ΓΕΝΕΥΗ: ΕΛΙΓΜΟΣ ΔΙΑΣΩΣΗΣ ΜΙΑΣ ΠΕΡΙΠΟΥ ΗΜΙΘΑΝΟΥΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
Με τη σύγκληση της Γενεύης και τα αποτελέσματά της, το πεδίο εκφοράς του κυπριακού προβλήματος έχει ανεπίστρεπτα διευρυνθεί, όπως και το διάνυσμα των διαπραγματευτικών «κεκτημένων»
«Ο Ε. Μ. Έιντε δεν μπορούσε να δώσει πνοή στην παραλύουσα διαδικασία του Κυπριακού, παρά μόνο μέσα από μια αυξημένου επιτελεστικού παρονομαστή εργαλειοποίηση, όπως η σύγκληση μιας διεθνούς διάσκεψης»
Οργανωμένη μεθόδευση ή αιφνίδιος ελιγμός διάσωσης μιας ημιθανούς διαδικασίας, όπως φάνηκε να είναι η διαπραγμάτευση για το Κυπριακό, μετά το αδιέξοδο του Μον Πελεράν;
Τι από τα δύο ήταν η διάσκεψη για την Κύπρο στη Γενεύη; Και πού μπορεί να εκβάλει, δεδομένων των δυσυπέρβλητων, ακόμη, ζητημάτων, που παραμένουν ανοικτά, και με τους καθοδηγητές της προσπάθειας για επίλυση του κυπριακού προβλήματος να επιχειρούν να μετατοπίσουν, και να ενθυλακώσουν, την πολιτική ουσία του διαπραγματευτικού διακυβεύματος, σε μια τεχνικής υφής περιένδυση;
Ερωτήματα, που μπορούν να εκφραστούν με την κοινής λογικής απορία, «τι ήταν εκείνο που επέβαλε το άλμα, από το τέλμα του ελβετικού θερέτρου, στην ‘απογείωση’ και, έπειτα, στην ταραχώδη προσγείωση της Γενεύης;».
Ήταν ο ύστατος ελιγμός του Έσπεν Μπαρθ Έιντε, μέσα από μια θεαματική αναθέρμανση της προοπτικής των συνομιλιών, να διασώσει τη διαφαινόμενη κατάρρευση της συντελουμένης προσπάθειας;
Ή μια προϋπολογισμένη κίνηση τακτικού τεχνοκρατισμού στη διαμορφούμενη αρχιτεκτονική διευθέτησης του κυπριακού προβλήματος;
Επείγουσα σπουδή Έιντε
Τα όσα επακολούθησαν, αλλά και το προβληματικό επιγενόμενο της διάσκεψης της Γενεύης της 12ης Ιανουαρίου, μάλλον κατατείνουν πως εκείνο που λειτούργησε ως ελατήριο της διαδικασίας ήταν η επείγουσα σπουδή του Ειδικού Συμβούλου του ΓΓ των ΗΕ για το Κυπριακό, να εμφυσήσει μια ύστατη πνοή ανάτασης στην ασφυκτιούσα, ανάμεσα στις Συμπληγάδες των αδιεξόδων, διαπραγμάτευση.
Κι αυτό δεν μπορούσε να γίνει, παρά μόνο μέσα από μια αυξημένου επιτελεστικού παρονομαστή εργαλειοποίηση, όπως η σύγκληση μιας διεθνούς διάσκεψης, η οποία να συζητήσει ένα από τα μείζονα και εξόχως συγκρουσιακά κεφάλαια του κυπριακού προβλήματος, δηλαδή το θέμα της ασφάλειας και των εγγυήσεων, εισάγοντας στο «παιγνίδι» όλους τους βασικούς παίκτες και προσδίδοντας μια νέα δυναμική στη διαδικασία.
