνα, τον «μακροχρόνιο μη-αγώνα» που μασκαρεύτηκε τον αγώνα, ό,τι για δεκαετίες τον χαρακτηρίζει είναι το οξύμωρο δίλημμα της επιλογής είτε ενός τύπου διχοτόμησης που θα το λέμε ομόσπονδο κράτος είτε μιας άτυπης διχοτόμησης που θα το λέμε ανένδοτο αγώνα… παγίωσης των κατοχικών δεδομένων


Ανάμεσα στο οξύμωρο και το παράλογο. Το οξύμωρο να θεωρούμε ότι στοχεύουν σε ‘απαλλαγή από την κατοχή’ οι συνομιλίες για νομιμοποίησή της, το να ζητούμε ελευθερία χωρίς απελευθέρωση, ή σκορδαλιά χωρίς το σκόρδο. Παράλογο, πάλι, χαρακτήρισε ο Σάμουελ Μπέκετ να βρίσκεσαι σε μια μαούνα που ταξιδεύει προς μια κατεύθυνση, ας πούμε προς Aνατολάς, κι εσύ να πιστεύεις πως κινείσαι ή ταξιδεύεις προς αντίθετη κατεύθυνση, επειδή, όντας μέσα στη μαούνα, περπατείς προς τα δυτικά. Το πρώτο οι πολιτικοί μας, για δεκαετίες τώρα, το ονομάζουν «μακροχρόνιο αγώνα», ενώ το δεύτερο, πιο καινοφανές πολιτικό φρούτο, το λανσάρουν ως «αλλαγή πολιτικής».

Διότι, βέβαια, χρειάζεται μονάχα δύο λεπτών σκέψη, πάνω στα λογύδρια των πολιτικών, για να εννοήσει κάποιος ότι σε αυτήν τη μακροχρόνια αναστολή κι αποφυγή του αγώνα, τον «μακροχρόνιο μη-αγώνα» που μασκαρεύτηκε τον αγώνα, ό,τι για δεκαετίες τον χαρακτηρίζει είναι το οξύμωρο δίλημμα της επιλογής είτε ενός τύπου διχοτόμησης που θα το λέμε ομόσπονδο κράτος, είτε μιας άτυπης διχοτόμησης που θα το λέμε ανένδοτο αγώνα… παγίωσης των κατοχικών δεδομένων.

Και το οξύμωρο καθίσταται πιο τραγικά φανερό, αν σκεφθούμε πως ό,τι οι πολιτικοί μας ονομάζουν «ανένδοτο αγώνα» - ακονιτί κι ατυφεκιστί - οι Τούρκοι το ονομάζουν λύση του Κυπριακού από το 1974 και ειρήνη στο νησί, αφού δεν τολμήθηκε έκτοτε ούτε μια τουφεκιά, κι η μόνη ταραχή που προκάλεσε η βραχεία διέλευση των δύο ελληνικών πολεμικών αεροσκαφών στην παρέλαση ήταν στον συναισθηματικό κόσμο του κυρίου Μαλά. Δεν διαφέρει πολύ η pax romana του «solitudinem faciunt, pacem appellant», να θυμηθούμε τον Τάκιτο, από την pax ottomana, την υποταγή στην οποία συζητούμε, θεληματικά παραβλέποντας ότι μόνος αγώνας και μόνη άμυνα, θα σας το έλεγε κι ο τελευταίος προπονητής, είναι το man to ottoman.

Μένει κι επιμένει η υποτακτική μας τούτη… τακτική. Εμείς παράγουμε λόγους, οι Τούρκοι την πράξη. Τούρκος επιστήμων νομικός φίλος μου έλεγε, στο Λονδίνο, ότι το Κυπριακό και τα Ελληνοτουρκικά δεν υφίστανται σαν θέματα στην κοινή γνώμη της Τουρκίας. Οι λόγοι περισσεύουν εκεί, τόσο με το δημοκρατικό έλλειμμα κι όπου, βέβαια, δεν χρειάζονται να βλέπουν τα θέματα σφαιρικά, όταν μιλούν οι σφαίρες.

Από το 1956, με την Τριμερή, όπου δεχθήκαμε την πρόσκληση στο τραπέζι (για να φάει, βέβαια) της Τουρκίας (οι Βρετανοί στο Φόρεϊν Όφις άνοιγαν σαμπάνιες για το πώς ξεγέλασαν τους άβουλους Έλληνες - μου εξήγησε κάποτε ο Mallinson), το 1960 με ένα κράτος διάτρητης συνεταιρικής Δημοκρατίας - consociationalism, της οποίας η Κύπρος είναι η πιο παταγώδης αποτυχία - το 1963 με την φερόμενη εξαπάτηση του Μακαρίου από τους Βρετανούς να αναμορφώσει μονομερώς το εσκεμμένα (;) δυσλειτουργικό Σύνταγμα και την Τουρκοανταρσία με τον προάγγελο του 1974 εδαφικό διαχωρισμό, η ειρωνικά ‘ειρηνική’ εισβολή της Τουρκίας, με την ευγενή πρόσκληση της χούντας, η σιωπηρή υποταγή στα τετελεσμένα της κατοχής με τις συνομιλίες έκτοτε στη βάση της ΔΔΟ, όχι λιγότερο δυσλειτουργικής από το Σύνταγμα του ’60.

