ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ: ΕΠΕΙΣΑ ΤΟ ΥΠΕΞ ΝΑ ΕΠΙΤΡΕΨΕΙ ΤΗ ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΕΠΟΙΚΩΝ ΓΙΑ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΣΤΟΝ ΤΕΚΚΕ
Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΕΛΕΣΗΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΜΑΝΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ, ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΗ ΠΕΡΙΕΝΔΥΣΗ ΤΩΝ «ΑΦΕΛΩΝ» ΠΡΟΣΧΗΜΑΤΩΝ, ΜΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ, ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΩΝ ΚΑΤΟΧΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ, ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ, ΤΕΙΝΟΝΤΑΣ ΝΑ ΤΟ ΑΝΑΔΕΙΞΕΙ Σ’ ΕΝΑΝ ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΟ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ ΔΙΑΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ
Η στάση των κατοχικών «αρχών» μόνον τυχαία και περιστασιακή δεν είναι, αφού συνιστά κλιμάκωση μιας οργανωμένης πολιτικής απαγόρευσης εκδηλώσεων θρησκευτικού και πολιτισμικού χαρακτήρα των Ελληνοκυπρίων στις κατεχόμενες περιοχές
Μείζονες πολιτικές προεκτάσεις προσλαμβάνει η απαγόρευση από το κατοχικό καθεστώς τής τέλεσης των Ακολουθιών του Εσπερινού και των Θείων Λειτουργιών στον καθεδρικό ναό του Αγίου Μάμαντος, στην κατεχόμενη Μόρφου, με την ευκαιρία της εορτής του πολιούχου Αγίου της πόλης.
Η στάση των κατοχικών «αρχών» μόνον τυχαία και περιστασιακή δεν είναι, αφού συνιστά κλιμάκωση μιας οργανωμένης πολιτικής απαγόρευσης εκδηλώσεων θρησκευτικού και πολιτισμικού χαρακτήρα των Ελληνοκυπρίων στις κατεχόμενες περιοχές, η οποία έχει τεθεί σε εφαρμογή τον τελευταίο κυρίως χρόνο, και μάλιστα μονομερώς. (Για την οποία, ειρήσθω εν παρόδω, ο Τ/κ ηγέτης, Μ. Ακιντζί, εξέφρασε, επανειλημμένως, αναρμοδιότητα, παραπέμποντας το θέμα σε αποφάσεις της ψευδοκυβέρνησης).
Προηγήθηκαν, αρχής γενομένης από την απαγόρευση, πέρυσι, λειτουργίας στον Άγιο Γεώργιο τον Εξορινό στην Αμμόχωστο, αλλεπάλληλες απαγορεύσεις θρησκευτικών εκδηλώσεων στα κατεχόμενα, με αθεμελίωτες αιτιάσεις και προσχήματα.
Πρόσφατα, δε, πέρα από την απαγόρευση της τέλεσης της Θείας Λειτουργίας στον Άγιο Μάμαντα, το κατοχικό καθεστώς προχώρησε και στην απαγόρευση της καθιερωμένης, κάθε πρώτη Κυριακή, λειτουργίας στο μοναστήρι του Αποστόλου Αντρέα στην κατεχόμενη Καρπασία, ενώ απέρριψε και το αίτημα των Γιαλουσιτών για λειτουργία στον Αρχάγγελο Μιχαήλ.
Εξ αντιδιαστολής, το λεγόμενο «υπουργείο θρησκευτικών υποθέσεων» του ψευδοκράτους, σύμφωνα με τ/κ ΜΜΕ, διοργανώνει προσκύνημα, με την ευκαιρία του Κουρμπάν Μπαϊράμ, στο τέμενος Χαλά Σουλτάν, στη Λάρνακα, στις 5 Σεπτεμβρίου, στο οποίο θα μπορούν να συμμετάσχουν όσα άτομα προέρχονται από την Τουρκία ή και άλλες χώρες, δηλαδή άτομα τα οποία δεν έχουν δικαίωμα να μεταβούν στις ελεύθερες περιοχές.
Η συμπεριφορά αυτή του ψευδοκράτους, σε μια περίοδο, μάλιστα, έντονων προσπαθειών για επίτευξη λύσης του κυπριακού προβλήματος, η οποία προϋποθέτει πρωτίστως την ανάπτυξη και την καλλιέργεια κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης, καθώς και τον αλληλοσεβασμό των θρησκευτικών και πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων της κάθε κοινότητας, στέλνει, αναντίλεκτα, μηνύματα κακοπιστίας και έλλειψης καλής θέλησης.
