ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΛΟΪΖΟΥ: ΜΕ ΜΙΑ ΣΦΑΙΡΑ ΣΤΗ ΣΦΑΙΡΑ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ

Η λίστα με τους γονείς που πεθαίνουν με τον καημό μακραίνει κάθε χρόνο που περνά. Τα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Ο καημός κάθε μέρα μεγαλώνει για όσους ζουν ακόμη ανάμεσά μας. Μια χούφτα κόκαλα στον έναν, ένα μικρό κασόνι στον άλλον, αντί για την αντάμωση που δεν σταμάτησαν να περιμένουν


Άλλος ένας επίλογος γράφτηκε αυτές τις ημέρες. Απ’ εκείνους που έχουμε τραγικά συνηθίσει. Με ιστορίες γραμμένες από ταυτοποιημένο γενετικό υλικό. Με αγωνίες δεκαετιών που στοιβάζονται πια σ’ ένα μικρό κασόνι, μ’ ό,τι έχει απομείνει από μια ψυχή που έφυγε χρόνια πριν, μα την περίμεναν πάντοτε να γυρίσει. Κι από εκείνους που δεν φέρνουν δικαίωση, παρά μόνο μια οφειλόμενη τελεία. Για εμάς και γι’ αυτούς. Μια οφειλόμενη τελεία, μια οφειλόμενη τιμή. Ο επίλογος για τον Παναγιώτη Λοΐζου από την Άσσια έμελλε να γραφτεί το 2017, γιατί οι Τούρκοι τού στέρησαν το μέλλον το 1974. Ένας μαθητής, 17 χρονών, που ήθελε να γίνει γιατρός, έγινε τελικά αγνοούμενος για πάνω από 40 χρόνια.

Μια αναίτια επίθεση

Δέκα χρόνια πριν, η «Σημερινή» είχε ξαναγράψει για τον Παναγιώτη Λοΐζου. Ο 83χρονος, τότε, πατέρας του Νίκος, εξιστόρησε στον συνάδελφο Πάμπο Βάσιλα πώς εξαφανίστηκε το παιδί του, που έκτοτε έψαχνε: «Εκείνη τη μέρα, στις 16 Αυγούστου 1974, στο σπίτι μας ήμασταν εγώ και η γυναίκα μου Μαργαρίτα, με τα παιδιά μας, τον Παναγιώτη 17, τη Σπυρούλα 8 και τον Χριστάκη 14.

Γύρω στις 4:00 το απόγευμα ήρθε μια ομάδα ένοπλων Τούρκων και Τουρκοκύπριων στρατιωτών στο σπίτι μας και κτυπούσαν με λύσσα την πόρτα να τους ανοίξουμε. Άνοιξα και με τα ελάχιστα Τούρκικα που ήξερα τους είπα «πόσκερτιν εφέντιμ», που σημαίνει «τι κάνετε, τι θέλετε αφέντες;». Τότε ένας στρατιώτης, που προφανώς ήταν Τουρκοκύπριος, μου είπε στα Ελληνικά «γ*** τη γενιά σας, λαλείς μας πόσκερτιν εφέντιμ. Εγινήκαμεν αφέντες τωρά, ρε γκιαούρη».

Οι Τούρκοι είδαν τον Παναγιώτη. Σε έξαλλη κατάσταση, άρχισαν να πυροβολούν στον αέρα, για να τους τρομοκρατήσουν. Όμως οι σφαίρες δεν έμειναν στον αέρα. Μια από αυτές χτύπησε τον μαθητή στα πλευρά. «Τον άκουσα που έβγαλε κραυγή, ένα μακρόσυρτο ‘αααα’ και σωριάστηκε αιμόφυρτος στο έδαφος», ανέφερε ο πατέρας του. Οι Τούρκοι έφυγαν. «Πήρα ρούχα από το σπίτι και έδεσα τις πληγές του Παναγιώτη, που, αν και αιμορραγούσε, είχε τις αισθήσεις του. Η σφαίρα είχε μπει και είχε βγει από το σώμα του. Μπορούσε να περπατήσει κι έτσι σιγά-σιγά πήγαμε στο σπίτι του παπα-Σωτήρη».

Η οικογένεια Λοΐζου και η οικογένεια του ιερέα ήξεραν ότι έπρεπε να βοηθήσουν άμεσα τον Παναγιώτη. Όμως οι αχόρταγοι Τούρκοι τούς επισκέφτηκαν ξανά. Αυτήν τη φορά στόχος έγινε το σπίτι του παπα-Σωτήρη. Μπούκαραν, όπως και στα γειτονικά σπίτια, για να το λεηλατήσουν. Ένας Τ/κ, διακρίνοντας τον αιμόφυρτο νέο, είπε: «Να το πάρετε στην Αφάνεια το κοπελλούιν, που έχει γιατρό».

Στον δρόμο για τον γιατρό

«Μετά που έφυγαν, πήραμε μιαν αμαξούδαν από εκείνες που μεταφέρουν τα βρέφη, που είχε ο ιερέας στο σπίτι, και βάλαμε τον Παναγιώτη να καθίσει όπως μπορούσε. Μαζί με τη μητέρα του παπά, κατευθυνθήκαμε πεζοί προς την Αφάνεια (σημειώνεται ότι η Άσσια από το τουρκοκυπριακό χωριό Αφάνεια απέχουν δύο χιλιόμετρα περίπου). Έπειτα από πολύν κόπο, φτάσαμε στο σχολείο της Αφάνειας. Εκεί λειτουργούσε ένα πρόχειρο νοσοκομείο», εξήγησε ο πατέρας του αγνοουμένου. Μια Τ/κ φοιτήτρια νοσηλευτικής περιποιήθηκε πρόχειρα τις πληγές του μαθητή και του προσέφεραν νερό και σούπα.

