ΤΟ ΑΝΩΤΑΤΟ ΑΠΕΡΡΙΨΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑ ΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΥΛΑΚΙΣΗ

«Η παράλληλη υιοθέτηση των δύο ένδικων μέσων, της έφεσης και της αίτησης (Habeas Corpus), για την επιδίωξη όμοιου σκοπού, δηλαδή την απελευθέρωση του αιτητή, συνιστά κατάχρηση διαδικασίας», αποφάνθηκε το δικαστήριο

Δεν δικαιολογείται η έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus, αποφάνθηκε το δικαστήριο, προσθέτοντας ότι η νομιμότητα της καταδίκης και ποινής του καταδικασθέντος τέως Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, μπορεί να αμφισβητηθεί με το ένδικο μέσο της έφεσης

Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε χθες την αίτηση που καταχώρισε ενώπιόν του ο Ρίκκος Ερωτοκρίτου για έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus, με το οποίο επεδίωκε την άμεση αποφυλάκισή του.

Ο καταδικασθείς τέως Βοηθός Γενικού Εισαγγελέως, με την αίτησή του, ζητούσε τον έλεγχο της νομιμότητας της κράτησής του και την άμεση απελευθέρωσή του, στη βάση ισχυρισμού ότι η διαδικασία που διεξήχθη ενώπιον του Κακουργιοδικείου ήταν άκυρη και παράνομη εξ υπαρχής. Σημειώνεται ότι ο Ρίκκος Ερωτοκρίτου έχει καταχωρίσει και έφεση εναντίον της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης, την οποία θα εξετάσει το Ανώτατο σε ξεχωριστή διαδικασία.

Η θέση του αιτητή

Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματος του τέως Βοηθού Γ. Εισαγγελέα για έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus, η θέση του αιτητή, σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου, την οποία μετέδωσε χθες το ΚΥΠΕ, συνοψίζεται στο ότι εφόσον κατά τον χρόνο έναρξης της ποινικής δίωξης εναντίον του κατείχε το αξίωμα του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, μέχρι την παύση του από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας υπηρετούσε «υφ' ους όρους οι δικασταί του Ανωτάτου Δικαστηρίου».

Συνεπώς, προστίθεται, ετύγχαναν εφαρμογής στην περίπτωσή του οι πρόνοιες του άρθρου 15 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ειδικά του Άρθρου 112, στη βάση των οποίων απολάμβανε «πλήρους ασυλίας». Το Δικαστήριο σημειώνει στην απόφασή του ότι τέτοια εισήγηση δεν έγινε ενώπιον του Κακουργιοδικείου.

Όπως αναφέρεται, δεν αμφισβητείται από την πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα ότι ο Ρίκκος Ερωτοκρίτου κατείχε το αξίωμα του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα καθ'ον χρόνον ο ίδιος αναφέρει. Θεωρούν, όμως, ότι η κράτησή του είναι νόμιμη εφόσον ερείδεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου, το οποίο ενήργησε καθ'όλα νόμιμα, όσον αφορά την αρμοδιότητα και τη δικαιοδοσία του. Αναφορικά με το άρθρο 15 του Ποινικού Κώδικα, ισχυρίζονται ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση του αιτητή.

Ο Γενικός Εισαγγελέας στην ένστασή του αναφέρει επίσης ότι «δεν χωρεί έκδοση προνομιακού εντάλματος φύσεως Habeas Corpus, γιατί ο Αιτητής εκτίει ποινή που επιβλήθηκε νόμιμα, μετά την καταδίκη του από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας και εισηγείται ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να αναθεωρήσει την απόφαση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας καθ' ότι το προνομιακό ένταλμα habeas corpus δεν χορηγείται σε πρόσωπα που καταδικάζονται δυνάμει κατηγορητηρίου αλλά ούτε για αναθεώρηση δικαστικών αποφάσεων».

Η θέση του δικαστηρίου

Συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή, σύμφωνα με την απόφαση, «ότι η δικαιοδοσία για την έκδοση εντάλματος habeas corpus ασκείται μόνο στις περιπτώσεις που στοιχειοθετείται παράνομη κράτηση ή φυλάκιση. Η εμβέλεια και το δικαιοδοτικό πεδίο του εντάλματος δεν είναι απεριόριστο».

Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι «σταθερή δε είναι η νομολογία μας στη διακήρυξη ότι δεν είναι δυνατός ο έλεγχος της νομιμότητας δικαστικής απόφασης είτε του Κακουργιοδικείου είτε του Εφετείου στο πλαίσιο του προνομιακού εντάλματος habeas corpus».

Εν προκειμένω, προσθέτει, «ο αιτητής έχει καταδικασθεί και εκτίει ποινή φυλάκισης, η οποία του επιβλήθηκε από αρμόδιο Δικαστήριο, με δεδομένο ότι στη δικαιοδοσία του Κακουργιοδικείου εμπίπτουν υποθέσεις του αυτού είδους με την υπόθεση στην οποία ο αιτητής κρίθηκε ένοχος.

»Η απελευθέρωση του αιτητή περνά μέσα από την ανατροπή της καταδικαστικής απόφασης του Κακουργιοδικείου, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται και να είναι ισχυρή, γεγονός το οποίο αυτοτελώς, σύμφωνα με την ανωτέρω δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο νομολογία της Ολομέλειας, σφραγίζει την τύχη της αίτησης, αφού δεν χωρεί έκδοση προνομιακού εντάλματος habeas corpus προς έλεγχο της νομιμότητας της εν λόγω απόφασης», σημειώνει.

Βέβαια, συνεχίζει, «η νομιμότητα της καταδίκης και της επιβληθείσας στον αιτητή ποινής μπορεί να αμφισβητηθεί αποτελεσματικά με το ένδικο μέσο της έφεσης, δικαίωμα που ο αιτητής έχει ήδη ασκήσει με την καταχώριση, στις 7.3.2017, σχετικής ειδοποίησης, δηλαδή πριν από την καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης.

»Η παράλληλη, όμως, υιοθέτηση των δύο ένδικων μέσων, της έφεσης και της αίτησης, για την επιδίωξη όμοιου σκοπού, δηλαδή την απελευθέρωση του αιτητή, συνιστά κατάχρηση διαδικασίας, καθιστώντας την αίτηση απορριπτέα και γι' αυτόν τον λόγο. Ενόψει της κατάληξής μου δεν θεωρώ απαραίτητο να ασχοληθώ με τα αλλά θέματα που εγείρονται με την αίτηση και την ένσταση. Η αίτηση απορρίπτεται. Δεν εκδίδεται διαταγή για έξοδα», καταλήγει το Δικαστήριο.