Σε μια δήλωσή του το 2010, ο τέως πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Herman van Rompuy, είχε αναφερθεί στον λαϊκισμό ως «έναν μεγάλο κίνδυνο» για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Από τότε μέχρι σήμερα ο λαϊκισμός έχει λάβει διαστάσεις ενός επιδημικού κινδύνου όχι μόνο για τις χώρες της Ε.Ε., αλλά και για ολόκληρο τον κόσμο. Από το Brexit μέχρι την εκλογή του Trump και την άνοδο της άκρας δεξιάς στις ευρωπαϊκές χώρες, ο λαϊκισμός συνιστά ένα σοβαρό πρόβλημα της εποχής μας.

Στις γερμανικές εκλογές της περασμένης Κυριακής, το κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) σημείωσε μεγάλη επιτυχία συγκεντρώνοντας το 12,5% των ψήφων, ποσοστό που του εξασφαλίζει την πανηγυρική εισδοχή του στο γερμανικό κοινοβούλιο.

Για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ένα ακροδεξιό κόμμα σημειώνει μια τέτοια πολιτική επιτυχία. Τα στελέχη του AfD αφενός επιδίδονται σε μια ρατσιστική και ξενοφοβική ρητορική και, αφετέρου, προσπαθούν κατά κάποιο τρόπο να ξεπλύνουν το ναζιστικό παρελθόν της Γερμανίας. Χαρακτηρίζοντας αρχικά το Ολοκαύτωμα ως «λατρεία της ενοχής», σαρκάζουν αυτό που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της νέας Γερμανίας: την ντροπή που αισθάνεται η γερμανική κοινωνία για το ναζιστικό της παρελθόν.

Συγχρόνως, αναφέρονται στον «ηρωισμό» των Γερμανών στρατιωτών κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε προσωπικότητες όπως ο σοσιαλδημοκράτης Aydan Özoğuz -τουρκικής καταγωγής γεννημένος στη Γερμανία- προτείνουν να «πάει από κει που ‘ρθε, στην Ανατολή», και θεωρούν την αναγνώριση του δικαιώματος των ομοφυλοφίλων στον γάμο ως «κηλίδωση του εθνικού σώματος». Συν τοις άλλοις, θεωρούν την ισότητα ανδρών και γυναικών παράγοντα «καταστροφής των ανδρών» που προωθεί η Αριστερά.

Το AfD καταχράται κυρίως το ζήτημα των προσφύγων που καταφεύγουν στη Γερμανία, κινδυνολογώντας για τη «διάλυση του γερμανικού έθνους». Άλλωστε, το σύνθημα «να κερδίσουμε πίσω τη Γερμανία και τον Γερμανικό Λαό» επαναλήφθηκε και στις δηλώσεις στελεχών του κόμματος μετά την εκλογική επιτυχία.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το AfD, όπως και άλλα συναφή κόμματα, συνιστά ένα λαϊκιστικό κόμμα.

Το φαινόμενο

Τι είναι, όμως, ο λαϊκισμός;

Ο λαϊκισμός δεν είναι ένα φαινόμενο που μπορεί να οριστεί με ευκολία, γιατί υφίστανται οι διαφορετικές εκφάνσεις του. Σίγουρα, όμως, πρόκειται για ένα νεωτερικό φαινόμενο που αναπτύχθηκε στη σκιά της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η βασική κριτική του στρέφεται γενικά κατά της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Πέρα από τις διαφορετικές εκφράσεις του λαϊκισμού στον σύγχρονο κόσμο, αξιοπρόσεκτα είναι μερικά κοινά σημεία που συναντώνται στην κατά τόπους λαϊκιστική ρητορική. Από αυτά ξεχωρίζουν κυρίως ή αντικαθεστωτική και η αντι-ελιτιστική στάση που υιοθετούν τα διάφορα λαϊκιστικά κινήματα. Ωστόσο, αυτά τα χαρακτηριστικά δεν αρκούν για να ορίσουν ένα κίνημα ως λαϊκιστικό στις μέρες μας. Κάθε εναντίωση στο ισχύον καθεστώς και στις ελίτ δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με λαϊκισμό.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αναζητηθούν τα ειδοποιά γνωρίσματα του λαϊκισμού. Το πιο διαδεδομένο γνώρισμα είναι μια ρητορική «επικεντρωμένη στον λαό». Κατά γενικήν ομολογίαν, οι λαϊκιστές επικρίνουν τις «διεφθαρμένες ελίτ» σε αντιδιαστολή με τον «αγνό λαό», αποβλέποντας με αυτόν τον τρόπο να κινητοποιήσουν τον λαό κατά των ελίτ.

Υπάρχει, όμως, ένα σημείο που θα πρέπει εδώ να υπογραμμιστεί: στη σύγχρονη αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι αναπόφευκτο η ασκηθείσα πολιτική να στρέφεται προς τον λαό· ένα κόμμα που μιλά εν ονόματι του λαού, δεν σημαίνει ότι είναι λαϊκιστικό.

