ΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΑΝΕΙ Ο ΝΙΚΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ ΕΝΟΨΕΙ ΠΡΟΕΔΡΙΚΩΝ
Είναι σαφές ότι η οικονομία μας ακόμη δεν «σηκώνει» την ικανοποίηση όλων των αιτημάτων, με αποτέλεσμα να πρέπει ο Πρόεδρος να κάνει κάποιες επιλογές. Και η ιεράρχηση που θα γίνει αναπόφευκτα θα αφήσει «νικητές» και «ηττημένους», με ανάλογη αντανάκλαση και στην κάλπη
Οι αριθμοί που προκύπτουν από τη μεγάλη δημοσκόπηση της «Σημερινής» είναι απογοητευτικοί και πρέπει με κάποιον τρόπο να «διορθωθούν», ενόσω ο Πρόεδρος Αναστασιάδης ξαναβαδίζει τον δρόμο προς την κάλπη
Η δημοσκόπηση που παρουσίασε η «Σημερινή» την Τρίτη που μας πέρασε, με αφορμή τα τέσσερα χρόνια του Νίκου Αναστασιάδη στην εξουσία, ήταν αρκούντως κατατοπιστική. Μόνο το 2% των πολιτών δηλώνουν πολύ ικανοποιημένοι από την απόδοση της Κυβέρνησης στον τομέα της εσωτερικής διακυβέρνησης, ενώ άλλο 29% αναφέρουν πως είναι αρκετά ικανοποιημένοι. Ο υψηλός βαθμός ικανοποίησης στον τομέα αυτό, δηλαδή, βρίσκεται μόλις στο 34%. Αντίστοιχα είναι τα ποσοστά και για το Κυπριακό, όπου 10% είναι πολύ ικανοποιημένοι και 25% αρκετά. Απογοητευτικοί αριθμοί, οι οποίοι πρέπει με κάποιον τρόπο να «διορθωθούν», ενόσω ο Πρόεδρος Αναστασιάδης ξαναβαδίζει τον δρόμο προς την κάλπη.
Δίκοπο μαχαίρι το Κυπριακό
Στο Κυπριακό η κατάσταση είναι δύσκολη. Οι πληροφορίες των τελευταίων μηνών έλεγαν πως η στρατηγική του Προέδρου ήταν, παρά τα πολλαπλά προβλήματα, να κρατηθεί ο διάλογος ζωντανός, ακόμα και χωρίς να σημειώνεται πρόοδος, ώστε να αποτελέσει προεκλογική «γέφυρα» ανάμεσα στην πρώτη πενταετία και τη δεύτερη που διεκδικεί. Στην ουσία να μπορεί να χρησιμοποιήσει το επιχείρημα «ψηφίστε με για να τελειώσω αυτό που ξεκίνησα».
Η προσχηματική αποχώρηση του Μουσταφά Ακιντζί από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων, όμως, σε συνδυασμό με τις εντελώς απαράδεκτες τουρκικές αξιώσεις που προβάλλονταν πριν συμβεί αυτό, αλλά και οι πρακτικές δυσκολίες που παρουσιάζονται για επανέναρξη του διαλόγου, λόγω του δημοψηφίσματος στην Τουρκία και της πιθανότητας πρόωρων «βουλευτικών εκλογών» στα κατεχόμενα, καθιστούν την εφαρμογή αυτής της πολιτικής αρκετά δύσκολη.
Άλλωστε, είναι σαφές από τη δημοσκόπηση ότι, παρά τον χρόνο και την προσπάθεια που επένδυσε ο κ. Αναστασιάδης στο Κυπριακό, οι πολίτες δεν βλέπουν απτά αποτελέσματα, καθώς το 38% πιστεύουν ότι καταγράφηκε μικρή πρόοδος και άλλο 30% λένε πως δεν υπήρξε καθόλου πρόοδος.
Στην ουσία, πλέον, το Κυπριακό έχει γίνει δίκοπο μαχαίρι για τον Πρόεδρο. Εάν ικανοποιήσει με κάποιον τρόπο τις παράλογες απαιτήσεις του Μουσταφά Ακιντζί, οι οποίες αγγίζουν δύο εξαιρετικά ευαίσθητα ζητήματα, τη λειτουργία των θεσμών της Κυπριακής Δημοκρατίας και την ελληνική ιστορία του νησιού, τότε είναι σίγουρο ότι θα δυσαρεστήσει μία μερίδα Συναγερμικών ψηφοφόρων, οι οποίοι εδώ και καιρό «βράζουν» για τη στάση στο Κυπριακό και θα απομακρύνει ακόμη περισσότερο από την υποψηφιότητά του ψηφοφόρους που συνταυτίζονται στο Κυπριακό με τα κόμματα του λεγόμενου ενδιάμεσου χώρου, χωρίς απαραιτήτως να ανήκουν σε αυτά.
