ΑΠΕΤΥΧΕ Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΤΟΥΡΚΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΜΕ ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ
ΟΙ ΑΙΤΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΜΕΝΗΣ ΕΠΙΔΕΙΝΩΣΗΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟΣΗΜΑΝΤΕΣ, ΑΛΛ’ ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΑΦΟΡΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ Ή ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΕΓΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΔΙΜΕΡΕΣ ΠΕΔΙΟ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ. ΑΝΤΙΘΕΤΑ, ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΕΜΠΛΕΚΟΥΝ, ΠΕΡΑΝ ΤΗΣ ΑΚΡΑΙΑΣ ΑΝΤΙΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΡΗΤΟΡΙΚΗΣ ΤΟΥ Τ. ΕΡΝΤΟΓΑΝ, ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΗΣ Ε.Ε., ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΔΟΜΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΥΣ ΠΑΡΟΝΟΜΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
Η στρατηγική που επένδυσε στη σχέση Ευρώπης - Τουρκίας, ως διαμεσολαβητικού παράγοντα στο κυπριακό πρόβλημα, ήταν αρχήθεν λανθασμένη και έχει, εν τοις πράγμασι, αποτύχει
Η ολοένα εντεινόμενη απομάκρυνση της Τουρκίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί, πλέον, ένα γεγονός διαπιστωτικής ευκρίνειας, που δεν μπορεί να διαλάθει της προσοχής όσων (και είναι η πλειονότης) στην ελληνική και την ε/κ πλευρά επένδυσαν την προοπτική «επίλυσης» του Κυπριακού και εξομάλυνσης των - σύνθετα προβληματικών - ελληνοτουρκικών σχέσεων στην ευρωπαϊκή προοπτική της Άγκυρας.
Δύο προοπτικές, οι οποίες, όπως καταδεικνύει η διπλωματική και πολιτική εμπειρία της τελευταίας εικοσαετίας - κι όχι μόνον το διαβρωτικό κρεσέντο της ευρωτουρκικής επιδείνωσης της τελευταίας περιόδου - τεμνόμενες, ήκιστα ή και καθόλου απέδωσαν τα προσδοκώμενα των εμπνευστών της εθνικής στρατηγικής έναντι της Άγκυρας σε Αθήνα και Λευκωσία.
Απομάκρυνση που επιβεβαιώνεται τόσο στο επίπεδο της αμοιβαία «επιθετικής» ρητορικής, όσο και στο επίπεδο των «έμπρακτων πολιτικών κινήσεων», με τον Τούρκο Πρόεδρο Ρ. Τ. Ερντογάν να ενσαρκώνει την κορωνίδα του επιθετικά φερόμενου νεο-οθωμανικού αντι-ευρωπαϊσμού και τη Γερμανίδα Καγκελάριο Άγκελα Μέρκελ να εκφράζει το στίγμα της ευρωπαϊκής αποφασιστικότητας έναντι των τουρκικών προκλήσεων.
Η εξέλιξη αυτή, δεν εκπλήσσει καθόλου όσους ασχολούνται επισταμένα με τα της ΕΕ, αλλά και με την τουρκική πολιτική, επισημαίνει στη «Σημερινή» της Κυριακής ο κ. Μιχάλης Κοντός, Επίκουρος Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, διευκρινίζοντας πως, κατ’ αρχήν, η διαδικασία ένταξης νέου κράτους μέλους είναι μεν πολιτική και διπλωματική, αλλά πρωτίστως διαδικαστική και τεχνοκρατική, αφού: Ένα κράτος για να μπορεί να κριθεί επιλέξιμο για ένταξη στην ΕΕ θα πρέπει να έχει αντιμετωπίσει επιτυχώς την πρόκληση της συμβατότητας με τα κριτήρια της Κοπεγχάγης. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να διαθέτει,
1) σταθερούς θεσμούς που να εγγυώνται τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την προστασία των μειονοτήτων.
2) Μία λειτουργική οικονομία της αγοράς. Και
3) την ικανότητα να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις που εξυπακούεται η ιδιότητα του μέλους.
