ΑΠΟ ΤΗ «ΧΡΩΜΑΤΙΣΤΗ ΕΝΩΣΗ» ΤΟΥ ΜΟΝΤΗ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΜΟΝΟΧΡΩΜΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ
Η κρίση που διέρχεται τώρα το Κυπριακό μπορεί και να ξεπεραστεί. Ίσως την επόμενη εβδομάδα, ίσως μετά το δημοψήφισμα στην Τουρκία. Η έλλειψη κρίσεως, όμως, δεν είναι τόσο εύκολο να ξεπεραστεί, γιατί είναι βαθιά ριζωμένη στη διαπραγματευτική διαδικασία
Κάπως έτσι, λοιπόν, υπάρχει πλέον η απαίτηση όχι στην εκφορά του πολιτικού λόγου, αλλά στο ίδιο το τραπέζι των διαπραγματεύσεων, να απορρίψουμε την Ιστορία μας. Να ξεχάσουμε όλα αυτά που μας κάνουν αυτούς που είμαστε και να απαλείψουμε στοιχεία από την ταυτότητά μας
Και τι θα γίνει τώρα,
θα σχίσουμε τα παλιά μας τετράδια
που ‘ταν γεμάτα χρωματιστή «Ένωση»,
θα σχίσουμε τα παλιά μας σχολικά τετράδια
που ‘ταν γεμάτα «Ένωση» διακοσμημένη με γιασεμιά και
λεμονανθούς και μαργαρίτες,
θα σχίσουμε τα παλιά αναγνωστικά των παιδιών μας
με τις ελληνικές σημαίες,
θα πετάξουμε τ’ αγαπημένο αναμνηστικό σκουφί του Γυμνασίου
με την «Ένωση» στο γείσο,
θα πετάξουμε το χάρακά τους
και την τσάντα και την μπάλα και το ποδήλατο
που ‘γραφαν «Ένωση»;
Αλήθεια, πέστε μου, τι θα γίνει τώρα;
(Κώστας Μόντης, ΚΥΠΡΟΣ 1974-1976, Β,605)
Η κρίση την οποία διέρχεται η διαπραγματευτική διαδικασία για το Κυπριακό τις τελευταίες ημέρες ουδεμία σχέση έχει με τα γεγονότα του 1950. Αντιθέτως, σχετίζεται άμεσα με τα όσα συμβαίνουν στο τραπέζι των συνομιλιών τους τελευταίους μήνες. Από τότε που κάποιοι πίστεψαν πως η προσωπική χημεία του Νίκου Αναστασιάδη και του Μουσταφά Ακιτνζί θα μπορούσε να αντικαταστήσει την απουσία στερεών βάσεων για λύση του Κυπριακού, με τρόπο που να διορθώνει τις στρεβλώσεις και να μπορεί να γίνει αποδεκτός με τον λαό. Κι από τότε που όλοι οι εμπλεκόμενοι συμφώνησαν πως τα θεσμοθετημένα διχαστικά στοιχεία θα μπορούσαν, με κάποιο, αδιευκρίνιστο τρόπο να καταστούν πυλώνες συνένωσης και συνύπαρξης των δύο κοινοτήτων.
Ποιο δημοψήφισμα;
Το ξέσπασμα των Τ/κ, υπό το φως της απόφασης της Βουλής των Αντιπροσώπων για ένα… φυλλάδιο, ήταν παράλογο, υπερβολικό και παντελώς ατεκμηρίωτο. Και μπορεί στην επιφάνεια να είχε ως αντικείμενο το ενωτικό δημοψήφισμα, στην πράξη, όμως, σχετιζόταν πολύ περισσότερο με τις πολιτικές ατζέντες των διαφόρων παραγόντων στα κατεχόμενα, υπό το φως ενός άλλου δημοψηφίσματος, πολύ πιο κοντά στο σήμερα, και συγκεκριμένα τον Απρίλιο. Τα κατεχόμενα, ως μαριονέτα του τουρκικού κράτους, δεν μπορούν παρά να επηρεάζονται από τις πολιτικές εξελίξεις σε μία χώρα, από την οποία είναι εξαρτημένα σε όλα τα πιθανά επίπεδα.
