Είναι γεγονός πως ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μετά το ανεπιτυχές πραξικόπημα εις βάρος του, της 15ης του περασμένου Ιουλίου, πραγματοποίησε ένα εντυπωσιακό πρωταγωνιστικό come back στην πολιτική, διεκδικώντας την κυριαρχία σε όλα τα επίπεδα των δομών εξουσίας του τουρκικού κράτους και όχι μόνον

Η Τουρκία επιχειρεί για πολλοστή φορά να εξαγάγει προς την κατεύθυνση της Ελλάδος και δη προς το Αιγαίο την ισχυρή εσωτερική κοινωνική, οικονομική και εθνική κρίση που λαμβάνει χώραν στο έδαφός της, ιδιαιτέρως εσχάτως, κρίση που απειλεί το κράτος με διάσπαση. Η πολυεπίπεδη κρίση που υφίσταται παραπέμπει αφενός μεν στη μόνιμη εθνική απειλή του Κουρδικού ζητήματος, το οποίο σε συνάρτηση με τη Συρία και το Ιράκ, στοχεύει στη δημιουργία ενός εθνικού κουρδικού κράτους στο τρίγωνο Ιράκ, Συρία, Τουρκία. Αφετέρου παραπέμπει στην επίθεση που βρίσκεται σε εξέλιξη σε χώρες της Μέσης Ανατολής και στην Τουρκία από το πολιτικό Ισλάμ και τη διεκδίκησή του να ανατρέψει υφιστάμενες κοσμικές ή άλλες πολιτειακές δομές στην περιοχή, καθώς και θεσμούς δημοκρατικών αντιπολιτευτικών δυνάμεων, οι οποίοι οργανώνουν την αντεπίθεσή τους απέναντι στον ερντογανικό δεσποτικό αυταρχισμό.

Είναι γεγονός πως ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μετά το ανεπιτυχές πραξικόπημα εις βάρος του, της 15ης του περασμένου Ιουλίου, πραγματοποίησε ένα εντυπωσιακό πρωταγωνιστικό come back στην πολιτική, διεκδικώντας την κυριαρχία σε όλα τα επίπεδα των δομών εξουσίας του τουρκικού κράτους και όχι μόνον. Ο Ερντογάν, αφού εκτόπισε τους κεμαλιστές και τις δομές τους, αφού διέγραψε την οποιαδήποτε δυνατότητα αντιπολιτευτικής εμφάνισης άλλων δυνάμεων, κυρίως του δημοκρατικού χώρου, χρησιμοποιώντας αυταρχικές και ανεπίτρεπτες για κράτος δικαίου μεθόδους, δηλαδή συλλήβδην φυλακίσεις και απαγορεύσεις λειτουργίας αντιπάλων φωνών, επιχειρεί να παραμείνει μόνος και ανενόχλητος στην πολιτική σκηνή του τουρκικού γίγνεσθαι εν γένει.

Οι μόνες αντίπαλες δυνάμεις, που υφίστανται στον τουρκικό πολιτικό χώρο, υπαρκτές και εξαιρετικά απειλητικές για τις φιλοδοξίες του Ερντογάν, εμφανίζονται να είναι οι ισλαμικές πολιτικές κινήσεις, οι οποίες πλήττουν εν γένει τη Μέση Ανατολή, και φυσικά, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, το Κουρδικό Ζήτημα. Το τελευταίο παραμένει μόνιμη απειλή για την ενότητα και το αδιαίρετο του τουρκικού κράτους.

Το πρόβλημα που απασχολεί τους αναλυτές στην Ευρώπη και αλλού εν προκειμένω συνίσταται στο τι επιλέγει κανείς από αυτό που εκδηλώνεται στην Τουρκία ως πολιτική αντιπαλότητα, το πολιτικό Ισλάμ ή τον Ερντογανικό αυταρχισμό; Διότι, δυστυχώς, οι όποιες κεμαλικές, πολύ περισσότερο δημοκρατικές δυνάμεις πήγαν να εμφανιστούν, οδηγήθηκαν ή στην φυλακή ή σε απαγόρευση. Σήμερα, οι επιλογές περιορίζονται μεταξύ της Σκύλλας και της Χάρυβδης. Γεγονός είναι πως το ερντογανικό καθεστώς είναι εξαιρετικά ασταθές, η Τουρκία προώρισται το επόμενο χρονικό διάστημα να οδηγείται σε μια κλιμακούμενη εσωτερική κρίση, που φτάνει στα όρια της επιβίωσης του κράτους.

Ενόψει τούτου, διερωτάται κανείς εάν η Αθήνα και η Λευκωσία έχουν λάβει υπ' όψιν τους αυτές τις εξελίξεις. Η Αθήνα αφενός για να οργανώσει την άμυνά της για ένα ισχυρό προσφυγικό κύμα που θα καταφθάνει στο Αιγαίο, το οποίο για να αντιμετωπιστεί πρέπει να υπάρξει πανευρωπαϊκή συνεννόηση, προκειμένου η Ελλάδα να μη μετατραπεί σε αποθήκη ψυχών. Επομένως, η Ελλάδα καθίσταται μοιραίως αποδέκτης της εσωτερικής κρίσης της Τουρκίας, η οποία εκδηλώνεται με τη διοχέτευση μετακινούμενων πληθυσμιακών ομάδων, προσφύγων και μη, από τη Μέση Ανατολή μέσω Τουρκίας στο Αιγαίο και από την Ελλάδα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η Λευκωσία πρέπει να λάβει υπ' όψιν της τις εσωτερικές εξελίξεις στην Τουρκία και να μη βιάζεται για την επίλυση του Κυπριακού Προβλήματος, αφού ο εταίρος, εν προκειμένω, της Κύπρου στην όποια επίλυση επέλθει, δεν θα είναι οι Τουρκοκύπριοι, αλλά η Άγκυρα.

Εν τω μεταξύ, η τουρκική ηγεσία ανησυχεί τα μάλα από την αυξανόμενη μαχητική δράση των Κούρδων, τακτικών και ανταρτικών στρατιωτικών μονάδων, οι οποίες, υποστηριζόμενες εμμέσως ή αμέσως από τις ΗΠΑ και τη Ρωσία, επιχειρούν να εδραιώσουν την παρουσία τους στην ευρύτερη περιοχή μεταξύ Συρίας και Τουρκίας, διαδραματίζοντας έναν σημαντικό ρόλο εκπροσώπησης άτυπης, πλην εμφανούς, του διεθνούς παράγοντα και εν προκειμένω των ΗΠΑ στη φλεγόμενη συριακή ζώνη, μια κουρδική ενισχυμένη παρουσία που προκαλεί πονοκέφαλο στην Άγκυρα και δημιουργεί τριβές μεταξύ Άγκυρας και Ουάσιγκτον. Τέλος, δεν είναι τυχαίο που ο Αμερικανός Πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, παρενέβη με δηλώσεις του στο Κουρδικό Ζήτημα, στηρίζοντας την κουρδική υπόθεση για ανεξάρτητο κράτος, πράγμα που επηρέασε και τις τουρκικές αντιδράσεις μιας δυναμικής άσκησης κυριαρχίας, που αποσκοπεί στην υπεράσπιση αυτού που η Άγκυρα φοβάται ότι χάνει.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία
Πάντειο Πανεπιστήμιο