ΚΙΝΔΥΝΟΣ Η ΚΥΠΡΟΣ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΕΙ, ΜΕΤΑ ΤΗ ΛΥΣΗ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ
Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΔΕΝ ΔΙΕΚΔΙΚΕΙ ΤΥΧΑΙΩΣ ΙΣΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ ΥΠΗΚΟΟΥΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΣΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΝΗΣΙ. ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΛΥΣΕΩΣ, ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΟΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΘΑ ΜΠΟΡΕΣΟΥΝ ΝΑ ΕΠΕΝΔΥΣΟΥΝ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΠΡΟ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΥΤΟΕΞΑΙΡΟΥΝΤΑΙ ΣΗΜΕΡΑ
Η ανάπτυξη των κατεχόμενων περιοχών έχει βασισθεί στη χρηματοδότηση από τις κλεμμένες περιουσίες. Όπως γίνεται σε κάθε πόλεμο, η μεγαλύτερη πηγή αντλήσεως πλούτου για τους κατακτητές (Τουρκοκυπρίους και Τούρκους) είναι ο πλούτος που συγκροτούν οι παρατημένες περιουσίες (των Ελληνοκυπρίων) στις κατεχόμενες περιοχές. Στην περίπτωση της Κύπρου, η κινητή περιουσία λεηλατήθηκε τις αμέσως επόμενες εβδομάδες της εισβολής
Ένα από τα επιχειρήματα που ακούγονται για την ανάγκη να βρεθεί κάποια -η όποια- λύση στο Κυπριακό είναι η οικονομική ανάπτυξη που θα ακολουθήσει. Υποτίθεται ότι θα είναι τόσο εκρηκτική, που θα παρασύρει μαζί της τις εθνοτικές ή άλλες διαφορές, τις καχυποψίες και την έλλειψη εμπιστοσύνης. Υπάρχει μία ολόκληρη σχολή σκέψεως πίσω από αυτό το επιχείρημα. Συμπυκνώνεται στη φράση: «Eάν θέλεις ειρήνη, δώσε ώθηση στο εμπόριο». Θεωρητικώς, η αύξηση του εμπορίου διευκολύνει την επίλυση άλλων πολιτικών διαφορών.
Βεβαίως στην πράξη τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αυτό αποδεικνύεται από το κλασικό παράδειγμα της πΓΔΜ. Η Ελλάδα ήδη από τη δεκαετία του 1990 κατέχει σταθερά την πρώτη θέση στις άμεσες επενδύσεις στη γειτονική χώρα και είναι κορυφαίος εμπορικός της εταίρος. Η οικονομική εξάρτηση της πΓΔΜ από την Ελλάδα δεν επέτρεψε στην τελευταία να πείσει (πολλώ δε μάλλον να πειθαναγκάσει) την ηγεσία των Σκοπίων να αλλάξει τη στάση της στο θέμα της ονομασίας. Περίπου αντίστοιχη είναι η κατάσταση στις ελληνοαλβανικές σχέσεις. Η Ελλάδα είναι ο δεύτερος κατά σειρά σπουδαιότητας οικονομικός εταίρος της Αλβανίας. Επιπλέον, τα μεταναστευτικά εμβάσματα των εκατοντάδων χιλιάδων Αλβανών που εργάζονται στην Ελλάδα αποτελούν σημαντικό ποσοστό του αλβανικού Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ). Παρ’ όλα αυτά, οι διμερείς πολιτικές σχέσεις δεν θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως ανθηρές.
Στην Κύπρο τα πράγματα είναι διαφορετικά, διότι υπάρχουν κάποια πρόσθετα επιβαρυντικά στοιχεία. Το βασικότερο είναι ότι η ανάπτυξη των κατεχόμενων περιοχών έχει βασισθεί στη χρηματοδότηση από τις κλεμμένες περιουσίες. Όπως γίνεται σε κάθε πόλεμο, η μεγαλύτερη πηγή αντλήσεως πλούτου για τους κατακτητές (Τουρκοκυπρίους και Τούρκους) είναι ο πλούτος που συγκροτούν οι παρατημένες περιουσίες (των Ελληνοκυπρίων) στις κατεχόμενες περιοχές. Στην περίπτωση της Κύπρου, η κινητή περιουσία λεηλατήθηκε τις αμέσως επόμενες εβδομάδες της εισβολής.
Τα ακίνητα, κτήματα και κτήρια, εξακολουθούν μέχρι σήμερα να προσφέρουν προσόδους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η προσπάθεια που έγινε το 1975 να δημιουργηθεί ένας βιομηχανικός πυρήνας από εργοστασιακές μονάδες και κέντρα διανομής προϊόντων που εγκατέλειψαν οι Ελληνοκύπριοι στη βιομηχανική ζώνη της Λευκωσίας. Η προσπάθεια συνεχίσθηκε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980.
