ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΟΠΛΙΣΜΕΝΟΙ «ΓΚΡΙΖΟΙ ΛΥΚΟΙ» ΠΕΡΙΦΕΡΟΝΤΑΝ ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΑΙΜΑ

ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΕΘΝΙΚΙΣΤΕΣ ΔΕΝ ΔΙΣΤΑΣΑΝ ΝΑ ΑΦΑΙΡΕΣΟΥΝ ΑΝΗΛΕΩΣ ΤΗ ΖΩΗ ΑΠΟ ΔΥΟ ΝΕΑΡΟΥΣ ΕΛΛΗΝΟΚΥΠΡΙΟΥΣ, ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΔΕΙΞΟΥΝ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ «ΚΥΡΙΑΡΧΟΙ» ΣΤΟΝ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΒΟΡΡΑ…

Το «φονικό τελετουργικό» στη Δερύνεια προετοιμάστηκε με τη συνέργεια κράτους, βαθέος κράτους και «γκρίζων λύκων», οι οποίοι μεταφέρθηκαν στο νησί σε μεγάλους αριθμούς προκειμένου να «αποτρέψουν» τους Ελληνοκύπριους διαδηλωτές


Εκείνο το καλοκαίρι δεν μας συνέτριψε μόνο ο αδόκητος χαμός του δολοφονημένου Kutlu Adal?. Οι ωμές βιαιότητες που διαπράχθηκαν διαδοχικά ενέγραψαν τον ξανθό και ζεστό Αύγουστο του 1996 στις μελανές σελίδες της κυπριακής ιστορίας. Οι αντικατοχικές διαδηλώσεις των Ελληνοκυπρίων κατέληξαν στον φρικτό θάνατο δύο νέων ανθρώπων. Μετά από ένα διάστημα έντονης προετοιμασίας και υψηλών εθνικιστικών τόνων, οι μοτοσικλετιστές κινητοποιήθηκαν στις 11 Αυγούστου.

Κωφεύοντας στις προειδοποιήσεις της πολιτικής ηγεσίας παρέκαμψαν τους κυανόκρανους και εισερχόμενοι στη νεκρή ζώνη προχώρησαν προς τους στρατιώτες, τους αστυνομικούς και τους «πάνοπλους πολίτες». Οι στιγμές αυτές με βρήκαν στα τηλεοπτικά στούντιο του «Σίγμα», όπου κλήθηκα να αξιολογήσω τις διαδηλώσεις και να συζητήσω τις προοπτικές λύσης στην Κύπρο. Μολονότι η ένταση κλιμακώθηκε για τα καλά όταν οι Ελληνοκύπριοι άρχισαν να βαδίζουν προς τους Τούρκους που τους ανέμεναν με το χέρι στη σκανδάλη, άπαντες φρονούσαν ότι οι διαδηλώσεις θα λήξουν αναίμακτα.

Η τραγική εξέλιξη θα διέψευδε κάθε πρόβλεψη. Μια ομάδα Ελληνοκυπρίων, αφού πρώτα προχώρησε φτάνοντας μιαν ανάσα από τους Τούρκους, εγκλωβίστηκε στα συρματοπλέγματα καθώς επέστρεφε τρέχοντας. Τότε, άνθρωποι που τους κυνήγησαν οπλισμένοι με ρόπαλα άρχισαν να τους χτυπούν μέχρι θανάτου. Εκτυλισσόταν μια σκηνή φρίκης με έναν νεαρό άνθρωπο εγκλωβισμένο στα σύρματα σαν λαγό να λιντσάρεται λυσσαλέα. Η φρικαλεότητα μεταδιδόταν ζωντανά από την τηλεόραση. Η ατμόσφαιρα στο στούντιο του «Σίγμα» πάγωσε και οι παρευρισκόμενοι πετρώσαμε. Ο Τάσος Ισαάκ κατακομματιαζόταν μπροστά στα μάτια μας…