Ως εκ τούτου, θα πρέπει να διαθέτει μία δημόσια διοίκηση ικανή να υιοθετεί και να διαχειρίζεται το δίκαιο της ΕΕ στην πράξη. Στην περίπτωση της Τουρκίας, εξηγεί, «τόσο πριν, όσο και (κυρίως) μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου του 2016 και τα κατασταλτικά μέτρα που ακολούθησαν, η Τουρκία αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις σε ό,τι αφορά το πρώτο, ενδεχομένως και το τρίτο κριτήριο.
Αν, βέβαια, λάβει κανείς υπ’ όψιν ότι, ούτως ή άλλως, η διαδικασία των ενταξιακών διαπραγματεύσεων είναι ημιτελής, διότι σημαντικός αριθμός διαπραγματευτικών κεφαλαίων είναι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, παγωμένα, λόγω του Κυπριακού, τότε μπορούμε να αναλογιστούμε τη δυσκολία του εγχειρήματος.
Στα 12 τόσα χρόνια ενταξιακών διαπραγματεύσεων, η Τουρκία έχει κλείσει (και μάλιστα προκαταρκτικά) μόνον ένα από τα 33 διαπραγματευτικά κεφάλαια του ευρωπαϊκού κεκτημένου, ενώ κανένα άλλο κεφάλαιο δεν μπορεί να κλείσει πριν από την εφαρμογή του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμφωνίας Σύνδεσης της Άγκυρας σχετικά με την Κύπρο. Συνεπώς», συνεχίζει, «λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα τεχνοκρατικά αυτά δεδομένα, η ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ ως πλήρους μέλους είναι, ούτως ή άλλως, πολύ απομακρυσμένο, έως αδύνατο ενδεχόμενο».
Σύνθετες οι αιτίες της κρίσης
Οι αιτίες της παρατηρούμενης επιδείνωσης δεν είναι μονοσήμαντες, αλλ’ ούτε και αφορούν αποκλειστικά συμπεριφορές ή παράγοντες που εγγράφονται στο διμερές πεδίο των σχέσεων. Αντίθετα, φαίνεται να εμπλέκουν, πέραν της ακραίας αντιευρωπαϊκής ρητορικής του Τ. Ερντογάν, σημαντικές εξελίξεις στο εσωτερικό της ΕΕ, που σχετίζονται με δομικούς και λειτουργικούς παρονομαστές της ευρωπαϊκής πολιτικής, αλλά και το σύνθετο πλέγμα συμφερόντων που αναπτύσσονται σε υπερεθνικό - πανευρωπαϊκό επίπεδο αλλά και σε εθνικό.
«Τα όσα λαμβάνουν χώραν τους τελευταίους μήνες στις σχέσεις της Τουρκίας με την Ε.Ε. και κράτη μέλη, όπως η Γερμανία, αποτελούν ενδείξεις μίας σοβαρής διπλωματικής ρήξης», τονίζει ο κ. Κοντός, για να προσθέσει ότι, πέραν της αντι-ευρωπαϊκής ρητορικής του κ. Ερντογάν, ίσως να μπορεί να αποδοθούν και σε εξελίξεις στο εσωτερικό της ΕΕ, κυρίως σε σχέση με το μεταναστευτικό, την τρομοκρατία και την άνοδο της ισλαμοφοβικής ακροδεξιάς.
«Υπάρχουν συμφέροντα κρατών-μελών που εμποδίζουν την ένταξη της Τουρκίας, υπάρχουν όμως και σημαντικά κοινά συμφέροντα με την Τουρκία, κυρίως οικονομικής φύσεως, αλλά και σε σχέση με την προσφυγική κρίση. Σε κάθε περίπτωση, η διπλωματική αυτή κρίση που βιώνουμε εσχάτως δεν είναι απροσπέλαστη. Μπορεί να καταπραϋνθεί σημαντικά, εάν π.χ. μετά τις γερμανικές εκλογές πέσουν οι τόνοι από το Βερολίνο, ή αν ο κ. Ερντογάν επιλέξει, εν όψει των εκλογών του 2019, να υιοθετήσει μια πιο ήπια ρητορική έναντι της Ε.Ε. και των κρατών μελών. Σε κάθε περίπτωση, όμως, τα τεχνοκρατικά εμπόδια παραμένουν και υποδεικνύουν ότι η Τουρκία δεν μπορεί να καταστεί εντάξιμη σύντομα, ακόμα και αν εξαλειφθούν οι εντάσεις που επικρατούν αυτήν την εποχή».