Μια ιστορία αβουλίας μπροστά στην τουρκοβρετανική υστεροβουλία, με τους κενολόγους πολιτικούς μας να αγοράζουν χρόνο εξουσίας, σε ανταλλαγή προς χρόνο παγίωσης των τετελεσμένων από την Τουρκία, και σχεδιασμών της επόμενης κίνησης, σε εν καιρώ εκμετάλλευση της κάθε «κωλοσουρμαθκιάς» που αφήνουν οι συμφωνίες, με την οποία ξεκινούν μάλιστα ως πρόταγμα και πλαίσιο οι κάθε συνομιλίες.

Ομοσπονδία και Δημοκρατική Θεωρία

Μπορεί η ‘δημοκρατία να σχεδιασθεί’, στο πλαίσιο δημιουργίας πολιτειακών οντοτήτων, με σκοπό την επίλυση «εθνοτικών» συγκρούσεων; Ποιες προκλήσεις προς τη δημοκρατική θεωρία παρουσιάζει το προτεινόμενο ΄πρότυπο’ της ‘συνεταιρικής δημοκρατίας’, ή συγκυριαρχίας, ‘power sharing’ και ‘consociationalism’; Αλλά, πιο κρίσιμα, ποια είναι η ουσιαστική αλλαγή στην κατεύθυνση της μοιρασμένης κυριαρχίας, ή συγκυριαρχίας, ‘poooled sovereingty’ που ετοιμάζει το νέο δικοινοτικό ομοσπονδιακό μόρφωμα, και σε τι ακριβώς διαφέρει από την υπαγωγή στην (αγγλο)τουρκική επικυριαρχία;

Βρισκόμενοι, εσαεί, μπροστά σε υπό διαπραγμάτευση, και ενδεχόμενη λύση ομοσπονδιακής μορφής, είναι καίριο να εξετάζουμε, με ενημερωμένο τρόπο, τόσον τα εγγενή προβλήματα της δυσλειτουργικότητας της ‘συνεταιρικής δημοκρατίας’, που τόσο ακριβά ήδη έχει πληρώσει η Κύπρος, με την αποτυχία του μοντέλου του 1960, όσον και πόσον καταλυτικοί μπορεί να αποβούν για την επιβίωση μιας τέτοιας ‘δημοκρατίας’ οι συμβιβασμοί κι οι αντιφάσεις προς την δημοκρατική θεωρία, όπως αυτή περιγράφει όχι μόνο το ιδεατό μοντέλο της δημοκρατίας αλλά και τα (ας πούμε είκοσι δύο, όσα τα μετρά ο Arend Lijphard, στο ‘Democracies’ του), επιτυχημένα παραδείγματά της διεθνώς. Ποιες εντάσεις δημιουργεί για τις αρχές της δημοκρατικής θεωρίας, και εντέλει τη βιωσιμότητα, της δημοκρατικής πολιτείας των ‘πολυεθνικών ή εθνοπλουραλιστικών’ κοινωνιών η μετάβαση από το πλειοψηφικό (Westminster) μοντέλο, στο ‘συναινετικό’ (consensual) πρότυπο της συνεταιρικής δημοκρατίας;

Η Ομοσπονδία, ένας δύσκολος γάμος ανάμεσα στην ‘κοινή βούληση’ και τους ‘διαφορετικούς τρόπους’ των πληθυσμιακών ομάδων που συμφωνούν να συμβιώσουν σε αυτή, θέτει σοβαρές προκλήσεις για τη δημοκρατική θεωρία, όπως αυτή έχει εξελιχθεί για τα ενιαία κράτη. Οι περίπλοκοι θεσμοί της, χώρος συνεχών τριβών, διαπραγματεύσεων και συναλλαγών ανάμεσα στις συνιστώσες ελίτ του συνεταιρικού κράτους, προβάλλουν ερωτήματα ως προς την υπονόμευση των κριτηρίων διαφάνειας και ελεγξιμότητας.