Την ίδια στιγμή, εάν δεν επαναρχίσει με κάποιον τρόπο τη διαδικασία, είναι δεδομένο ότι θα απογοητεύσει τους φανατικούς οπαδούς της λύσης -Συναγερμικούς και μη- οι οποίοι επένδυαν στο πρόσωπό του για γρήγορη κατάληξη στις συνομιλίες. Οι δύο αυτές τάσεις, άλλωστε, φαίνονται και στη δημοσκόπηση, καθώς από αυτούς που θεωρούν επιτυχημένη τη διακυβέρνησή του (47%), το 16% αναφέρουν ως δεύτερο λόγο την εντατικοποίηση των συνομιλιών, ενώ από αυτούς που τη θεωρούν αποτυχημένη (53%), το 21% αποδίδουν την αποτυχία στη στάση του Προέδρου στις συνομιλίες και είναι, μάλιστα, στα μάτια τους, ο νούμερο ένα λόγος αποτυχίας του.
Προσεκτικές κινήσεις
Υπό το φως αυτών των δεδομένων στο Κυπριακό, είναι ξεκάθαρο πως για τον Νίκο Αναστασιάδη είναι πιο «ασφαλής» επιλογή να επενδύσει στα θέματα της εσωτερικής διακυβέρνησης. Σε κάποιο βαθμό, άλλωστε, αθέτησε τις προεκλογικές του δεσμεύσεις στον τομέα αυτό, εξαιτίας του Μνημονίου. Τώρα, απαλλαγμένος από αυτό το βαρίδι, μπορεί να κάνει κινήσεις με μια σχετική ελευθερία.
Θα πρέπει, ωστόσο, να είναι προσεκτικός. Πολλές είναι οι ομάδες, οι οποίες θεωρούν τους εαυτούς τους ως τους πλέον αδικημένους της κρίσης και έχουν απαιτήσεις από την Κυβέρνηση, οι οποίες θα ενταθούν όσο πλησιάζουμε στις εκλογές. Είναι σαφές ότι η οικονομία μας ακόμη δεν «σηκώνει» την ικανοποίηση όλων των αιτημάτων, με αποτέλεσμα να πρέπει να κάνει κάποιες επιλογές. Και η ιεράρχηση που θα γίνει αναπόφευκτα θα αφήσει «νικητές» και «ηττημένους», συναισθήματα των οποίων η αντανάκλαση θα φανεί στην κάλπη τον Φεβρουάριο.
Η υγεία που νοσεί
Είναι ξεκάθαρο πως ένας τομέας εσωτερικής διακυβέρνησης στον οποίο ο Πρόεδρος επέλεξε να επενδύσει περισσότερο αυτό το διάστημα είναι αυτός της υγείας. Η πρόσφατη ικανοποίηση ενός αιτήματος των νοσηλευτών που χρονολογείται, η προσωπική πρωτοβουλία του Νίκου Αναστασιάδη για βελτίωση των ψυχιατρικών υποδομών, ακόμη και η μεγάλη σύσκεψη για την υγεία στο Προεδρικό, είναι ορισμένα παραδείγματα για την έμφαση που αποδίδεται στο ζήτημα αυτό. Και ορθώς πράττει, δεδομένου πως μόνο το 2% αξιολογούν ως πολύ καλή την απόδοση της Κυβέρνησης στον τομέα της υγείας και μόλις 12% αρκετά καλή.
