ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ-ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ: ΕΝΑ ΚΟΥΒΑΡΙ ΠΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ ΟΛΟΕΝΑ ΚΑΙ ΠΙΟ ΠΕΡΙΠΛΕΓΜΕΝΟ

ΠΩΣ ΟΙ ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΕΣ ΠΡΟΕΔΡΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΑΝΑΔΙΑΤΑΣΣΟΥΝ ΤΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΕΝΟΣ, IPSO FACTO, ΒΑΘΙΑ ΔΙΑΦΟΡΙΣΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΠΟΛΩΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΚΗΝΙΚΟΥ, ΠΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΑ, ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟΠΑΓΗ ΠΡΟΤΑΓΜΑΤΑ

Ενόψει προεδρικών εκλογών, το πλέγμα των σχέσεων ανάμεσα στη Κυβέρνηση και την Αντιπολίτευση καθίσταται ακόμη πιο σύνθετο ως προς την αντιπαραθετική συνεκφορά του, αφού η κριτική, στο πλέον συγκρουσιακό προεκλογικό της μοτίβο, εκφέρεται ένθεν κακείθεν, συχνά σε πολύ υψηλούς αποδομητικούς τόνους, αφήνοντας, την ίδια ώρα, ως «εν εγρηγόρσει» εφεδρεία, ένα απόθεμα συναινετικού πραγματισμού, για τον δεύτερο γύρο των εκλογών


Μια πολύμορφη, ετερόκλητη και ενίοτε ετεροβαρή αντιπολίτευση έχει να αντιμετωπίσει η Κυβέρνηση, υπό το βάρος της διαχείρισης των πολλαπλών και δυσεπίλυτων εσωτερικών προβλημάτων, αλλά και του Κυπριακού. Που οξύνεται, με ποικιλόηχους μετατονισμούς, προϊόντος του χρόνου προς τις προεδρικές εκλογές του προσεχούς Ιανουαρίου.

Ένας από τους κύριους λόγους αυτού του φαινομένου είναι η ύπαρξη ενός βαθιά διαφορισμένου σε επιμέρους πολιτικά, ιδεολογικά και προσωποπαγή προτάγματα αντιπολιτευτικού τόξου, το οποίο, αναλόγως της «κρισιμότητας των περιστάσεων» αλλά και των περιεχομένων της εκάστοτε ασκούμενης πολιτικής, μετατοπίζει την αντιπολιτευτική φορά του είτε σε πιο ακραίους και ρηξιγενείς θύλακες είτε σε περισσότερο συναινετικές τοποθετήσεις. Οι οποίες, βεβαίως, τείνουν, αναπόδραστα, να εκλείψουν, ενόψει της επικείμενης προεδρικής αναμέτρησης.

Στο πλαίσιο του πολιτικού/προεκλογικού παιγνίου, ο αντιπολιτευτικός λόγος αλλά και το πώς εκφέρεται τούτος αποτελεί ασφαλώς καθοριστικό παράγοντα της πολιτικής λειτουργίας αλλά και ουσιαστικό «συνθετικό» της εφαρμοζόμενης πολιτικής. Υπό μίαν άποψη, σε μια «δημοκρατία», η άσκηση αντιπολίτευσης είναι ένα εξίσου παραγωγικό διάνυσμα με αυτήν την τελευταία, ενίοτε, δε, μπορεί να λειτουργήσει είτε ως όριο είτε ως προωθητικό ελατήριό της.

Αντιπολίτευση και… αντιπολίτευση

Το πώς αντιπολιτεύεται λοιπόν η αντιπολίτευση, σχετίζεται ενεργώς με το πώς πολιτεύεται η Κυβέρνηση. Ασφαλέστατα, όμως, επενεργεί και στη συντεταγμένη πυκνότητα αυτής της ίδιας, όπως δείχνουν οι ισχυρές τάσεις διαφοροποίησης που προκαλούν στο εσωτερικό των καθ’ ημάς αντιπολιτευόμενων δυνάμεων οι μετατονισμοί στην εκφορά του αντιπολιτευτικού τους λόγου, είτε στο Κυπριακό είτε στην οικονομία είτε στα θέματα της εσωτερικής πολιτικής.