Αποτελεί, δε, πίσω από την προκλητική περιένδυση των «αφελών» προσχημάτων, μια προσπάθεια, εκ μέρους των κατοχικών «αρχών», πολιτικής εργαλειοποίησης του θρησκευτικού στοιχείου, τείνοντας να το αναδείξει σ’ έναν επιπρόσθετο παράγοντα διακοινοτικής διαφοράς. Προσπάθεια που εντάσσεται στην ευρύτερη, διαιρετική και διχοτομική, οπτική της τουρκικής πλευράς, η οποία, για άλλη μια φορά, επέλεξε να αναδείξει και να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά ένα, εθνοπολιτισμικού και ψυχοκοινωνικού χαρακτήρα, στοιχείο «αποξένωσης» ανάμεσα στις δύο πληθυσμιακά κυρίαρχες κοινότητες της Κύπρου.
Θρησκεία και προτάγματα κυριαρχίας
Ως τέτοια, συνιστά μια μορφή, συχνή και πολύχρηστη, στην ύστερη -και όχι μόνον- νεωτερικότητα, εργαλειοποίησης της θρησκείας για πολιτικούς σκοπούς, πίσω από την οποία αποκρύβονται ποικιλώνυμα προτάγματα κυριαρχίας και «επιθυμίες ηγεμονίας».
Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ο εν λόγω μηχανισμός άσκησης πολιτικής διά της χρησιμοθηρικής χειραγώγησης του θρησκευτικού στοιχείου και συναισθήματος ενεργοποιείται σε μια χρονική στιγμή που και τα κατεχόμενα, παρά έναν σχετικό ιστορικό ετεροχρονισμό με την τουρκική κοινωνία υπό το καθεστώς Τ. Ερντογάν, εισέρχονται σε μια διαδικασία προϊούσας εκ των άνω «ισλαμοποίησης», με την ανέγερση τεμενών να αποτελεί την αιχμή του δόρατος αυτής της μεθοδευμένης διαδικασίας. Αλλά και σε μια χρονική στιγμή, που η ρητορική της Τουρκίας και του κατοχικού ηγέτη για λύση «δύο κρατών», επί των πραγματικοτήτων που επικρατούν στην Κύπρο, δεν είναι μόνον… εύγλωττη, αλλά και ενσαρκώνεται σε σειρά έμπρακτων πολιτικών κινήσεων και διαβημάτων.
Προσέγγιση η οποία αναπαράγει, στην ουσία, το, εδραιωμένο σε στρατηγικού και γεωπολιτικού χαρακτήρα ερείσματα, σχήμα «ισλαμικός κόσμος εναντίον δυτικού και χριστιανικού κόσμου», στην ευρύτερη προοπτική είτε της δυτικής επεμβατικότητας στον μουσουλμανικό κόσμο είτε του ισλαμικού εξτρεμισμού.
Στο πλαίσιο αυτό, μπορεί να εννοηθεί ως μια «κραυγή αγωνίας» αλλά και πράξη πολιτικής αντίδρασης, η πρόσφατη ανακοίνωση της Οργάνωσης των Τ/κ δασκάλων ΚΤΟS, η οποία εξέπεμψε, δι’ αυτής, SOS για την πολιτική του παράνομου εποικισμού της Τουρκίας στα κατεχόμενα, υποστηρίζοντας ότι χτίστηκαν περισσότερα τζαμιά παρά σχολεία.
Η «μη αναγωγιμότητα» του θρησκευτικού
Η πρόσφατη, δε, απαγόρευση της Θείας Λειτουργίας στον Άγιο Μάμαντα, ενέχει το στοιχείο της μη αναγωγιμότητας του θρησκευτικού συναισθήματος, προτάσσοντας το (ψευδο)επιχείρημα ότι οι εορτασμοί του Αγίου Μάμαντος συμπίπτουν με την έναρξη του Κουρμπάν Μπαϊράμ, την 1η Σεπτεμβρίου. Υποβάλλει, έτσι, την ιδέα, ότι η θρησκευτική ελευθερία και η θρησκευτική συνύπαρξη δεν μπορούν να υπάρξουν σ’ ένα πολιτικό πλαίσιο, το οποίο θα ερείδεται σε μια σειρά θεσμισμένων διαχωρισμών, όπως αντιλαμβάνεται και εφαρμόζει επί του διαπραγματευτικού χάρτου η τ/κ κοινότητα τη λύση δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας.
Ιδέα, που συνθλίβει πλήρως και εκ προοιμίου την έννοια μιας μοντέρνας κοινής Πολιτείας, η οποία, υποτίθεται, θα υπερακοντίζεται των όποιων εθνοτικών, πολιτισμικών και θρησκευτικών διαφορισμών.