Όσο οι τόνοι και οι εντάσεις ανεβαίνουν στην Τουρκία, εκ των πραγμάτων το ίδιο συμβαίνει και από την άλλη πλευρά του συρματοπλέγματος στην Κύπρο. Κι αυτό αναπόφευκτα ξεχειλίζει πάνω στα θεμέλια του Κυπριακού, δηλητηριάζοντας τη διαπραγματευτική διαδικασία. Απτό παράδειγμα της υπερχείλισης αυτής ήταν, άλλωστε, η αποχώρηση του Ακιντζί από τις συνομιλίες την Πέμπτη.
Η υπερβολή ως blame game
Η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν έκανε τίποτα κακό. Εν τη σοφία της, θεσμοθέτησε απλώς την αναφορά σε ένα ιστορικό γεγονός. Ένα γεγονός που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης ούτε από την τουρκική πλευρά, παρά μόνο διαφορετικής ερμηνείας, και βρίσκεται έτσι κι αλλιώς στη σχολική ύλη, χωρίς αυτό ποτέ να αποτελέσει εμπόδιο για την πραγματοποίηση διαπραγματεύσεων.
Τι άλλαξε, συνεπώς, που να δικαιολογεί τη σκηνοθετημένη κρίση που δημιουργήθηκε στις συνομιλίες; Άλλαξε το αντικείμενο της διαπραγμάτευσης. Πέρασε στα «δύσκολα». Αυτά που η τουρκική πλευρά έχει να δώσει. Και σκάλωσε. Οι παράλογες αξιώσεις της τουρκικής πλευράς δεν επιτρέπουν στη διαδικασία να προχωρήσει με ορθολογιστικό τρόπο, έτσι ώστε να οδηγήσει σε ένα τελικό αποτέλεσμα ευρέως αποδεκτό από τους Ε/κ, οι οποίοι στη μεγάλη τους πλειοψηφία καταψήφισαν το άδικο σχέδιο Ανάν και που αναμένουν από τον Νίκο Αναστασιάδη, όπως έχει πολλές φορές δεσμευθεί, κάτι πολύ καλύτερο.
Οι Τούρκοι προβάλλουν παράλογες αξιώσεις. Θέλουν παραμονή του στρατού τους, της μεγαλύτερης πηγής ανασφάλειας για το πλειοψηφικό ελληνικό στοιχείο του νησιού, και συνέχιση του καθεστώτος εγγυήσεων και μετά τη λύση. Γιατί αυτό βολεύει τα γεωπολιτικά παιγνίδια της Άγκυρας, όπως οι ίδιοι παραδέχονται. Θέλουν να εξισώσουν τους Τούρκους πολίτες με τους Ευρωπαίους πολίτες προερχόμενους από την Ελλάδα, απαιτώντας στην ουσία να αποκτήσουν κι αυτοί καθεστώς Ευρωπαίου πολίτη στην Κύπρο, χωρίς η χώρα τους να κάνει όσα χρειάζονται για να ενταχθεί στην ΕΕ.
Και δεν θέλουν να απαντήσουν επί αυτών των ζητημάτων. Δεν θέλουν να πουν γιατί, ενώ ζητούν συνεχώς να λαμβάνεται υπ' όψιν η ανασφάλεια των Τ/κ, επιμένουν σε προτάσεις που αυξάνουν την ανασφάλεια των Ε/κ. Τα αποφεύγουν και τα σπρώχνουν μέχρι πιο πέρα, μεθοδικά και προσχεδιασμένα.
Έχουν, άλλωστε, επίγνωση πως αυτά τα πράγματα δεν γίνονται. Ακόμη κι αν ο Νίκος Αναστασιάδης και η ομάδα του συμφωνούσαν, θα προσέκρουαν στη λαϊκή βούληση και θα απορρίπτονταν στο δημοψήφισμα, κάτι που σίγουρα θα ήθελε να αποφύγει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ως εκ τούτου, το τέλμα στο οποίο οδηγούνται οι συνομιλίες είναι ευδιάκριτο και θα προτιμούσαν να μη φταίνε αυτοί γι’ αυτό, καθώς γνωρίζουν πως το έχουν προκαλέσει με τις απαράδεκτες θέσεις τους και είναι εύκολο να τους επιρριφθεί η ευθύνη.