Αλλά, όπως αποδείχθηκε και εν τοις πράγμασι, ούτε οι όροι, ούτε οι προϋποθέσεις, αλλά ούτε και οι δικλίδες ασφαλείας για την πραγματοποίησή της κατοχυρώθηκαν, με αποτέλεσμα, η ίδια να λειτουργήσει ως άλλη μια «μπαλωματικού» είδους σταυροβελονιά στο ήδη τρύπιο και ξεχειλωμένο υφαντό της διαπραγμάτευσης.
Επί της σκηνής, πιστοποιήθηκε ότι το έδαφος ούτε γόνιμο ούτε πρόσφορο ήταν για τη διεξαγωγή της, επιβεβαιώνοντας ότι η προωρότητά της μόνον άλλες, τακτικού - και όχι μόνον -, χαρακτήρα σκοπιμότητες υπέκρυπτε.
Ωστόσο, με τη σύγκληση της Γενεύης και τα αποτελέσματά της, το πεδίο εκφοράς του κυπριακού προβλήματος έχει ανεπίστρεπτα διευρυνθεί. Όπως και το διάνυσμα των διαπραγματευτικών κεκτημένων.
«Διαρκής» διάσκεψη
Η διεθνής διάσκεψη για την ασφάλεια και τις εγγυήσεις, που διαφαίνεται πως θα είναι κομβικού χαρακτήρα και διαρκής, θα αποτελέσει, εφεξής, τον προνομιακότερο, ίσως, χώρο διαπραγμάτευσης του Κυπριακού, εισάγοντας, για πρώτη φορά από το 1960, τις εγγυήτριες δυνάμεις, αλλά και την Ευρωπαϊκή Ένωση, στην πρώτη γραμμή του διαλόγου.
Την ίδια ώρα, εμβάλλει τη διαδικασία σε μιαν ανεπίστρεπτη φορά, δίνοντας ταυτόχρονα τον ρυθμό της δρομολόγησής της.
Παρότι με σαφήνεια ο ΓΓ των ΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, ξεκαθάρισε ότι αυτό που επιδιώκεται είναι μια λύση στέρεη και βιώσιμη για την Κυπριακή Δημοκρατία, όση παρέλευση χρόνου κι αν χρειαστεί, και όχι μια λύση υπό μορφήν μπαλώματος - κάτι που ασφαλώς ικανοποιεί όλα τα ελληνοκυπριακά ώτα -, εν τούτοις, καθίσταται επίσης σαφές, ότι, εδώ και καιρό, το διαβουλευτικό γίγνεσθαι του Κυπριακού επιχωριάζει στην αποδοχή του δόγματος ότι, παρά τα όποια χάσματα, τις δυσθεώρητες διαφορές και τις διαφωνίες - ακόμη και αν ο διάλογος μετατρέπεται σε μιαν άγονη και εκφυλιστική παράθεση παράλληλων μονολόγων ή σε μια μονομερή… γενναιοδωρία παραχωρήσεων - επιβάλλεται, η διαπραγμάτευση, στο πλαίσιο που έχει καθοριστεί, να συνεχίζεται έως ότου επέλθει η επιθυμητή κατάληξη.
Η συνέχιση ενός άγονου διαλόγου
Η εν λόγω συνθήκη, αν και δεν υπακούει στην εκπεφρασμένη τουρκική απαίτηση για επιβολή αυστηρών συγκεκριμένων χρονοδιαγραμμάτων, ελλοχεύει μερικούς σοβαρότατους κινδύνους. Με πρωτεύοντα ότι, η εμβολή της διαπραγματευτικής διαδικασίας σε μιαν αναντίστρεπτη διαδρομή, όπου «εξαναγκαστικά» οφείλεται να συνεχίζεται ο διάλογος μέχρι την επίτευξη συμφωνίας, μειώνει δραστικά τις πιθανότητες η συμπεφωνημένη λύση να ανταποκρίνεται σ’ αυτό που επανειλημμένως διακήρυξε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ότι δεν μπορεί να συναινέσει σε μία λύση του Κυπριακού και να τη φέρει σε δημοψήφισμα, η οποία να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή από τον κυπριακό λαό.