Σχηματικά, αυτά συναποτελούν και τα τρία κύρια επίπεδα όπου εκτυλίσσεται η πολιτική αντιπαράθεση, τόσο ανάμεσα σε συμπολίτευση και αντιπολίτευση όσο και στο ίδιο το εσωτερικό συμπολιτευομένων και αντιπολιτευομένων.

Επί τούτων, αρθρώνεται ένα σύνθετο πλέγμα «αντι» και συμπολιτευτικών σχέσεων, που, εν πολλοίς, διαμορφώνουν τους συσχετισμούς δύναμης στο πεδίο της παραγωγής πολιτικής και της καθιέρωσης των πολιτικών διακυβευμάτων. Διαχρονικά, δεν είναι ανεξήγητες, ως εκ τούτου, οι εξ όψεως «παράδοξες» συμπλεύσεις ανάμεσα σε παραδοσιακούς ιδεολογικούς αντιπάλους ή οι ρηξιγενείς αποκλίσεις ανάμεσα σε όμορους ή «καταστατικά» συμπλέοντες ιδεολογικοπολιτικούς χώρους.

Αυτή η εικόνα καταγράφεται και στα τρία προαναφερθέντα επίπεδα -Κυπριακό, οικονομία, εσωτερική πολιτική -, με εξαιρετικά ενδιαφέροντες συνδυασμούς.
Ωστόσο, ενόψει προεδρικών εκλογών, αυτό το πλέγμα καθίσταται ακόμη πιο σύνθετο ως προς την αντιπαραθετική συνεκφορά του, αφού η κριτική, στο πλέον συγκρουσιακό προεκλογικό της μοτίβο, εκφέρεται ένθεν κακείθεν, συχνά σε πολύ υψηλούς αποδομητικούς τόνους, αφήνοντας, την ίδια ώρα, ως «εν εγρηγόρσει» εφεδρεία, ένα απόθεμα συναινετικού πραγματισμού, για τον δεύτερο γύρο των εκλογών, αφού τα αγεφύρωτα ιδεολογικοπολιτικά χάσματα του χθες, θα πρέπει να γίνουν οι προγραμματικές συγκλίσεις τού σήμερα, ώστε να επιτευχθούν οι αναγκαίες συνεργασίες για την κατάληψη της εξουσίας.

Τα πεδία αναφοράς

Κατά πρώτον, στο εθνικό πρόβλημα, έως και πριν από την έναρξη της προεκλογικής περιόδου, φαινόταν να αναβιώνει ο εδραία θεμελιωμένος διπολισμός ανάμεσα σε «υπερμάχους της λύσης» και «απορριπτικούς», με τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, παρά τις αγεφύρωτες ιδεολογικές διαφορές τους στα θέματα της οικονομίας και της κοινωνικής πολιτικής, να σχηματίζουν το «μέτωπο της λύσης», συμφωνώντας τόσο ως προς το ποια πρέπει να είναι αυτή και τον στρατηγικό στόχο, όσο και ως προς την ιστορική επιτακτικότητά της.

Διά και της δικής τους συνέργειας, μάλιστα, άρχισε να επανατάσσεται, τόσο σε πρακτικό - πολιτικό επίπεδο όσο και σε ιδεολογικό-επικοινωνιακό η «Πλατφόρμα του Ναι», με τη σύμπραξη και άλλων κοινωνικών παραγόντων, όπως μέλη ή οργανωμένα blocks της ακαδημαϊκής κοινότητας, οικονομικοί και κοινωνικοί φορείς, πολιτικές κινήσεις και σχήματα, κ.ά.

