Ρίχθηκαν πρώτα σπόροι σιταριού, έσπασαν το λευκό πιάτο και τον απίθωσαν στον τάφο. Μετά, με ένα μικρό φτυάρι, τα μέλη της οικογένειας έριξαν χώμα στο φέρετρο μαζί με λευκά τριαντάφυλλα. Σύντομα, ήρθε η σειρά μας που στεκόμασταν λίγο πιο πίσω να αναλάβουμε να γεμίσουμε τον τάφο με χώμα.
Στο μεταξύ, ο ιερέας συνέχιζε την τελετή επαναλαμβάνοντας: «Αιωνία σου η μνήμη». Αυτή η φράση λέγεται ως θρηνητικός αποχαιρετισμός για κάθε νεκρό, ωστόσο, όταν αναφερόμαστε στον Καίσαρα Μαυράτσα, αναμφίβολα η μνήμη του θα παραμείνει αιώνια μέσα από τα τολμηρά βιβλία του και τους αγαπημένους του μαθητές.
Είχαμε ξεκινήσει να εργαζόμαστε στο Πανεπιστήμιο Κύπρου με τη διαφορά ενός έτους. Αυτός το 1994, εγώ το 1995. Το ξεκίνημά μου ήταν περιπετειώδες και γεμάτο προβλήματα, ένεκα του ξεσηκωμού της εθνικιστικής πτέρυγας, η οποία απαιτούσε την εκδίωξή μου από το Πανεπιστήμιο. Ο Καίσαρας ήταν ένας από τους 5 ακαδημαϊκούς που με υποστήριξε με την υπογραφή του για την παραμονή μου στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.
Ήταν ένα παιδί από φτωχή οικογένεια, με πατέρα εργάτη και μητέρα νοσοκόμα. Ο θάνατος του πατέρα του σε νεαρή ηλικία επιδείνωσε ακόμα περισσότερο την οικονομική κατάσταση της οικογένειας. Παρά τις δυσκολίες, η μητέρα του, Αρμένισσα-Κυπραία που μιλούσε έξοχα την Τουρκική, κατάφερε να στηρίξει τις σπουδές του Καίσαρα. Τελειώνοντας το διδακτορικό του στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου της Βοστώνης, επέστρεψε στην Κύπρο.
Ήμασταν στενοί φίλοι. Βρισκόμασταν τακτικά και συζητούσαμε μέχρι τις πρωινές ώρες, απολαμβάνοντας συχνά και τα νόστιμα γεύματα από τα χέρια της μητέρας του.
Το πεδίο της έρευνάς μας ήταν κοινό, μια και οι δύο ερευνούσαμε τον εθνικισμό σε μια περίοδο που ο αριθμός των ερευνητών στην ελληνοκυπριακή κοινότητα πάνω στο συγκεκριμένο θέμα δεν ξεπερνούσε τον αριθμό των δαχτύλων του ενός χεριού. Ακόμα λιγότερος ήταν και ο αριθμός των μελετητών που εξέταζαν τον ελληνικό εθνικισμό στην Κύπρο από κριτική σκοπιά και τόνιζαν τον ρόλο του στην εμφάνιση και την εξέλιξη του κυπριακού προβλήματος.
Τα βιβλία μας εκδόθηκαν διαδοχικά. Αυτός δημοσίευσε το «Όψεις του Ελληνικού Εθνικισμού στην Κύπρο» το 1998 κι εγώ το «Κύπρος: Το Αδιέξοδο των Εθνικισμών» το 1999 στην Αθήνα.
Αμφότερες οι μελέτες ξεσήκωσαν αντιδράσεις. Μολονότι γνώρισαν ευρεία αποδοχή ανάμεσα σε ανθρώπους των γραμμάτων, επικρίθηκαν σκληρά από τους εθνικιστές, οι οποίοι μας κατηγορούσαν για καλλιέργεια της «κυπριακής συνείδησης».
Δεν πτοηθήκαμε, αλλά συνεχίσαμε τον δρόμο μας. Το δημοκρατικό και αυτόνομο καθεστώς του Πανεπιστημίου μάς διευκόλυνε στην ερευνητική μας προσπάθεια.
Ο Καίσαρας εξακολούθησε να τοποθετείται κριτικά με νέα βιβλία και αρθρογραφία στον Τύπο, όπου πέρα από τον εθνικισμό στην ελληνοκυπριακή κοινότητα, μελετούσε κυρίως την πολιτική κουλτούρα και την κοινωνιολογική δομή. Στο τελευταίο του βιβλίο, που δημοσιεύθηκε το 2012 με τίτλο «Η Κοινωνία των Χώρκατων», εξετάζει την ελληνοκυπριακή κοινότητα από μια εντελώς άλλη σκοπιά. Όπως αναφέρεται και στον υπότιτλο του βιβλίου, το θέμα είναι «Η Πολιτισμική και η Πολιτική Υπανάπτυξη των Ελληνοκυπρίων στις Απαρχές του 21ου Αιώνα».
Εκκινώντας από τις τηλεοπτικές σειρές, τις ειδήσεις και τον σχολιασμό στα ΜΜΕ καθώς και από τη στάση των πολιτικών ελίτ, στο εν λόγω βιβλίο υποστηρίζει τη θέση ότι η ελληνοκυπριακή κοινότητα είναι μια κοινωνία «χώρκατων», δηλαδή «υπανάπτυκτη», «ακαλλιέργητη» και «αυτάρεσκη». Με εύστοχες παρατηρήσεις και γλαφυρή γλώσσα περιγράφει την «κοινωνία των χώρκατων» ως τη σεξιστική και ρατσιστική κοινωνία που θεωρεί τον εαυτό της κέντρο του κόσμου. Όταν αναφέρεται σε «χώρκατους», δεν εννοεί τους κατοίκους των χωριών, αλλά τους απαίδευτους, τους άξεστους που θέτουν τον εαυτό τους πάνω από καθετί. Με αυτόν τον τρόπο επικρίνει όχι τους απλούς ανθρώπους του χωριού, αλλά τους κατοίκους των πόλεων που υιοθετούν τη «χωρκατοσύνη» ως στάση ζωής.
Ο Καίσαρας, παρατηρώντας ότι όλοι ξεκινούν την κουβέντα με το «ξέρεις, ρε, ποιος είμαι εγώ;», αναφέρεται σε ένα είδος μεγαλομανίας, η οποία καθρεφτίζει και τη μεγαλομανία της πολιτικής ζωής και των πλείστων πολιτικών.
Σύμφωνα με τον Καίσαρα, πίσω από το υποτιμητικό βλέμμα των Ελληνοκυπρίων έναντι των Τουρκοκυπρίων κρυβόταν η αρρώστια της μεγαλομανίας, η οποία είναι ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια στην επίλυση του κυπριακού προβλήματος.
Μια τέτοια κριτική είναι αναμφίβολα δύσκολο να τη χωνέψει κανείς.
Μα, αυτός ήταν ο Καίσαρας Μαυράτσας. Η πραότητα και η πνευματώδης ιδιοσυγκρασία του δεν τον εμπόδιζαν να εκφράσει με τόλμη και διεισδυτικότητα τις θέσεις του.
Γι’ αυτό και η μνήμη του θα είναι αιώνια, μια και το κενό που αφήνει πίσω του θα το βιώνουμε πάντοτε.