Σ’ ένα, μάλιστα, ήδη δραματικά συρρικνωμένο πλαίσιο ελιγμών της ε/κ πλευράς, η οποία, τόσο στο παρελθόν όσο και προσφάτως, αναγκάστηκε ή επέλεξε να υπερβεί εγχαραγμένες κόκκινες γραμμές, διά χειρός μάλιστα του ιδίου του Προέδρου της Δημοκρατίας (ίδε δείπνο των δύο ηγετών και συμφωνία για τη σύγκληση διάσκεψης για την Κύπρο), προκειμένου να αποφευχθεί η κατάρρευση της διαπραγματευτικής διαδικασίας.
Η με αυτό τον τρόπο διαγραφόμενη πορεία, ιδία με μονομερείς κινήσεις επί της ουσιαστικής διαπραγματευτικής ύλης, προς διαφύλαξη, με κάθε κόστος, του διαλόγου, δεν μπορεί παρά να απομακρύνει από τον διακηρυγμένο στόχο για την επίτευξη μιας δίκαιης, αποδεκτής και λειτουργικής συμφωνίας, η οποία εδραία να κατοχυρώνει τη βιωσιμότητα του κράτους και την επιβίωση του κυπριακού Ελληνισμού. Ό,τι - επαναλαμβάνεται - έχει θέσει ως προϋπόθεση ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας για να συναινέσει σε λύση του κυπριακού προβλήματος, η οποία να αχθεί σε δημοψηφίσματα.
«Άτεγκτο» διαδικαστικό πλαίσιο
Υπό το φως των πιο πάνω, και δεδομένης της υπόρρητης αρχής ότι η συνέχιση του διαλόγου αποτελεί όρον εκ των ων ουκ άνευ για την αποφυγή δυσάρεστων διχοτομικών τετελεσμένων, διαφαίνεται ότι, με τη διάσκεψη της Γενεύης, επι-σφραγίζεται η εγχάραξη της προσπάθειας επίλυσης του Κυπριακού σ’ ένα άτεγκτο διαδικαστικό πλαίσιο, με ελάχιστα έως μηδαμινά περιθώρια εξόδου, αλλά και, σημαντικότερο ίσως, χωρίς δυνατότητα αναστοχασμού της ακολουθούμενης πορείας και αναπροσανατολισμό στρατηγικής.
Ουκ ευάριθμες, άλλωστε, είναι και οι φορές που ανεπισήμως έχει εκπεφρασθεί από αρμόδια κυβερνητικά χείλη, ότι «δεν διενεργείται κανένα βήμα προς τα εμπρός», «οι Τούρκοι δεν υποχωρούν σε τίποτα», ή «έχουν εξωφρενικές απαιτήσεις», αλλά «είμαστε εγκλωβισμένοι» ή «στριμωγμένοι στη διαδικασία και δεν μπορούμε να φύγουμε».
Εάν οι συμφωνίες Κορυφής του 1977 και 1979 (θεωρείται ότι) καθόρισαν το πλαίσιο της συζήτησης για τη μορφή και το περιεχόμενο της λύσης, προδήλως η διάσκεψη της Γενεύης προσδιορίζει τόσο τον ρυθμό όσο και τους πόλους της διαδικασίας, υπό το πρόσημο, επιπρόσθετα, της ανησυχητικής επίγνωσης ότι τα όρια της συνεννόησης και της συνδιαλλαγής με την Τουρκία - όπως επαναβεβαίωσαν εκκωφαντικά οι προχθεσινές προκλητικότατες δηλώσεις του Ταγίπ Ερντογάν - είναι πολύ περιορισμένα.
Αυτό, ίσως, θα πρέπει να είναι η βασικότερη επίγνωση, αλλά και μέριμνα, όσων έχουν την ευθύνη διαμόρφωσης των σχεδιασμών της Κυπριακής Δημοκρατίας, φροντίζοντας να διατηρούν, με προσχεδιασμένα λελογισμένο τρόπο, ανοικτά όλα τα ενδεχόμενα δράσης επί των εξελίξεων.