Ένας Τ/κ που γνώριζε την οικογένεια, ο Χασάν, ενημέρωσε τον κ. Νίκο ότι θα μετέφεραν τον Παναγιώτη να λάβει ιατρική βοήθεια. Δεδομένου ότι τα οστά του ανευρέθησαν στην τοποθεσία Ορνίθι της Αφάνειας, αυτό ίσως να μην έγινε ποτέ. Ο πατέρας του ζήτησε να τον συνοδεύσει, αλλά οι Τούρκοι αρνήθηκαν. Ήταν η τελευταία φορά που είδε το παιδί του. Βέβαιος ότι ο Παναγιώτης δεν πέθανε από τα τραύματά του αλλά από άλλη αιτία, δεν περνούσε μέρα που να μην ξεχείλιζε με ερωτήματα. Ερωτήματα που δεν μετουσιώθηκαν ποτέ σε απαντήσεις για τους τραγικούς γονείς του 17χρονου.

«Επαίξαν τον γιον μου»

Τις δικές του θύμησες από την τραγική αυτή ιστορία είχε μοιραστεί με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Κώστα Χρ. Τζωρτζή και ο πατήρ Σωτήριος Δαυΐδ: «Όπως αντιλαμβάνεσαι, αγαπητέ Τζωρτζή, εμείς από το σπίτι μας δεν ξεμυτίσαμε. Ούτε στην εκκλησία πήγα για να δω τι έγινε. Από τον φόβο μας μείναμε τρυπωμένοι κάτω από τα χαμηλά στιάδκια των αιγών μέσα στη μάντρα, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή και τον δικό μας θάνατο. Δεν έφθαναν αυτά. Επάνω στον φόβο μας ήλθε σύντομα να προστεθεί κι άλλος. Μια-δυο μέρες από την ημέραν που μπήκαν οι Τούρκοι, εκεί που καθόμασταν, άκουσα κάποιον να μου φωνάζει: 'Παπά, παπα-Σωτήρη, είσ' έσσω;». Πετάχτηκα πάνω. «Ναι, ποιος ένι;», είπα. «Είμαι ο Νικολής του Λοϊζή του Σιωφέρη», απάντησε εκείνος. «Επαίξαν τον γιον μου, παπά, βοήθα με να τον φέρουμε σπίτι σου».

Όπως εξιστορεί ο παπα-Σωτήρης, άπλωσαν μια κουβέρτα κάτω από τα υπόστεγα των γιδιών, για να μην καίνε οι λαμαρίνες, και έβαλαν τον Παναγιώτη να ξαπλώσει, ενώ έμαθαν από τον πατέρα του τι είχε προηγηθεί. Εκτίμηση του ιερέα είναι πως οι Τούρκοι πυροβόλησαν τον 17χρονο είτε για να εκδικηθούν τον πατέρα του, είτε επειδή τον πέρασαν για στρατιώτη. «Ευτυχώς είχαμε λίγη φλεβίνη και λίγα χάπια της μόλυνσης και του δώσαμε. Μάθαμε από τον Νικολή τον πατέρα του Παναγιώτη, ότι υπήρχαν πάρα πολλοί στο χωριό μας (χωριανοί) που δεν τα κατάφεραν να φύγουν. Η στενοχωρία του και η λύπη του πατέρα εκείνου θα μου μείνουν για πάντα αξέχαστες», ανέφερε.

«Μ’ αυτό τον καημό πέθανε»

Ο Νίκος Λοΐζου, όπως και ο παπα-Σωτήρης, λίγο αργότερα αιχμαλωτίστηκαν. «Απελευθερώθηκα και ήρθα στις ελεύθερες περιοχές. Δυστυχώς, ο Παναγιώτης μου δεν έδωσε ποτέ σημεία ζωής. Ωστόσο, μάθαμε από κάποιο συγγενή μας, χρόνια μετά, ότι του είπε κάποιος Τουρκοκύπριος στην Αγγλία από τα μέρη μας, ότι «στο νοσοκομείο που τον πήραν αποθεραπεύτηκε, αλλά μετά δεν γνώριζε τι απέγινε».

Η μάνα του Παναγιώτη, η γυναίκα μου η Μαργαρίτα, θέλω να σας πω ότι έπειτα από πολλά εγκεφαλικά που έπαθε και επτά χρόνια που έμεινε στο κρεβάτι, πέθανε. Το γεγονός ότι ο Παναγιώτης μας χάθηκε μ' αυτό τον τρόπο, ήταν και ο μοναδικός λόγος που πέθανεν πριν από την ώρα της. Μ' αυτό τον καημό πέθανε», δήλωσε ο πατέρας του στη «Σημερινή». Μ’ αυτό τον καημό πέθανε και ο ίδιος.

Η λίστα με τους γονείς που πεθαίνουν με αυτό τον καημό μακραίνει κάθε χρόνο που περνά. Τα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Ο καημός κάθε μέρα μεγαλώνει για όσους ζουν ακόμη ανάμεσά μας. Μια χούφτα κόκαλα στον έναν, ένα μικρό κασόνι στον άλλον, αντί για την αντάμωση που δεν σταμάτησαν να περιμένουν. Οι πληγές των νεκρών είναι πληγές στην ψυχή μας. Όσο υπάρχουν αγνοούμενοι, η Κύπρος θα συνεχίσει να αιμορραγεί…