“Όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει, στρατιώτη μου τον πόλεμο τον χάνει”, τραγουδά η Ανδρομάχη στον Έκτορα διά χειρός Καμπανέλη, στο «Παραμύθι χωρίς όνομα» που έχει μελοποιήσει ο Μάνος Χατζιδάκις. Οι τρομοκράτες που έδρασαν τις τελευταίες ημέρες στη Βαρκελώνη (όπως πιο πριν στο Λονδίνο, στο Μάντσεστερ, στη Νίκαια, στις Βρυξέλλες, στο Παρίσι ή στο Βερολίνο…) δεν ενδιαφέρονταν να κερδίσουν τον πόλεμο. Τους αρκούσε η βεβαιότητα ότι διά των πράξεών τους είχαν ανοίξει τις πόρτες του αιώνιου παραδείσου στη μετά θάνατον ζωή τους.
Η απαξία προς την ανθρώπινη ζωή είναι αυτή που δυσκολεύει το έργο των υπηρεσιών ασφαλείας. Οι υποψήφιοι αυτόχειρες δεν λαμβάνουν μέτρα που θα τους επιτρέψουν να διαφύγουν. Εάν δράσουν κατά μόνας είναι περίπου απίθανος ο εκ των προτέρων εντοπισμός τους. Μοναδική πιθανότητα να ανευρεθούν είναι στην περίπτωση που θελήσουν να προβούν σε πολλαπλές επιθέσεις μαζί με άλλους συνεργούς-αυτόχειρες. Και πάλι, όμως, θα πρέπει οι αρχές να παρακολουθούν τις επικοινωνίες ενός μεγάλου αριθμού ατόμων που τα τελευταία χρόνια έχουν ριζοσπαστικοποιηθεί εμπνεόμενοι από ακραίες φωνές του Ισλάμ.
Αυτό φάνηκε και στην περίπτωση της Βαρκελώνης. Δεν επρόκειτο περί ενός “μοναχικού λύκου” που αποφάσισε να δράσει. Ήταν μία ομάδα που είχε ριζοσπαστικοποιηθεί υπό την καθοδήγηση ενός ακραίου ιμάμη. Ο ιμάμης ήταν γνωστός. Οι Αρχές, όμως, δεν τον παρακολουθούσαν (“ποιον να πρωτο-παρακολουθήσουν;”, ακούγεται). Τα θύματά του (και θύτες των επιθέσεων) ήσαν κατά γενικήν ομολογίαν “καλά παιδιά”. Δεν είχαν δώσει ποτέ αφορμή. Για την ακρίβεια, η διαδικασία μέσω της οποίας ριζοσπαστικοποιήθηκαν δεν έγινε αντιληπτή.
Όταν υπήρξε η πρώτη μεγάλη επίθεση φανατικών ισλαμιστών στη Γαλλία τον Νοέμβριο του 2015, η απάντηση ήσαν βομβαρδισμοί κατά του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία. Επρόκειτο για μία αταβιστική αντίδραση που βασιζόταν στη λογική ότι κατ’ αρχάς ακολουθούμε έναν δρόμο που γνωρίζουμε καλά. Οι βομβαρδισμοί από μόνοι τους δεν αποτελούν λύση. Μην ξεχνάμε ότι το Ισλαμικό Κράτος προέκυψε από κάποιους άλλους βομβαρδισμούς των ΗΠΑ κατά του Σαντάμ Χουσεΐν πριν από μερικά χρόνια.
Ο φόβος της διάχυσης
Τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Η Δύση πίεσε τους στενούς συμμάχους της, όπως τη Σαουδική Αραβία, τα σουνιτικά κράτη του Κόλπου και την Τουρκία και διακόπηκε η ευθεία χρηματοδότηση και βοήθεια προς το Ισλαμικό Κράτος. Υπήρξε έμμεση συνεργασία Αμερικανών και Ρώσων για την καταπολέμηση του ISIS. Πλέον ο ιρακινός στρατός και οι Κούρδοι εκδιώκουν τα τελευταία ισλαμικά προπύργια από την περιοχή.
