Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα προς επίτευξη λύσης του Κυπριακού είναι ασφαλώς το ζήτημα της οικονομικής βιωσιμότητας. Για το εν λόγω θέμα φιλοξενούμε αυτή τη βδομάδα στο Ρινγκ τον Καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας Ανδρέα Θεοφάνους και τον επίτιμο Πρόεδρο του ΚΕΒΕ Μάνθο Μαυρομμάτη.

Ερωτήσεις
1. Εφόσον οι Τ/κ έχουν μπλοκάρει τη μελέτη του ΔΝΤ για τα οικονομικά των τραπεζών, πώς θα ακτινογραφηθεί το τραπεζικό σύστημα, πώς θα εκτιμηθούν τυχόν κεφαλαιακές ανάγκες και κόκκινα δάνεια των κατεχομένων;

2. Μέσα στις αρμοδιότητες των συνιστωσών πολιτειών που αποφάσισαν Αναστασιάδης-Ακιντζί είναι η σύναψη διεθνών συμφωνιών για το εμπόριο, τον τουρισμό και τις επενδύσεις. Τι θα σημαίνει για τους Ε/κ ο κατακλυσμός τουρκικών προϊόντων και κεφαλαίων;

3. Μπορεί το κόστος των αποζημιώσεων να καλυφθεί εξ ολοκλήρου από ξένες εισφορές-δωρεές ή ελλοχεύει ο κίνδυνος να οδηγηθούμε σε νέο μνημόνιο, προκειμένου να καλυφθεί το κόστος της λύσης;

Απαντήσεις:

Ανδρέα Θεοφάνους

1. Τα προβλήματα του τραπεζικού τομέα στα κατεχόμενα εδάφη είναι πολλαπλά και πολύπλοκα, που τα όσα έλαβαν χώρα στον τραπεζικό τομέα στην ελεύθερη Κύπρο φαίνονται μικρότερα σε μέγεθος. Επειδή δεν επιτρέπεται η διερεύνηση των συναφών δεδομένων, είναι αδύνατο να εκτιμηθούν οι κεφαλαιουχικές ανάγκες και τα κόκκινα δάνεια στα τραπεζικά ιδρύματα των κατεχομένων. Επιπρόσθετα, υπάρχουν δύο άλλα ζητήματα που δημιουργούν σοβαρά προβλήματα και δύσκολες επιπλοκές. Πρώτον, είναι γνωστό ότι στα κατεχόμενα εδάφη λαμβάνει χώρα σε συστηματική βάση ξέπλυμα βρόμικου/μαύρου χρήματος τουρκικών και άλλων συμφερόντων. Αυτός είναι ένας από τους βασικότερους λόγους που οι κατοχικές «αρχές» δεν επιτρέπουν στους ξένους τεχνοκράτες να αξιολογήσουν τα συναφή δεδομένα. Δεύτερον, ο τραπεζικός τομέας αλλά και η οικονομία στα κατεχόμενα είναι de facto ενταγμένα στην τουρκική οικονομία. Και η οικονομική δραστηριότητα διεξάγεται κυρίως με το επίσημο νόμισμα, την τουρκική λίρα. Τα δεδομένα αυτά θα πρέπει να αξιολογηθούν με σοβαρότητα από την Κυβέρνηση, το ευρύτερο πολιτικό σύστημα και τους κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες της χώρας.

2. Κατ’ επανάληψιν έχω αναφέρει ότι εφ’ όσον η δομή της διακυβέρνησης είναι τέτοια, που αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο ανταγωνιστικών σχέσεων μεταξύ των δύο συνιστώντων κρατών, τότε θα δημιουργηθούν σοβαρές επιπλοκές για την οικονομία και το όλο σύστημα. Στην περίπτωση τέτοιων ανταγωνιστικών σχέσεων τα αποτελέσματα θα είναι αρνητικά. Η Κύπρος, για να μπορέσει να λειτουργήσει αποτελεσματικά σε ένα ανταγωνιστικό ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον, θα πρέπει να έχει μια ενιαία οικονομία και να υπάρχει επίσης ένα σύστημα σταθερής διακυβέρνησης. Σε σχέση με τις οικονομικές σχέσεις με την Τουρκία δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η χώρα αυτή είναι μέλος των G-20, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Για να μπορέσει η Κύπρος να επωφεληθεί από τη συνεργασία με την Τουρκία, θα πρέπει να υπάρχουν κάποιες ασφαλιστικές δικλίδες και ενδεχομένως μια μορφή προστατευτισμού. Με βάση το πολιτειακό σύστημα το οποίο συζητείται, αυτό δεν θα είναι εφικτό.

3. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε το ύψος του ποσού που θα απαιτηθεί για τις αποζημιώσεις. Επί του παρόντος υπάρχουν μόνο κάποιοι ανεπίσημοι υπολογισμοί, σύμφωνα με τους οποίους το ύψος των αποζημιώσεων για όσους δεν θα τους επιστραφούν οι περιουσίες τους, περιλαμβανομένων και των πόρων που θα απαιτηθούν για τη μετακίνηση των υφιστάμενων χρηστών περιουσιών, θα ανέλθει γύρω στα €25 δισεκατομμύρια. Είναι αδύνατο να εξευρεθούν τέτοιοι πόροι από δωρεές. Ούτως ή άλλως, λαμβάνοντας υπ’ όψιν όχι μόνο το συγκεκριμένο θέμα αλλά και τα ευρύτερα ζητήματα που εγείρονται, όπως το κόστος της δημόσιας διοίκησης σε ένα κράτος με τρεις κυβερνήσεις και πολλές μονάδες τοπικής αυτοδιοίκησης, θα είναι αυτοκτονία εάν προχωρήσουμε με την υλοποίηση τής υπό συζήτηση λύσης. Ναι, σε μια τέτοια περίπτωση, παρά τη βοήθεια που ενδεχομένως να υπάρξει από την ΕΕ και αλλού, θα απαιτηθεί Πρόγραμμα Στήριξης, δηλαδή ένα νέο Μνημόνιο. Επειδή όμως κατανοώ και τους κινδύνους που το status quo εμπεριέχει, έχω επεξεργαστεί και καταθέσει εναλλακτική πρόταση με την πολύτιμη συμβολή δύο συνεργατών μου, του Σωτήρη Κάττου και Κωνσταντίνου Μαυροειδή. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της πρότασης είναι η εξελικτική προσέγγιση, η οποία παρακάμπτει τους κινδύνους που εμπερικλείει το πέρασμα στην εφαρμογή μιας συνολικής λύσης από τη μια μέρα στην άλλη.

Απαντήσεις:

Μάνθου Μαυρομμάτη

1. Είναι γεγονός ότι η τ/κ πλευρά δεν παρέχει τα στοιχεία που της έχουν ζητηθεί σχετικά με τις πραγματικότητες του τραπεζικού της συστήματος, προφασιζόμενη διάφορες δικαιολογίες. Πρέπει να επισημάνουμε ότι αυτή η απαίτηση δεν είναι μόνο αίτημα της δικής μας πλευράς, αλλά κυρίως του Δ.Ν.Τ. και των άλλων διεθνών οργανισμών που θέλουν να ξέρουν την αληθινή εικόνα. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα είναι αμείλικτη σε περίπτωση κεφαλαιακών ελλειμμάτων, απαιτώντας δραστικά μέτρα για την αντιμετώπισή τους, τα ποια βέβαια δεν πρόκειται να επωμισθεί το ομόσπονδο κράτος, αλλά θα επιβαρύνουν τις ίδιες τις τράπεζές τους. Αυτή είναι η αλήθεια και δεν μπορούν να ξεφύγουν από αυτή. Ο τραπεζικός τομέας τους είναι σχετικά μικρός, με δάνεια που φθάνουν περίπου τα €3,5 δις, σε σχέση με τον δικό μας που έχει δάνεια ύψους περίπου €52 δις, δηλ. 15 φορές περισσότερα.

2. Οι συνιστώσες πολιτείες θα μπορούν να έχουν συμφωνίες με τον υπόλοιπο κόσμο όπως γίνεται σε άλλες ευρωπαϊκές ομοσπονδίες (Γερμανία, Βέλγιο), αλλά πάντοτε μέσα στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου και του ενιαίου εξωτερικού δασμολογίου. Η Τουρκία μπορεί και σήμερα να εξάγει τα προϊόντα της στη Κύπρο, δεν υπάρχει κανένα κώλυμα εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη βάση της τελωνειακής της ένωσης με την ΕΕ. Οι εξαγωγές της στη Κύπρο το 2015 έφθασαν τα €15 εκ. και φέτος θα κινηθούν στα ίδια επίπεδα. Αν βρίσκει πρόθυμους καταναλωτές να αγοράζουν τα προϊόντα της, θα τα εξάγει, όπως γίνεται παντού (ίσως τα τουρκικά προϊόντα να αντικαταστήσουν εν μέρει κινεζικά προϊόντα). Είναι γεγονός ότι η λύση θα έχει πολλές προσοδοφόρες επενδυτικές ευκαιρίες (όπως τονίζουν οι ξένοι οργανισμοί), που θα τραβήξουν την προσοχή ξένων κεφαλαίων, μεταξύ των οποίων πιθανόν και τουρκικών. Βέβαια η Τουρκία θα είναι τρίτη χώρα για την Κύπρο και οι επενδύσεις της θα διέπονται από τους περιορισμούς που ισχύουν για τρίτες χώρες, έναντι των επενδύσεων από χώρες-μέλη της ΕΕ, για τις οποίες δεν υπάρχουν περιορισμοί.

3. Ο Έλληνας Πρωθυπουργός τόνισε ότι αυτή είναι ίσως η τελευταία ευκαιρία για λύση του Κυπριακού, που αν αποτύχει θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στις προσπάθειες επίλυσης. Αυτό μπορεί να οδηγήσει πολλούς απελπισμένους Ε/κ πρόσφυγες στην επιτροπή αποζημιώσεων των κατεχόμενων, για να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης που βιώνουν αυτά τα χρόνια. Τότε φοβούμαι ότι θα αναγκαστούμε να παρέμβουμε ως κράτος και να τους προσφέρουμε αποζημιώσεις, για να μην ξεπουληθούν οι περιουσίες τους. Άρα και στη μη-λύση θα έχουμε πρόβλημα αποζημιώσεων που θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε μόνοι μας, μέσα σε αρνητικές οικονομικές συγκυρίες, χωρίς στήριξη. Ενώ με τη λύση θα έχουμε την αρωγή της διεθνούς κοινότητας, θα έχουμε πολύ θετικές προοπτικές ανάπτυξης και εισροή ξένων κεφαλαίων στον τόπο, που θα επιτρέψουν να αντιμετωπίσουμε καλύτερα τη μεγάλη αδικία που γίνεται έναντι των προσφύγων όλα αυτά τα χρόνια.