Ακολούθησε η κηδεία του Τάσου τρεις μέρες μετά. Πέρασε μέσα σε βαθιά σιωπή και μαύρη θλίψη ως η τραγική κατάληξη ενός απροσδόκητου και φρικαλέου σκηνικού, σαν αλάτι που έξυνε τις πληγές των Ελληνοκυπρίων. Ο Σολωμός Σολωμού, συγγενικό πρόσωπο του Τάσου, μετά την κηδεία έφτασε στη βόρεια άκρη της νεκρής ζώνης και με το τσιγάρο στα χείλη άρχισε να σκαρφαλώνει στον ιστό όπου κυμάτιζε η τουρκική σημαία. Η τραγική σκηνή μεταδόθηκε ζωντανά σε παγκόσμια τηλεοπτική μετάδοση. Καθώς ανέβαινε στον ιστό άρχισε ξαφνικά να κατολισθαίνει και να πέφτει στο έδαφος. Ο νεαρός άνδρας σωριάστηκε σαν πουλί λαβωμένος από τουρκική σφαίρα. Οι Τούρκοι εθνικιστές δεν δίστασαν να αφαιρέσουν ανηλεώς τη ζωή από δύο νεαρούς Ελληνοκύπριους, προκειμένου να δείξουν στον κόσμο ότι είναι «κυρίαρχοι» στον κυπριακό Βορρά…

«Πρόκειται για μια ιδιαίτερη μέρα»

Με την παρέλευση κάποιου διαστήματος ο Έλληνας Πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης κατέφτασε στο νησί για να συμπαρασταθεί στον ελληνοκυπριακό πόνο. Σαν απάντηση, το νησί επισκέφθηκε εσπευσμένα και η Τουρκάλα πρωθυπουργός Tansu ?iller, γνωστή για την εμπλοκή της σε πλήθος σκοτεινών συνδιαλλαγών. Τα μάτια της φλόγιζαν και από το στόμα της ανάβλυζε μίσος: «Κόβονται τα χέρια όσων απλώνουν χέρι στη σημαία…».

Η Τουρκάλα πρωθυπουργός, δοσμένη πλήρως στον ρόλο της «Σιδηράς Κυρίας», δεν έφερε αντιρρήσεις στη δικαίωση της βίας και στην απαλλαγή των δολοφόνων: «Ήταν ήρωες που δέχθηκαν σφαίρες και έριξαν σφαίρες». Η πρωθυπουργική της θητεία είναι στιγματισμένη ως μια από τις ζοφερότερες περιόδους της τουρκικής ιστορίας. Τότε διαπράττονταν δολοφονίες από «δράστες φαντάσματα» και το κράτος διαπλεκόταν με το βαθύ κράτος και την εθνικιστική μαφία.

Θύματα της βαναυσότητας υπήρξαν και οι Κούρδοι. Το «φονικό τελετουργικό» στη Δερύνεια προετοιμάστηκε με τη συνέργεια κράτους, βαθέος κράτους και «γκρίζων λύκων», οι οποίοι μεταφέρθηκαν στο νησί σε μεγάλους αριθμούς προκειμένου να «αποτρέψουν» τους Ελληνοκύπριους διαδηλωτές. Οι δημοσιογράφοι που συγκεντρώθηκαν την 11η Αυγούστου μπροστά στο Τουρκοκυπριακό Γραφείο Τύπου είχαν προειδοποιηθεί: «Πρόκειται για μια ιδιαίτερη μέρα. Σήμερα δεν μπορείτε να γράψετε ούτε να φωτογραφίσετε όλα όσα βλέπετε. Μην ξεχνάτε, έχουμε σημειωμένα τα ονόματά σας».

Το πλήρες περιεχόμενο των προειδοποιήσεων θα το αντιλαμβάνονταν κατά τη μετάβασή τους στον χώρο των διαδηλώσεων. Χιλιάδες οπλισμένοι με ρόπαλα και κυνηγετικά όπλα «γκρίζοι λύκοι» κράδαιναν τη σημαία με τις τρεις ημισελήνους και περιφέρονταν στη γραμμή καταπαύσεως του πυρός ψάχνοντας για αίμα. «Τι γίνεται; Κυνήγι έχει σήμερα;», ρώτησε ένας δημοσιογράφος που τους πλησίασε, για να λάβει μιαν απάντηση ενδεικτική των προθέσεών τους: «Σήμερα το κυνήγι είναι ελεύθερο παντού…».