Ευρώπη - Τουρκία - Κύπρος
Την ίδια ώρα, είναι προφανές πως η πορεία ρήξης των ευρωτουρκικών σχέσεων επιδρά ποικιλοτρόπως και στο Κυπριακό, θέτοντας εν αμφιβόλω την τελεστικότητα της «ευρωπαϊκής στρατηγικής» της Λευκωσίας, η οποία έθετε στο επίκεντρο την εργαλειοποίηση της ενταξιακής πορείας της Άγκυρας, ως μοχλού πίεσης για εξασφάλιση ωφελημάτων όσον αφορά την επίλυση του κυπριακού προβλήματος.
Σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, είναι γεγονός ότι ο μοχλός πίεσης που η Κυπριακή Δημοκρατία διέθετε επί της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας ατονεί, εξηγεί ο κ. Κοντός, συμπληρώνοντας: «Υπάρχει, βέβαια, η συζήτηση για την επικαιροποίηση της τελωνειακής ένωσης Τουρκίας-ΕΕ, ως εναλλακτική της πλήρους ένταξης, επί της οποίας και πάλιν η Κυπριακή Δημοκρατία ως κράτος-μέλος θα έχει λόγο. Εν τούτοις, δεν θα είναι εύκολο να ασκηθούν επαρκείς πιέσεις που να τροποποιήσουν την τουρκική συμπεριφορά στο Κυπριακό. Το γεγονός αυτό υπογραμμίζεται και από την έλλειψη πιέσεων από την Ε.Ε. προς την Τουρκία σε σχέση με το Κυπριακό.
Η πρόσφατη ομιλία του Προέδρου της Επιτροπής Ζ. Κ. Γιούνκερ για την κατάσταση της Ένωσης, στο πλαίσιο της οποίας ασκήθηκε δριμεία κριτική στην Τουρκία όχι όμως σε σχέση με τις υποχρεώσεις της έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι χαρακτηριστική. Καταδεικνύει δε και τη διαχρονική αναποτελεσματικότητα από κυπριακής πλευράς να κεφαλαιοποιήσει επαρκώς τη συμμετοχή μας στην ΕΕ και την (αμφισβητούμενη πλέον) επιθυμία της Τουρκίας να ενταχθεί σε αυτήν».
Ανέκαθεν προβληματικός εταίρος η Τουρκία
Οι εκλογές στη Γερμανία, κυρίως, και στην Αυστρία, εμφανίζονται ως κομβικής σημασίας για την περαιτέρω εξέλιξη των ευρωτουρκικών σχέσεων, αφού το γερμανικό εκλογικό σώμα παρουσιάζεται ιδιαίτερα προβληματισμένο με τα συμβαίνοντα στην Άγκυρα και ευρύτερα στις γερμανοτουρκικές σχέσεις, οι οποίες, σε ρητορικό τουλάχιστον επίπεδο, φαίνεται να βρίσκονται σε διαδικασία ανοικτής ρήξης.
Παρά το γεγονός ότι, όσα έρχονται από το Βερολίνο, διοχετεύονται σε μεγάλο βαθμό «αφιλτράριστα», εν τούτοις είναι προφανής ο προβληματισμός και η ανησυχία των Γερμανών ψηφοφόρων, οι οποίοι θα προσέλθουν στις κάλπες στις 24 Σεπτεμβρίου, σημειώνει ο διεθνολόγος Γιώργος Κέντας, προσθέτοντας ότι τις ανησυχίες του γερμανικού εκλογικού σώματος απηχεί, στο καθαυτό πολιτικό επίπεδο, και η ηγεσία της χώρας.
Επιχειρώντας να εντάξει το γίγνεσθαι των ευρωτουρκικών σχέσεων στο ευρύτερο ιστορικο-πολιτικό τους πλαίσιο, προκειμένου να κατανοηθούν οι προϋποθέσεις και οι προεκτάσεις της παρούσας κρίσης, ο κ. Κέντας επισημαίνει ότι η Τουρκία υπήρξε ανέκαθεν για την ΕΕ ένας ιδιαζόντως προβληματικός εταίρος, «απλώς, τώρα», εξηγεί, «έπειτα από μια μακρά περίοδο αναβλητικότητας, ήρθε η στιγμή η ΕΕ να λάβει αποφάσεις, όχι μόνο σε σχέση με την Τουρκία, αλλά και όσον αφορά τις μελλοντικές προοπτικές της».