Ο περιορισμός της πολιτικής ατζέντας των αντιστοίχων κέντρων εξουσίας ελέγχεται ως προς τον συνεπαγόμενο περιορισμό της πολιτικής συμμετοχής και τις δυνατότητες δημοκρατικού ελέγχου, ενώ καίρια πρόκληση στο αίσθημα της δημοκρατικής αρχής της πολιτικής ισότητας (των πολιτών) θα συνιστά το διαφαινόμενο ασύμμετρο βάρος πολιτικής επιρροής που χαίρουν οι πολίτες μικρότερων, μειονοτικών ομάδων, με καταλυτικές αιτίες όξυνσης, π.χ., την ενδεχόμενη προβολή ή απειλή προβολής βέτο για διαπραγματευτικούς σκοπούς. Κυρίαρχη θα είναι, στο ομόσπονδο κράτος, η ένταση ανάμεσα στο πρόταγμα (και πρόταξη) της προστασίας των ομαδικών δικαιωμάτων και την συνεπαγόμενη παραβίαση (συχνά κατάφωρη) των ατομικών δικαιωμάτων, που, άλλωστε, μόνα αυτά προστατεύει το διεθνές δίκαιο.

Προέχει, εξάλλου, στους προβληματισμούς μας, πώς οι όροι που διασφαλίζουν τέτοιο δυσανάλογα διαφορικό πολιτικό βάρος στις συνιστώσες κοινότητες διαιωνίζουν τα προβλήματα του εθνικού διαχωρισμού (‘solidify vertical cleavages’), που αναδεικνύεται σε συστατικό στοιχείο της νέας πολιτειακής διαμόρφωσης, θέτει θέμα αντιφατικής ή διϊστάμενης πολιτικής αφοσίωσης (loyalty) και ταυτότητας (citizen identity), υπονομεύει την προσπάθεια δημιουργίας κοινοτικού πνεύματος και συνοχής μιας δυνητικά, ή, μάλλον, ιδεατά, ενιαιοποιούμενης κυπριακή κοινωνίας, με απώτερες καταλυτικές συνέπειες σε ό,τι αφορά τη λειτουργικότητα, ακεραιότητα ή ανεξαρτησία του νεοσύστατου ομόσπονδου κράτους, σε εξυπηρέτηση, έτσι, των ευρύτερων περιφερειακών γεωπολιτικών σκοπιμοτήτων που ενδεχομένως εξυπηρετεί μια τέτοια ετεροβαρής, θνησιγενής και συνταγματικά αλλά και εθνικά ετεροβαρής λύση.

Πρόκειται, άλλωστε, όχι μόνο για άνωθεν, αλλά και έξωθεν προαγόμενη κι επιβαλλόμενη λύση, με σημείο αναφοράς (‘point of reference’) τον διακανονισμό περιφερειακών γεωστρατηγικών συμφερόντων και με βαριά τη σκιά των αλυτρωτικών βλέψεων της ήδη ημικατέχουσας το νησί γείτονος, Τουρκίας, όπως και τα στρατηγικά συμφέροντα της τέως αποικιακής στο νησί δύναμης, Βρετανίας. Κι είναι αυτά ισορροπίες και συμφέροντα που προέχουν στους όρους των συνταγματικών ρυθμίσεων της ‘λύσης’ έναντι προβληματισμών για τη βιωσιμότητα κι εσωτερική νομιμότητα, ή ‘δημοκρατικότητα’ της σχεδιαζόμενης ‘νεοανανικής’ λύσης.

Αναλύσαμε, ακροθιγώς, τις «κωλοσουρμαθκιές» ενός τέτοιου δικοινοτικού διζωνικού συντάγματος που αξιωματικά διαμορφώνει το πλαίσιο της συζητούμενης λύσης. Ένα συμβόλαιο συνύπαρξης που νομικοί των συμβολαίων θα χαρακτήριζαν ως «πράσις επί λύσει». Σύμφωνο που εμπερικλείει το ληξιπρόθεσμό του, τη λύση του συμβολαίου, τη διάλυση της σύμβασης και συνύπαρξης. Μια συνύπαρξη δύσκολη και με τις καλύτερες των συμβαλλομένων προθέσεις αδύνατη στην απουσία αυτών των προθέσεων και της αμοιβαίας καλής πίστης.

Ή, αν υπάρχουν κρυπτόμενες άλλες προθέσεις και σχεδιασμοί. Κάποιος Βραγαδίνος, που το 1570 υπέγραψε μια τέτοια συμφωνία έντιμου συμβιβασμού και καλής πίστης, ένιωσε στο γδερνόμενο πετσί του τις συνέπειες της καλής του πίστης. Και προειδοποιεί έκτοτε - ιστορία είναι, κάτι διδάσκει - για την «μπέσα των Τούρκων»: Οχυρωμένοι, ή αχυρωμένοι;