Αναζήτησαν κάποιον να του το φορτώσουν και, με πολλή δόση υπερβολής, κατέληξαν στο ΕΛΑΜ και στους… παππούδες μας που ψήφισαν στο ενωτικό δημοψήφισμα, το οποίο και προσπαθούν να μετατρέψουν σε διαπραγματευτικό μοχλό πίεσης, με τον Ακιντζί, μάλιστα, να προσωποποιεί επί σκοπού το ζήτημα, καθιστώντας τον Νίκο Αναστασιάδη υπεύθυνο για κάτι που θεσμικά δεν αποτελεί δική του αρμοδιότητα.
Μετεξέλιξη χωρίς θεσμούς;
Πολλές φορές την εβδομάδα που μας πέρασε ο Μουσταφά Ακιντζί ζητούσε όπως ο Νίκος Αναστασιάδης με κάποιο τρόπο ανατρέψει την απόφαση της Βουλής.
Ωστόσο, ο τρόπος αυτός συνταγματικά δεν υπήρχε, καθώς δεν προνοείται οι Κανονισμοί να περνούν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι κράτος με διάκριση των εξουσιών, ασχέτως αν αυτό βολεύει ή δεν βολεύει τον εκάστοτε εγκάθετο της κατοχής.
Το ζήτημα, όμως, είναι το εξής: Ο Ακιντζί ζητούσε από τον Πρόεδρο να προκαλέσει θεσμική κρίση στο εσωτερικό του κράτους, απλώς και μόνο για να ικανοποιηθούν οι Τ/κ. Πώς ακριβώς πείθει ότι πιστεύει στη μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, όταν περιφρονεί κατ’ αυτόν τον τρόπο τους θεσμούς της; Πότε ακριβώς θα πεισθεί ο Ακιντζί και η τουρκική πλευρά πως το κράτος που θα προκύψει θα είναι μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία έχει Σύνταγμα, θεσμούς και διαδικασίες; Μετά τη λύση;
Πώς έφτασαν οι συνομιλίες τόσο κοντά στη λύση -όπως αρέσκονται οι εμπλεκόμενοι να λένε- χωρίς να έχει ξεκαθαρίσει το ζήτημα της παρθενογένεσης και της μετεξέλιξης; Κι εάν και εφόσον ο Ακιντζί ή ο όποιος Ακιντζί κληθεί, τελικά, να ασκήσει εκ περιτροπής προεδρία, κατά την τουρκική αξίωση, θα πρέπει να αναμένουμε ότι κατά το δικό του διάστημα στην εξουσία, οι θεσμοί του κράτους δεν θα τυγχάνουν του απόλυτου σεβασμού, επειδή αυτό σημαίνει… «πολιτική ισότητα»; Ακόμη και χωρίς εκ περιτροπής προεδρία, θα πρέπει να θεωρείται φυσιολογικό, μετά τη λύση, πως το κράτος θα βραχυκυκλώνεται θεσμικά, κάθε φορά που μια απόφαση δεν θα αρέσει στους Τ/κ;
Συλλογική αμνησία και εθνομηδενισμός
Πέραν, όμως, από τα διαπραγματευτικά παιγνίδια, η κρίση στις συνομιλίες ανέδειξε άλλη μια διάσταση, πολύ πιο ουσιώδη. Πως τα θεμέλια πάνω στα οποία έκτιζαν τόσο καιρό τη λύση ήταν δομικά ασταθή. Δύσκολα ζητήματα, όπως η αντιμετώπιση της Ιστορίας, κρύβονταν πίσω από συγκλίσεις και ταξίδια στην Ελβετία, χωρίς ποτέ να αντιμετωπιστούν ως κομμάτι του μέλλοντός μας. Ίσως να πόνταραν πως οι Έλληνες της Κύπρου, ένας λαός περήφανος για τη διατήρηση του ελληνικού στοιχείου στο νησί για χιλιάδες χρόνια, θα υφίστατο… συλλογική αμνησία, για να μην ενοχλούνται οι Τ/κ, που ανάγουν, πλέον, την «πολιτική ισότητα» σε απουσία οποιουδήποτε «ενοχλητικού» γι’ αυτούς στοιχείου.