Κατέρρευσε, λόγω της αφειδούς χρηματικής βοήθειας που έφθανε από την Τουρκία. Δημιουργήθηκε ένας υπερδιογκωμένος (και παρασιτικός) «δημόσιος» τομέας, που βασιζόταν στη γενναία επιδότηση της οικονομίας των κατεχομένων από την Άγκυρα. Δεν χρειαζόταν κάποιος να επενδύει. Κατά συνέπειαν και για αρκετά χρόνια δεν υπήρξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη της ακίνητης περιουσίας των Ελληνοκυπρίων.
Η εκ νέου εκμετάλλευση των ελληνοκυπριακών περιουσίων ξανάρχισε μετά το 2002, όταν το κυβερνών ισλαμικό κόμμα της Τουρκίας άρχισε να περιορίζει τη χρηματοδότηση των κατεχομένων. Έκτοτε είναι σε πλήρη εξέλιξη η τουριστική, κυρίως, ανάπτυξη των κλεμμένων περιουσιών. Δεν είναι τυχαίον ότι στις διαπραγματεύσεις η τουρκική πλευρά αρνείται διαρρήδην να συζητήσει για επιστροφή περιοχών με θαλάσσιο μέτωπο. Γνωρίζουν ότι η ανάπτυξη γίνεται πρωτίστως πάνω στη θάλασσα. Εκεί γίνονται τα ξενοδοχεία, οι μαρίνες, εκεί δημιουργούνται τα λιμάνια απ’ όπου διακινούνται τα προϊόντα, εκεί παράγεται πλούτος, αυτές τις περιοχές θέλουν να κρατήσουν.
Τουρκικοί κατασκευαστικοί γίγαντες
Ας υποθέσουμε, όμως, ότι λύνεται αυτό, όπως και όλα τα άλλα προβλήματα, με τις εγγυήσεις, την ασφάλεια, την επιστροφή των προσφύγων και τις περιουσίες και τα πράγματα είναι έτοιμα για την περίφημη οικονομική ανάπτυξη. Ποιες εταιρείες θα αναλάβουν να σπρώξουν την Κύπρο στη νέα οικονομική εποχή; Μία ματιά στον κατάλογο των μεγαλύτερων κατασκευαστικών εταιρειών παγκοσμίως δίνει την απάντηση. Στις πρώτες 250 κατασκευαστικές εταιρείες περιλαμβάνονται 41 τουρκικές, 2 ελληνικές και καμία κυπριακή. Οι συγκεκριμένες τουρκικές εταιρείες διαχειρίζονται τον δεύτερο μετά την Κίνα όγκο κατασκευαστικών έργων στον κόσμο. Αυτή είναι η παγκόσμια κατάσταση στον κατασκευαστικό τομέα τα τελευταία εννέα συνεχή χρόνια. Πιστεύει κανείς ειλικρινά ότι θα μπορέσουν να υπάρξουν εταιρείες από την Κύπρο που θα ανταγωνισθούν τα τουρκικά μεγαθήρια;
Η ίδια κατάσταση ισχύει και στον χώρο του τουρισμού. Η Τουρκία δεν διεκδικεί τυχαίως ίσα δικαιώματα για τους Τούρκους υπηκόους στην οικονομική δραστηριότητα σε ολόκληρο το νησί. Σε περίπτωση λύσεως, αυτό σημαίνει ότι οι τουριστικές εταιρείες της Τουρκίας θα μπορέσουν να επενδύσουν και στην ελεύθερη Κύπρο, από την οποία αυτοεξαιρούνται σήμερα. Τα μεγέθη και πάλι είναι συντριπτικά. Στην Τουρκία υπάρχουν μονάδες που το 2014 (έτος ρεκόρ) υποδέχθηκαν 45.000.000 επισκέπτες. Το 44% των μεγάλων τουρκικών ξενοδοχειακών μονάδων είναι μικρότερο των 10 ετών, κατατάσσοντας τη χώρα πρώτη σε όλη τη Μεσόγειο. Είναι προφανές ότι δεν υπάρχει περιθώριο συγκρίσεων με τις κυπριακές τουριστικές επιχειρήσεις, οι οποίες θα βρεθούν αντιμέτωπες με εταιρείες γίγαντες.
Σε άλλο άρθρο αναλύθηκαν τα νέα κοινωνικά δεδομένα του Κυπριακού, που συνήθως αγνοούνται. Τα οικονομικά δεδομένα γύρω από τη λύση του Κυπριακού είναι ένας ακόμη παράγοντας, στον οποίο οι προσλήψεις προέρχονται από άλλη εποχή. Εάν δεν ληφθούν υπ’ όψιν οι νέες συνθήκες στις οποίες θα κληθεί να λειτουργήσει το νέο κυπριακό κράτος, θα το καταστήσουν εν τοις πράγμασι οικονομική επαρχία της Τουρκίας.
ΑΓΓΕΛΟΣ Μ. ΣΥΡΙΓΟΣ
Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής,
Πάντειο Πανεπιστήμιο