Επιπρόσθετα, τα δύο μεγάλα κόμματα, φάνηκε να συμμερίζονται και να συμπροωθούν τους δύο κύριους ιδεολογικούς βραχίονες, πάνω στους οποίους αναπτύχθηκε η εκστρατεία υπέρ της λύσης: Α) Ανάδειξη της ιδέας της Κυπριακότητας, με ταυτόχρονο απογαλακτισμό από τις «μητέρες πατρίδες» και όχημα την καταμήνυση του καταστροφικού ρόλου τους στο Κυπριακό. Β) «Προπαγάνδιση» των πολλαπλών οικονομικών οφελών που θα έχει μια ενδεχόμενη λύση του Κυπριακού για την Κύπρο αλλά και για την ευρύτερη περιοχή, στην προοπτική εμπέδωσης της περιφερειακής σταθερότητας και ανάπτυξης.

Σ’ αυτά τα δύο, και κυρίως στο πρώτο, σημεία, η «εκσυγχρονιστική» και εκσυγχρονισμένη, κοσμοπολίτικη δεξιά του ΔΗΣΥ συνάντησε τον… εκμοντερνισμένο διεθνισμό του ΑΚΕΛ στον μεταεθνικό αστερισμό της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, αφήνοντας στην άκρη παρελθούσες… αρχαϊκού τύπου αντιπαλότητες.

Λίγο ενδιαφέρον είχε και έχει, βεβαίως, το γεγονός ότι, η μεθοδευόμενη λύση -που είναι a priori καλύτερη από τη μη λύση- φαίνεται να είναι κι αυτήν τη φορά αμερικανοβρετανικής εμπνεύσεως, μιας και θα είναι… κυπριακής ιδιοκτησίας.

Ωστόσο, προϊούσης της πορείας προς τις εκλογές, το εν λόγω ευάρμοστο ειδύλλιο έμελλε να συνθλιβεί υπό το βάρος των προεκλογικών εργαλειοποιήσεων, με το ΑΚΕΛ να διευρύνει την αντιπολιτευτική κριτική του προς τον Πρόεδρο Αναστασιάδη και στο Κυπριακό, κατηγορώντας τον για εθνικιστικές μεταμορφώσεις και απεμπόληση της ιστορικής «ευκαιρίας» για λύση, χάριν εκλογικών σκοπιμοτήτων.

Στο πλαίσιο αυτής της μετατόπισης, το κόμμα της μείζονος αντιπολίτευσης δεν ορρώδησε, σε διάφορες φάσεις της διαπραγματευτικής διαδικασίας στην Ελβετία αλλά και στην Κύπρο, να κρατήσει ίσες αποστάσεις από τις δύο πλευρές, ενίοτε, δε, να φλερτάρει και με σειρά τουρκικών θέσεων, προκειμένου να διαφοροποιηθεί από τους χειρισμούς του Προέδρου, όταν, πλέον, κατέστη εξόφθαλμα σαφές ότι ήταν αδύνατον να υπάρξει λύση του κυπριακού προβλήματος πριν από την προεδρική εκλογή τού επί θύραις Ιανουαρίου.

Επιχειρεί, με αυτόν τον τρόπο, να αναδείξει το επιχείρημα ότι ο Νίκος Αναστασιάδης δεν είναι ο Πρόεδρος της λύσης, αφού, όταν αυτή έγινε, περισσότερο από ποτέ, ορατή και επιτεύξιμη στο Κραν Μοντανά, εκείνος αναδιπλώθηκε σε άγονες εθναμυντορικές γραμμές, εγκαταλείποντας το πρόταγμα της επίλυσης του Κυπριακού.

Η επιχείρηση αποταύτισης με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον κυβερνώντα ΔΗΣΥ στο εθνικό πρόβλημα αποσκοπεί, βεβαίως, στο να ανασχέσει τις όποιες εκροές αριστερών ψηφοφόρων προς τον Νίκο Αναστασιάδη με γνώμονα την πρόθεση λύσης του Κυπριακού, αφού αυτή η τελευταία ήταν, ίσως, η κύρια εκλογική και πολιτική επαγγελία του.

Την ίδια ώρα, ωστόσο, πράττοντας τοιουτοτρόπως, απελευθερώνει για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ένα μεγαλύτερο πεδίο μετατοπίσεων, αφού του επιτρέπει, έτσι, να εμφανίζεται ως ο υπέρμαχος της λύσης, αλλά όχι της «όποιας λύσης», αφού αυτή η τελευταία ενδέχεται να είναι εθνικώς καταστροφική. Του δίνει, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τη δυνατότητα να εμφανίζεται ως θιασώτης ενός λελογισμένου, εθνικά, ρεαλισμού, με σαφείς οριοθετήσεις ως προς το τι είναι αποδεκτό και τι όχι, στο πλαίσιο μιας πιθανής διευθέτησης.

Επί της ουσίας, ευρισκόμενος στο ενδιάμεσο δύο αντιτιθέμενων πυρών -αφενός του ΑΚΕΛ, που τον εγκαλεί για απεμπόληση της λύσης και εθνικιστική μεταμφίεση, και, αφετέρου, του ενδιάμεσου χώρου, ο οποίος τον κατηγορεί για εθνικά καταστροφικές υποχωρήσεις οι οποίες θα ολοκληρωθούν με μια πιθανή επανεκλογή του-, ο ΠτΔ μπορεί να εμφανίζεται τόσο ως ο διαχειριστής των ελπίδων όσο και ως ο διαχειριστής των φόβων για την επόμενη μέρα, καταφέρνοντας, παρά τις αμφίπλευρες επιθέσεις, να απευθύνεται, συναισθηματικά, σ’ ένα ευρύ ακροατήριο ένθεν και ένθεν των γραμμών αντιπαράθεσης.

Στο πλαίσιο αυτό, ο ΠτΔ ανήγαγε ως μείζον στοιχείο «μη διαπραγματευσιμότητας» το θέμα της ασφάλειας και των εγγυήσεων, το οποίο εγείρει ως προϋπόθεση για επανέναρξη των συνομιλιών. Από τη μια, δηλαδή, προτάσσει την «απορριπτική» εμμονή του στο θέμα της ασφάλειας ως «πιστοποιητική» της βούλησής του να μην ενδώσει σε μια εθνικά καταστροφική διευθέτηση, και, από την άλλη, παρουσιάζει τις συγκλίνουσες προς τις τουρκικές θέσεις προτάσεις που κατέθεσε στο Κραν Μοντανά στα κεφάλαια της εσωτερικής πτυχής του Κυπριακού ως δηλωτικές της απαραμείωτης και ειλικρινούς βούλησής του για λύση.

Σ’ αυτό το πρίσμα, το ζητούμενο για τους ανθυποψηφίους του είναι να πείσουν την κοινή γνώμη ότι ο Πρόεδρος δεν είναι ειλικρινής σε κανένα από τα σκέλη της διπλής του απεύθυνσης, αναδεικνύοντας την ενδιάθετη «καιροσκοπική» της αφετηρία.

Το «απορριπτικό» τόξο

Απέναντι στο μπλοκ της «λύσης εδώ και τώρα» ή της λύσης… μετά τις Προεδρικές, συσπειρώνονται οι δυνάμεις που αντιτάχθηκαν, με σθένος και με απόλυτη συνειδητότητα όσον αφορά την επιλογή τους, στο σχέδιο Ανάν το 2014. Με μια μικρή, πλην, όμως, σημαντική ειδοποιό μετατόπιση, σε σχέση με την τότε εκ μέρους τους απόρριψη του σχεδίου λύσης του Κυπριακού: Την και επισήμως και διακηρυγμένα απόρριψη της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας ως μορφής λύσης του Κυπριακού.

Μετατόπιση, η οποία αφορά το σύνολο σχεδόν των αντιπολιτευόμενων κομμάτων του Κέντρου, πλην Δημοκρατικού Κόμματος, το οποίο συνεχίζει να μετεωρίζεται ανάμεσα στην εννοιολογική ασάφεια του όρου και στο περιεχόμενο της λύσης.

Και η οποία, αναντίλεκτα, συνιστά μια προϊούσα ριζοσπαστικοποίηση της θέσης τους στο εθνικό πρόβλημα, καθώς, τώρα, τίθεται υπό ριζική αμφισβήτηση, και εν όλω, το παραδεδομένο κληροδότημα της διαδικασίας επίλυσης του Κυπριακού, με τις θεμελιώδεις θεωρητικές και πραγματολογικές αναφορές του, αλλά και η ίδια η εκτυλισσόμενη διαδικασία. Με αυτόν τον τρόπο, ουσιοποιείται πολιτικά και το πρόταγμα για ριζικό αναπροσανατολισμό εθνικής στρατηγικής στο Κυπριακό και επανατοποθέτηση του εθνικού μας προβλήματος ως προβλήματος εισβολής και κατοχής.

Συνθήκη, που προοιωνίζεται και το ποιόν της στάσης τους απέναντι σε μια ενδεχόμενη συμφωνία λύσης του Κυπριακού, αφού απορρίπτουν συλλήβδην και εκ των προτέρων όλες τις βασικές προκείμενές της.

Παρ’ όλα αυτά, η εκλογική διάταξη των δυνάμεων του ενδιάμεσου χώρου όσον αφορά το θέμα της λύσης αναδεικνύει τις εγγενείς αμφισημίες του κεντρώου προτάγματος, αφού, από τη μια, δυνάμεις όπως η ΕΔΕΚ, η Αλληλεγγύη, οι Οικολόγοι και η Πλατφόρμα, που έχουν αποκηρύξει τη λύση ΔΔΟ, συμπαρατάσσονται με το ΔΗΚΟ και τον Νικόλα Παπαδόπουλο, για τους οποίους η ΔΔΟ είναι απλώς ένα «ψευδοδίλημμα» (βλ. Νέα Στρατηγική), το οποίο μετέρχονται εκείνοι που θέλουν να κρύψουν τις υποχωρήσεις τους στο Κυπριακό (ίδε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ΔΗΣΥ, ΑΚΕΛ), ενώ, από την άλλη, ο Γιώργος Λιλλήκας, που έχει απορρίψει τη λύση ΔΔΟ, ελάχιστα και περιοδικά φαίνεται να το υπενθυμίζει, προκειμένου να διατηρήσει ευάγωγη και τελεσφόρα την απεύθυνσή του προς τους ΑΚΕΛικούς ψηφοφόρους.

Παρενέργειες

Η ριζοσπαστικοποίηση αυτή, ωστόσο, δεν είναι χωρίς παρενέργειες, όσον αφορά, τουλάχιστον, τα δύο μεγάλα κόμματα του απορριπτικού τόξου, ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ, καθώς ήδη, από καιρού, ηχούν στο εσωτερικό τους τα όργανα της διαφοροποίησης, με δηλώσεις πίστης στον «ορθολογισμό» της ΔΔΟ και στο αναπότρεπτο της αποδοχής της. Ίδε, όσον αφορά την ΕΔΕΚ, τις δημόσιες τοποθετήσεις του Γιαννάκη Ομήρου αλλά και άλλων στελεχών, όπως ο Σοφοκλής Σοφοκλέους, στο παρελθόν, και, όσον αφορά το ΔΗΚΟ, τη διακηρυγμένη προσήλωση σε λύση ΔΔΟ από τον τέως Πρόεδρο του κόμματος, Μάριο Καρογιάν, αλλά και πληθώρα άλλων στελεχών, που εξακολουθούν να στηρίζουν τους χειρισμούς του Προέδρου της Δημοκρατίας, ενώ και η ηγεσία του ΔΗΚΟ, παρά τους όποιους… ακροβατισμούς ανάμεσα στις λέξεις και τις έννοιες τους, επισήμως δεν εκφεύγει του «κατοχυρωμένου», από τις ιστορικές ηγεσίες του κόμματος, πλαισίου της διζωνικής.