Καθιστούν το Κυπριακό ως μια εντελώς μονοδιάστατη διαδικασία, στην οποία έγνοια όλων θα πρέπει να είναι να μην αισθανθούν αυτοί περιθωριοποιημένοι, αγνοώντας τα συναισθήματα του υπόλοιπου πληθυσμού. Ανησυχητικό είναι, μάλιστα, το γεγονός πως κάποιοι Ε/κ, ταγμένοι στη λογική της όποιας λύσης, σπεύδουν να δικαιολογήσουν αυτού του είδους τις αξιώσεις και ζητούν την επίδειξη κατανόησης στον όποιο παραλογισμό.
Κάπως έτσι, λοιπόν, υπάρχει πλέον η απαίτηση, όχι στην εκφορά του πολιτικού λόγου αλλά στο ίδιο το τραπέζι των διαπραγματεύσεων, να απορρίψουμε την Ιστορία μας. Να ξεχάσουμε όλα αυτά που μας κάνουν αυτούς που είμαστε και να απαλείψουμε στοιχεία από την ταυτότητά μας. Γιατί αυτό είναι «πολιτική ισότητα» κι όποιος δεν μπορεί να πάρει ένα σφουγγάρι και να σβήσει στοιχεία από το DNA του είναι «λυσοφοβικός», «απορριπτικός» και «μισεί τους Τ/κ».
Η «πολιτική ισότητα», άλλωστε, παρεισφρέει σε κάθε πτυχή της διαπραγμάτευσης, με τη μορφή της απαίτησης για αριθμητική ισότητα ή για εκπροσώπηση που δεν συνάδει με τις πληθυσμιακές αναλογίες ή για ύπαρξη συγκεκαλυμμένων βέτο. Ουσιαστικά οι Τ/κ δείχνουν να αναμένουν ότι θα πρέπει να αδικούνται οι Ε/κ, απλώς και μόνο για να μην αισθάνονται οι ίδιοι αδικημένοι.
Η ουσία είναι μία. Η Ιστορία μας θα παραμείνει η Ιστορία μας, με ή χωρίς λύση. Και όπως πολύ σωστά αντιλήφθηκαν τα κόμματα που ψήφισαν τον Κανονισμό, δεν μπορούμε να την χαρίσουμε σε κανέναν, είτε αυτός ονομάζεται ΕΛΑΜ είτε Ακιντζί. Η Ένωσις θα είναι πάντα χρωματιστή στο ελληνικό DNA του νησιού, με τα πιο όμορφα χρώματα, κι ανθεκτική στις προσπάθειες να καταστούν τα πάντα στο Κυπριακό μονόχρωμα, άοσμα και χωρίς ιστορικό βάθος. Την κουβαλάμε μαζί μας, με περηφάνεια, και θα την κουβαλούμε μαζί μας και μετά τη λύση. Εάν η λύση δεν έχει προετοιμαστεί για το γεγονός αυτό, είναι μια κακά σχεδιασμένη λύση.
Κρίση λόγω κακής κρίσης
Η κρίση που διέρχεται τώρα το Κυπριακό μπορεί και να ξεπεραστεί. Ίσως την επόμενη εβδομάδα, ίσως μετά το δημοψήφισμα στην Τουρκία. Η έλλειψη κρίσεως, όμως, δεν είναι τόσο εύκολο να ξεπεραστεί, γιατί είναι βαθιά ριζωμένη στη διαπραγματευτική διαδικασία. Κι όσο οι εμπλεκόμενοι δεν χρησιμοποιούν την κρίση τους αλλά τους ευσεβείς τους πόθους, για να χτίσουν το μετεξελιχθέν κράτος, τόσο πιο ευάλωτη καθιστούν τη λύση, εάν αυτή περάσει τελικά από τον λαό, με τόσα διχαστικά στοιχεία που τη φορτώνουν. Θα έπρεπε να το γνώριζαν ήδη αυτό, με τόση εμπειρία στην αποτυχία…