Το πιο ξεκάθαρο γνώρισμα των λαϊκιστών είναι ο ισχυρισμός τους ότι μιλούν εξ ονόματος του «πραγματικού λαού», υιοθετώντας μια ρητορική του είδους «Ο λαός είμαστε εμείς». Με άλλα λόγια, αυτοαναγορεύονται σε «λομπίστες του πραγματικού λαού».

Για τους λαϊκιστές η έννοια του «λαού» είναι πρωτίστως μια ηθική κατηγορία και περιλαμβάνει τα «καθαρά», «αμόλυντα» και «συνδεδεμένα στις πραγματικές αξίες μέρη του λαού» και μόνο αυτά.

Πρόκειται για μιαν αντίληψη του λαού κλειστή στον πλουραλισμό που εμπεριέχει την τάση να περιθωριοποιεί και να αποκλείει. Γι’ αυτό και ο λαϊκιστές θεωρούν τους εαυτούς τους ηθικά ανώτερους από τον ελιτίστικο συρμό. Καλύτερό τους όπλο είναι η ηθική ακεραιότητα.

Στον λαϊκιστικό λόγο η αντιπροσωπευτική δημοκρατία θεωρείται ένα επικίνδυνο παιγνίδι, καθότι επιτρέπει στις «διεφθαρμένες ελίτ» να ανέλθουν στην εξουσία. Συνεπώς, μέχρι τη στιγμή που θα ανέλθουν στην εξουσία, οι λαϊκιστές υποστηρίζουν ότι στις δημοκρατίες ο τελευταίος λόγος «ανήκει στον λαό», αρνούμενοι την αντιπροσωπευτικότητα!

Κατά την ίδρυση της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία», ο πρόεδρος του κόμματος Konrad Adam θα έλεγε: «Μας λένε λαϊκιστές. Εμείς νιώθουμε περηφάνια γι’ αυτό και θέλουμε να υπενθυμίσουμε σε όλον τον κόσμο ότι η δημοκρατία είναι μια πράξη που δίνει τον τελευταίο λόγο όχι στους αντιπροσώπους, αλλά στον λαό».
Μια συναφή ρητορική υιοθετεί συχνά και η πρόεδρος του ακροδεξιού γαλλικού κόμματος «Εθνικό Μέτωπο», Marie Le Pen, διατεινόμενη ότι υπερασπίζεται τον «πραγματικό λαό» ενάντια στις ελίτ.

«Η φωνή όσων δεν έχουν φωνή»

Αναφερόμενοι στην έμφαση που δίνει ο λαϊκιστικός λόγος στον «πραγματικό λαό», δεν μπορούμε να μη σχολιάσουμε και τους λόγους που εκφωνεί συχνά ο Τούρκος Πρόεδρος Erdo?an, μια και αποτελούν επιτυχημένα παραδείγματα λαϊκιστικής ρητορικής. Εκφράσεις όπως «Εμείς είμαστε ο λαός, εσείς ποιοι είστε;»,

«Μαζί περπατήσαμε σε αυτούς τους δρόμους», «Οι ουδέτεροι αφανίζονται», «Ένας από τους κατατρεγμένους», εμπνέονται από την ιδέα του «πραγματικού λαού» και στοχεύουν στην κινητοποίηση των μαζών.

Για τους λαϊκιστές υπάρχει η «βουβή πλειοψηφία» που αποτελεί τον λαό και η «καθεστηκυία τάξη» που εμποδίζει αυτήν την «πλειοψηφία» να ανέλθει στην εξουσία. Γι’ αυτούς φτάνει ο «πραγματικός λαός» να πάρει την εξουσία και όλα τα προβλήματα θα επιλυθούν.

Στην περίπτωση που επιλέξουμε να επικρίνουμε και να αποκλείσουμε τους λαϊκιστές καταφεύγοντας στην ηθική, θα διαπράξουμε σφάλμα. Θα είναι λες και παίζουμε το παιγνίδι τους στη δική τους έδρα, επαναλαμβάνοντας αυτό που συνηθίζουν να κάνουν αυτοί. Γι’ αυτό και θα πρέπει η αντιπαράθεσή μας να γίνεται κυρίως με επιχειρήματα.

Δεν υπάρχει «πραγματικός λαός», ούτε οι λαϊκιστές αποτελούν τα πρόσωπα που θα ηγηθούν αυτού του «πραγματικού λαού».

Το πολιτικό πεδίο δεν είναι ένας χώρος στον οποίο ο «πραγματικός λαός» αποτυπώνει τη βούλησή του και διαμορφώνει τη συναίνεση. Είναι ένας χώρος γεμάτος ένταση και αντιφάσεις, στον οποίο ανταγωνίζονται ομάδες και αντιλήψεις που πρεσβεύουν διαφορετικά συμφέροντα. Η πεποίθηση ότι στον χώρο της πολιτικής κάνουν αποκλειστικά κουμάντο οι «διεφθαρμένες ελίτ» οδηγεί στην υιοθέτηση μιας απολιτικής στάσης και στη διεκδίκηση ενός ηθικού δεσποτισμού.

Αυτό δεν είναι παρά ακόμα ένα τυπικό χαρακτηριστικό των λαϊκιστών.