«Αρχηγέ Denktas»

Το χειρότερο όλων ήταν αυτό που ακολούθησε την άνανδρη δολοφονία του Τάσου. Οι «κουρασμένοι απ’ το κυνήγι» «γκρίζοι λύκοι» φιλοξενήθηκαν στο «προεδρικό μέγαρο» για να κεραστούν μια λεμονάδα και να δροσιστούν. Με ένα τελετουργικό κοινότοπου φασισμού κραύγαζαν «Αρχηγέ Denktas» και ο Τουρκοκύπριος ηγέτης σε δήλωσή του στον Τύπο θα έλεγε: «Εμείς τα εδάφη μας δεν σας τα δίνουμε».

Μόνο κάποιος θρασύδειλος όπως ο Denktas θα ξεστόμιζε αυτήν την πρόταση, καθότι η έκφραση «αυτά είναι δικά μου», για μέρη ανθρώπων που διώχθηκαν με τα όπλα, μαρτυρεί ανηθικότητα και μηδενική σχέση με τον νόμο και την ιστορία. Ή προδίδει την άρνηση να αποδεχθεί κανείς ότι και οι άλλοι είναι άνθρωποι… Το παράδειγμα του Denktas συνάδει με αυτές τις νοοτροπίες. Γι’ αυτόν τα εδάφη της βόρειας Κύπρου ήταν «πολιτικά σύνορα» ενός κράτους που διοικούσαν οι Τούρκοι για τους Τούρκους. Για τους Τάσο Ισαάκ και Σολωμό Σολωμού ήταν απλά «ενθύμια».

«Έσιει τίποτε, ρε;»

Προσωπικά, το μόνο που κατάφερα να πράξω ήταν να υποφέρω μέσα στην ηθική κατάρρευση, την απελπισία και την ντροπή. Πήρα την πένα μου και έγραψα ένα κείμενο με την υπογραφή «Μουσταφά Γιασεμής» για το περιοδικό Soz που εκδιδόταν τότε στην Κωνσταντινούπολη. Όπως και στην περίπτωση ενός άλλου κειμένου για τον Kutlu Adali, χρησιμοποίησα ψευδώνυμο λόγω του φόβου:

«Για τον Denktas δεν υπάρχει ζήτημα ειρήνης. Στο μυαλό του Denktas ο διωγμός 180 χιλιάδων Ελληνοκυπρίων από τη βόρεια Κύπρο και η απαγόρευση να επανέλθουν δεν αποτελούν πραγματικότητες που αντιτίθενται στην ειρήνη. Γι’ αυτό και κάθε 20ή Ιουλίου γιορτάζει και κάθε μέρα από εκείνο το καλοκαίρι του 1974 και μετά είναι γι’ αυτόν μια γιορτή. Δεν είναι όμως Γιορτή της Ειρήνης αλλά Γιορτή του Πολέμου.

»Ο πόλεμος αποθεώνεται και όχι η ειρήνη. Στους ανθρώπους που ρωτούν για τους αγνοούμενους και απαιτούν “αν μη τι άλλο τα φέρετρά τους”, σε όσους ζητούν “τουλάχιστον να επιτραπούν οι επισκέψεις στους πρόσφυγες που διώχθηκαν από τους τόπους τους” απαντά “το Κυπριακό Πρόβλημα έχει τελειώσει”, αναπαράγοντας τη ρητορική του πολέμου. Είναι λες και παραληρεί o πιωμένος νταής της γειτονιάς: “Έσιει τίποτε, ρε; Είντα με ζαοθωρείς;”. Χιλιάδες Ελληνοκύπριοι απαντώντας “Έσιει, ρε!” πήραν τις μοτοσικλέτες τους και κατευθύνθηκαν προς τη γραμμή καταπαύσεως του πυρός…».