Αμφισημίες και αμφιρρέπειες

Ανάλογες αμφισημίες ή έστω… αμφιρρέπειες παρατηρήθηκαν στον χώρο της αντιπολίτευσης -ιδία στον χώρο του αντιπολιτευόμενου Κέντρου-, και όσον αφορά τα θέματα της οικονομικής πολιτικής, με τη διάκριση ανάμεσα σε ριζοσπάστες και μετριοπαθείς να διαπερνά σχεδόν εξ ολοκλήρου τα δύο μεγάλα κεντρώα κόμματα, αλλά και με προσεγγίσεις, αυτήν τη φορά, που αντιστρέφουν τα πρόσημα της αντιπολίτευσης προς την Κυβέρνηση. Έτσι, οι δυνάμεις στο Δημοκρατικό Κόμμα που στο Κυπριακό προσφέρουν στήριξη στον Πρόεδρο Αναστασιάδη, σε κάποια θέματα της οικονομίας, και κυρίως αυτό των αποκρατικοποιήσεων, εμφανίστηκαν να κρατούν αποστάσεις από την κυβερνητική πολιτική, εγείροντας, ενίοτε, αμφισβητήσεις όσον αφορά κυβερνητικές αποφάσεις.

Αντίθετα, η ηγεσία του ΔΗΚΟ, χωρίς να προσχωρεί ανεπιφύλακτα στην οικονομική λογική των κυβερνώντων, έδειξε περισσότερο επιρρεπής στον νεοφιλελεύθερο προσανατολισμό της, προσφέροντας, έστω μετά ηχηρών επικριτικών κλαγγών, στήριξη σε θεμελιώδεις αποφάσεις. Κάτι που πράττει, ασφαλώς, και η λεγόμενη εσωκομματική της αντιπολίτευση.

Ο προεκλογικός στίβος, ωστόσο, έχει μετατοπίσει εκ νέου τις πιο πάνω διαφοροποιήσεις, με το επιτελείο του Νικόλα Παπαδόπουλου να επιτίθεται συλλήβδην στην Κυβέρνηση για τις «αστοχίες» και τα «ψεύδη» της οικονομικής πολιτικής, και τη λεγόμενη εσωκομματική αντιπολίτευση του ΔΗΚΟ να… κατασιγάζει σχεδόν πλήρως τις αντιρρήσεις της όσον αφορά κάποιες σφόδρα νεοφιλελεύθερες οικονομικές αποφάσεις της Κυβέρνησης.

Εντός, εκτός και επί τα αυτά

Ανάλογες αμφισημίες παρατηρήθηκαν και όσον αφορά πτυχές της εσωτερικής πολιτικής, κυρίως στα θέματα της μεταρρύθμισης των θεσμών, της εκλογικής νομοθεσίας και της επιχορήγησης των κομμάτων, όπου αντιπολιτευόμενοι και συμπολιτευόμενοι αλλάζουν συνεχώς θεσιληψίες, σ’ ένα ευμετάβολο σκηνικό που ενορχηστρώνεται πρωτευόντως με βάση σκοπιμότητες και χρησιμοθηρικές αποβλέψεις.

Έτσι, οι δύο μεγάλοι κομματικοί πόλοι, με μεγάλη ευχέρεια μετατράπηκαν σε «συμπολίτευση» όταν επρόκειτο να δράσουν για την κατοχύρωση των όρων διαιώνισης της πολιτικής τους ηγεμονίας, βάζοντας στην άκρη ό,τι τους χώριζε ιδεολογικά ή ό,τι τους ένωνε με τα υπόλοιπα κόμματα. Συμπλεύσεις, βεβαίως, που σήμερα πρέπει να αποσιωπηθούν στον βωμό της εκλογικής σκοπιμότητας.