Είναι γενικά παραδεκτό ότι η κατάσταση στην υγεία δεν είναι διαχειρίσιμη. Τα δημόσια νοσηλευτήρια νοσούν τα ίδια, λόγω της υποστελέχωσης αλλά κυρίως των στρεβλώσεων που αναπτύχθηκαν όλα αυτά τα χρόνια, και η αύξηση του όγκου εργασίας τους το τελευταίο διάστημα έκανε τα προβλήματα αυτά πολύ πιο έντονα και δυσεπίλυτα. Στην ουσία η Κυβέρνηση γνωρίζει ότι η λύση είναι η αυτονόμηση και το ΓεΣΥ, πλην όμως ούτε αυτή έχει καταφέρει να τα εφαρμόσει. Η βελτίωση της κατάστασης, μέχρι να υπάρξει συνολική λύση του προβλήματος, είναι αναπόφευκτα η πλέον σημαντική προτεραιότητα και είναι ξεκάθαρο πως ο Πρόεδρος το αντιλαμβάνεται αυτό, κάνοντας όποιες διορθωτικές κινήσεις κρίνει εφικτές, με δεδομένο πως η δυσαρέσκεια προέρχεται τόσο από την πλευρά των εργαζομένων όσο και από την πλευρά των ασθενών.
Ανεργία και κοινωνική πολιτική
Ένας άλλος τομέας στον οποίο θα πρέπει η Κυβέρνηση να επενδύσει σοβαρά τους επόμενους μήνες είναι η βελτίωση των συνθηκών στην πραγματική οικονομία. Μόλις το ένα τέταρτο των πολιτών πιστεύουν ότι η Κυβέρνηση τα πάει πολύ ή αρκετά καλά στην καταπολέμηση της ανεργίας, η οποία θεωρείται η τρίτη μεγαλύτερη αποτυχία της διακυβέρνησης, μετά το κούρεμα καταθέσεων και τις συνομιλίες στο Κυπριακό.
Οι πολίτες φαίνεται να εισπράττουν τη θεσμοθέτηση του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος ως μια κάπως θετικότερη κίνηση στον τομέα αυτό, όμως είναι ξεκάθαρο πως το πρόβλημα θα λυθεί, όταν οι χιλιάδες των ανέργων πάψουν να είναι άνεργοι. Σε αυτό προστίθεται και το γεγονός πως πάρα πολλοί συμπολίτες μας αναζήτησαν εργασία στο εξωτερικό, μακριά από τις οικογένειές τους, και αυτή τη στιγμή δεν θεωρούνται άνεργοι, όμως η πλειοψηφία τους θεωρούν αυτή τη λύση προσωρινή και θα ήθελαν κάποια στιγμή να επιστρέψουν στην κυπριακή αγορά εργασίας, η οποία προς το παρόν δεν φαίνεται να έχει τους μηχανισμούς να τους επανεντάξει.
Συνεπώς, θα πρέπει η Κυβέρνηση να επενδύσει ακόμη περισσότερο στην παροχή κινήτρων για δημιουργία νέων θέσεων εργασίας αλλά, ταυτόχρονα, και στη βελτίωση των εργασιακών και μισθολογικών συνθηκών στον ιδιωτικό τομέα, έτσι ώστε, αφενός, το κράτος να πρέπει να επενδύει λιγότερα σε επιδόματα και βοηθήματα και, αφετέρου, να εισπράττει περισσότερα από την έμμεση και άμεση φορολογία.
Πιο πολλή δικαιοσύνη
Πέραν των απτών κινήσεων, που θα έχουν πραγματική θετική επίδραση στην ποιότητα ζωής των πολιτών, ένα άλλο στοίχημα για τον Νίκο Αναστασιάδη είναι η ηθική ικανοποίησή τους. Οι πολίτες αισθάνονται ότι είναι τα θύματα μίας κατάστασης την οποία δημιούργησαν τρίτοι, και απαιτούν να τιμωρηθούν οι πραγματικοί ένοχοι.
Είναι, συνεπώς, απαραίτητο, τους επόμενους μήνες να αυξηθεί η ένταση των ερευνών για τα οικονομικά σκάνδαλα και να οδηγηθούν περισσότερα άτομα ενώπιον της δικαιοσύνης, ούτως ώστε να ικανοποιηθεί το περί δικαίου αίσθημα και ο Πρόεδρος να αποδείξει ότι, επί δικής του προεδρίας, μπήκε το νερό στ’ αυλάκι για μια πιο «συγυρισμένη» δημόσια ζωή, απαλλαγμένη από μίζες, σκάνδαλα και κακές συνήθειες του παρελθόντος.
Πρόκειται για ένα αρκετά δύσκολο εγχείρημα, το οποίο δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την Κυβέρνηση. Η επιτυχία του, ωστόσο, αναμένεται να της αποφέρει πολλούς επικοινωνιακούς «πόντους» στο παιγνίδι του προεκλογικού.