Όπως ήταν αναμενόμενο, η απόφαση αυτή προκάλεσε, κατά το μάλλον ή ήττον, σωρεία αντιδράσεων στην ε/κ πλευρά, με την Κυβέρνηση, τα πολιτικά κόμματα, την Εκκλησία, τον Δήμο Μόρφου και άλλες κοινωνικές οργανώσεις να την καταγγέλλουν ως εξόχως διχαστική και σκοπούσα στο να εδραιώσει κλίμα διαίρεσης ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Μάλιστα, κάποιες πολιτικές δυνάμεις προέτρεψαν την Κυβέρνηση και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να καταγγείλουν και διεθνώς το γεγονός, λαμβάνοντας ταυτόχρονα και… αντισταθμιστικά αντίμετρα.
Το ερώτημα, βεβαίως, που εγείρεται, είναι κατά πόσον συνιστά σώφρονα, πολιτικά και ηθικά, στάση, η ε/κ πλευρά να ακολουθήσει, πλειοδοτώντας σε αρνητισμό, την τακτική της κατοχικής ηγεσίας, εμβάλλοντας άλλο ένα στοιχείο αντιπαράθεσης στο πεδίο του πολιτικού, όπως φαίνεται ότι είναι η επιδίωξη των αρχών του ψευδοκράτους.
Απαράδεκτη απόφαση
Αξιοσημείωτη, ως προς τούτο, είναι η προχθεσινή δήλωση του Προκαθημένου της Εκκλησίας της Κύπρου, Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Β’, ο οποίος, καταδικάζοντας την τουρκική ενέργεια, ανέφερε ότι, πάρα τις αλλεπάλληλες αρνήσεις της άλλης πλευράς, «εμείς συνεχίζουμε να τους εξυπηρετούμε πέραν του κανονικού». Πρόσθεσε, δε, ότι «ενώ η Κυβέρνηση δεν επιτρέπει σε εποίκους να περάσουν στις ελεύθερες περιοχές, εγώ ζήτησα από το Υπουργείο Εξωτερικών να τους επιτρέψει να μεταβούν στον τεκέ να προσκυνήσουν χωρίς ενδιάμεση στάση, κάτι που επετράπη, τελικά, από την Κυβέρνηση».
Χαρακτήρισε, επιπρόσθετα, απαράδεκτη την απαγόρευση της τέλεσης της Θείας Λειτουργίας στον κατεχόμενο Άγιο Μάμαντα, επισημαίνοντας αυτό που συμβαίνει εξακολουθητικά το τελευταίο διάστημα, ότι «είναι σύνηθες να ζητούμε, επανειλημμένα, να πάμε σε όλα τα χωριά μας και να προσευχηθούμε, αλλά η αντίδραση είναι αρνητική από τις κατοχικές "αρχές"».
Διαμαρτύρεται σε Η.Ε. και Ε.Ε. ο Δήμος Μόρφου
Την ίδια ώρα, σε πολιτικές ενέργειες αντιμετώπισης του θέματος προέβη ο Δήμος Μόρφου, αποστέλλοντας, την περασμένη Πέμπτη, επιστολή διαμαρτυρίας προς τα Ηνωμένα Έθνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση, με την οποία καταγγέλλει την προκλητική απόφαση των «αρχών» του ψευδοκράτους.
Παράλληλα, ο Δήμος επέδωσε επιστολές για συνάντηση με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, καθώς και με όλους τους πολιτικούς αρχηγούς.
Η επιστολή διαβιβάστηκε στον Γενικό Γραμματέα ΟΗΕ και στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς επίσης και στους πέντε Πρέσβεις των Μονίμων Μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας». Επιστολή απεστάλη επίσης στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, διά της οποίας καταδικάζεται το γεγονός.
Όσον αφορά τα σχόλια «αξιωματούχων» του ψευδοκράτους για μετακίνηση της γιορτής, ο Δήμαρχος Μόρφου, Βίκτωρας Χατζηαβραάμ, απέρριψε κάτι τέτοιο, δηλώνοντας ότι δεν μπορούν να μετακινούνται οι θρησκευτικές εορτές.
Αναφορικά με τις δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου για τη μετάβαση εποίκων στο Χαλά Σουλτάν, ο κ. Χατζηαβραάμ επισήμανε ότι αυτό είναι θέμα της Κυβέρνησης, ενώ είπε ότι κάτι τέτοιο δεν συζητήθηκε κατά τη συνάντηση της Ένωσης Δήμων με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.