Ήδη, η αποχώρηση του Η. Βασιλείου είναι ένα τεράστιο ζήτημα, τις διαστάσεις και επιπτώσεις του οποίου κανείς δεν μπορεί να συλλάβει αυτήν τη στιγμή, και, ως εκ τούτου, οι Βρυξέλλες δεν θα ήθελαν να επωμιστούν ένα, ενδεχομένως, μεγαλύτερο πρόβλημα, που ακούει στην ολοκλήρωση της σχέσης με την Τουρκία, υπογραμμίζει.
Άλλωστε, διευκρινίζει, παρά το γεγονός ότι η Άγκυρα παραμένει για την ΕΕ ένας σημαντικός οικονομικός και εμπορικός εταίρος, εν τούτοις, «ως στρατηγικός εταίρος αποτελεί, σταθερά, παράγοντα δημιουργίας προβλημάτων και αναστατώσεων», ενώ δεν διαφαίνεται να είναι ένας αναγκαίος πολιτικός δρων στους υπολογισμούς των μεγάλων κρατών της ΕΕ όσον αφορά τους μελλοντικούς σχεδιασμούς της Ένωσης.
Παρά ταύτα, σημειώνει περαιτέρω ο Γ. Κέντας, η ΕΕ δεν διαφαίνεται, προσώρας, ότι θα τερματίσει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Τουρκία, καθώς δεν έχει, ακόμη, απάντηση για την επόμενη μέρα όσον αφορά τις σχέσεις της με την Άγκυρα. «Η ΕΕ συνειδητοποιεί, πλέον, ότι η Τουρκία δεν μπορεί να γίνει πλήρες μέλος της Ένωσης, την ίδια ώρα που και ο βραχίονας της διεύρυνσης μπαίνει στον πάγο. Εν τούτοις, οι Βρυξέλλες δεν φαίνονται, αυτήν τη στιγμή, να έχουν απάντηση ως προς το τι θα κάνουν την επόμενη μέρα». Ένα πρόβλημα που γίνεται ακόμη μεγαλύτερο, αφού και η ιδέα της ειδικής σχέσης εμφανίζεται εξόχως προβληματική. Υπό αυτό το δεδομένο, συνεχίζει ο κ. Κέντας, «εκτίμησή μου είναι ότι θα υπάρξει μια αβέβαιη συντήρηση των διμερών σχέσεων με συνεχή σκαμπανεβάσματα».
Απέτυχε η στρατηγική στο Κυπριακό
Όσον αφορά τις παρενέργειες της κρίσης των ευρωτουρκικών σχέσεων σε σχέση προς την Κύπρο και το Κυπριακό, η στρατηγική που επένδυσε στη σχέση Ευρώπης - Τουρκίας, ως διαμεσολαβητικού παράγοντα στο κυπριακό πρόβλημα, ήταν αρχήθεν λανθασμένη και έχει, εν τοις πράγμασι, αποτύχει, εκτιμά. «Θεωρούσα ανέκαθεν λανθασμένη την αντιμετώπιση του Κυπριακού στο πλαίσιο των ευρωτουρκικών σχέσεων.
Υπό τα δεδομένα του παρόντος, θα πρέπει να ξανασκεφθούμε όλον αυτόν τον υπολογισμό που έγινε στον συνδυασμό Ευρώπη-Τουρκία και να προσεγγίσουμε διαφορετικά τον συσχετισμό της ΕΕ με τα εθνικά μας θέματα», σημειώνει, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι, ολοένα και περισσότερο, οι Βρυξέλλες θα αδιαφορούν για το κυπριακό πρόβλημα.
«Καθώς η ΕΕ προσπαθεί να ‘ξεφορτωθεί’ την Τουρκία, είναι αναμενόμενο πως θα αποφύγει να ‘φορτωθεί’ το Κυπριακό. Γιατί, δι’ αυτού, υπάρχει ο κίνδυνος να αυξηθεί η επιρροή της Άγκυρας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, κάτι που ούτε θέλουν ούτε θα επιτρέψουν να συμβεί οι Βρυξέλλες», τονίζει.