Τώρα ο φόβος της Δύσεως είναι ότι οι εκδιωχθέντες Ισλαμιστές του ISIS θα διαχυθούν ως πύον στην Ευρώπη. Εδώ είναι το δεύτερο παράλληλο μέτωπο που αφορά στο εσωτερικό της Ε.Ε. και έχει να κάνει με την ασφάλεια. Εδώ τα πράγματα είναι πολύ πιο ομιχλώδη, όπως ομιχλώδης είναι και ο κόσμος των μυστικών υπηρεσιών. Βασικές ρήτρες προστασίας δικαιωμάτων των πολιτών φαίνεται ότι υποχωρούν μπροστά στην ανάγκη να εντοπισθούν εγκαίρως οι υποψήφιοι τρομοκράτες. Σήμερα, όλες οι τηλεπικοινωνίες καταγράφονται σε τεράστια αρχεία, ενώ οι πλέον ύποπτες παρακολουθούνται.
Ο μεγάλος κίνδυνος
Το πρόβλημα είναι ακόμη σοβαρότερο σε πολιτικό επίπεδο. Σε μικρά ευρωπαϊκά κράτη, όπως η Κύπρος, δεν γίνεται αντιληπτό. Στην υπόλοιπη Ευρώπη, όμως, ο φανατικός ισλαμισμός τρέφει τον λαϊκισμό που εκδηλώνεται με τον ευρωσκεπτικισμό και την αμφισβήτηση των καθεστηκυίων ιδεολογημάτων περί πολυπολιτισμικής κοινωνίας.
Οι σημερινές ηγεσίες δεν αντιλαμβάνονται το πραγματικό διακύβευμα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του προβλήματος είναι ο δήμος του Μόλενμπεεκ, που θεωρείται η κοιτίδα του ισλαμικού φοντεμαντελισμού στο Βέλγιο. Στις δημοτικές εκλογές του 1994 κατεγράφη στον θεωρούμενο αριστερό δήμο για πρώτη φορά ισχυρό ποσοστό του περιθωριακού ξενοφοβικού κόμματος «Εθνικό Μέτωπο». Έκτοτε η περιοχή κατοικήθηκε σχεδόν αποκλειστικώς από μουσουλμάνους μετανάστες. Οι γυναίκες κυκλοφορούν καλυμμένες με μαντήλες και στα σχολεία αγόρια και κορίτσια γυμνάζονται χωριστά. Οι παλαιοί κάτοικοι έχουν φύγει. Αυτή είναι η πραγματικότητα που υπάρχει σε πολλές περιοχές της Ευρώπης: στο Rinkeby στη Σουηδία, στο Neukoln στο Βερολίνο, στον Άγιο Παντελεήμονα στην Αθήνα.
Αυτός είναι και ο μεγάλος κίνδυνος από τον πόλεμο κατά του ισλαμικού φονταμενταλισμού. Ο πόλεμος δεν επικεντρώνεται στη Συρία ή στην ασφάλεια και παρακολούθηση υπόπτων στην Ευρώπη. Αυτά είναι απλώς τα σημεία αιχμής. Όπου εκδηλώνεται η τρομοκρατία. Στην πραγματικότητα ο ευρωπαϊκός τρόπος ζωής κινδυνεύει περισσότερο από ανθρώπους που δεν δέχονται να ενσωματωθούν στις δυτικές κοινωνίες και επιμένουν να μεταφέρουν την ισλαμική μισαλλοδοξία και τον κόσμο τους στην Ευρώπη. Εάν δεν αντιμετωπισθούν αυτοί, τον πόλεμο θα τον χάσει η Ευρώπη. Κερδισμένα θα βγουν τα ακροδεξιά και ξενοφοβικά κόμματα που εκφράζουν ενός άλλου είδους μισαλλοδοξία, αντίστροφη εκείνων που τινάχθηκαν στον αέρα στη Βαρκελώνη πριν από μερικές ημέρες.
* Αναπληρωτής καθηγητής διεθνούς δικαίου & εξωτερικής πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο




