ΟΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ, Η ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΙ Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΑΣΚΕΨΗΣ

Η σοβαρότητα των διαφωνιών ανάμεσα στις δύο πλευρές για τον χαρακτήρα της διάσκεψης για την Κύπρο, πιστοποιεί ότι δεν πρόκειται για ένα δευτερευούσης σημασίας διαδικαστικό θέμα, αλλά για ένα εξόχως ουσιαστικό πολιτικό ζήτημα

Η συμμετοχή της ΚΔ στη διάσκεψη αποτελεί ακρογωνιαία και απαραίτητη προϋπόθεση, για να διασφαλιστεί η συνέχεια και η μετεξέλιξή της


Η σύγκληση διεθνούς διάσκεψης για την Κύπρο αναδεικνύεται σε μίαν από τις πλέον κρίσιμες πτυχές της διαπραγμάτευσης και της επίλυσης του Κυπριακού, με σημαντικές επιπτώσεις για την ίδια τη μορφή της λύσης την επαύριον μιας ενδεχόμενης συμφωνίας.

Η βαρύτητα, δε, που αποδίδουν στη σημασία, τις προϋποθέσεις, τη σύνθεση και τον χαρακτήρα της οι δύο πλευρές, της προσδίδει μια διαφιλονικούμενη διάσταση, που δεν αποκλείεται να την καταστήσει ένα από τα σοβαρότερα προσκόμματα στην προσπάθεια επίλυσης του κυπριακού προβλήματος.

Ένα από τα ερωτήματα, ασφαλώς, που εγείρονται, και αυτό αφορά κυρίως την ε/κ πλευρά, είναι γιατί όλα αυτά τα ζητήματα δεν διευκρινίστηκαν επί… χάρτου με πλήρη σαφήνεια πριν από τη συμφωνία για τη σύγκλησή της (12 Ιανουαρίου) στο περιλάλητο πλέον δείπνο των δύο ηγετών.

Ποια αναγκαιότητα επέβαλλε ένα τόσο μείζονος σημασίας ζήτημα, το οποίο αποτελούσε και μίαν από απαράβατες, και επί των κόκκινων γραμμών, θέσεις της πλευράς μας, να παραπεμφθεί στη διελκυστίνδα των «εποικοδομητικών ασαφειών», που γι’ ακόμη φορά μόνον εποικοδομητικές δεν είναι, αλλά άκρως επικίνδυνες;

Ποια διπλωματική χρησιμότητα ή «ευελιξία» επέτασσε οι ουσιώδεις παράμετροι μιας διάσκεψης, η οποία ίσως κρίνει και το μέλλον της Κύπρου, της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Κυπριακού Ελληνισμού, να παραμείνουν μετέωρες μες στην αχλή μιας τετελεσμένης ασάφειας, η οποία το μόνο που ικανοποιεί, είναι η αρχική και πάγια τουρκική θέση ότι αυτή (διάσκεψη) θα είναι Πενταμερής;

Και ποια… υπερβατική λογική, πρυτάνευσε επί της… κοινής λογικής, να συμφωνηθεί η ημερομηνία σύγκλησης μιας διεθνούς διάσκεψης, χωρίς προηγουμένως να έχουν συμφωνηθεί το ως προς τι, το ως προς πώς και το ως προς ποιος;

Μια συμφωνία που βρίθει πληθώρας ασαφειών, οι οποίες δίνουν λαβές για διαφορετικές και αλληλοσυγκρουόμενες ερμηνείες, εγείροντας πάμπολλα ερωτήματα και αμφιλογίες.

Η σοβαρότητα των διαφωνιών ανάμεσα στις δύο πλευρές, πιστοποιεί, επιπρόσθετα, ότι δεν πρόκειται για ένα δευτερευούσης σημασίας διαδικαστικό θέμα, που στερείται «ουσίας», όπως άφησε ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να νοηθεί στην πρόσφατη συνέντευξή του στο Sigma, αλλά για ένα εξόχως ουσιαστικό πολιτικό ζήτημα, με καθοριστικές προεκτάσεις για την επίλυση του Κυπριακού.

Πρόκειται, λοιπόν, για Πενταμερή Διάσκεψη, όπως δηλώνει η τ/κ πλευρά και όπως, κατ’ αρχάς, αφήνει να νοηθεί ο ειδικός σύμβουλος του Γ.Γ. των ΗΕ για το Κυπριακό Έσπεν Μπαρθ Έιντε, ή για Πολυμερή, όπως επιχειρεί να υποβάλει η πλευρά μας; Τι σημαίνουν όλοι αυτοί οι όροι; Και ποια σημασία, επί της ουσίας, έχει το ένα και το άλλο; Έπειτα, ποιοι θα συμμετέχουν σ’ αυτήν και με ποιο ρόλο; Πόσο επιβεβλημένη, αναγκαία ή σημαντική είναι η συμμετοχή της Κυπριακή Δημοκρατίας, αλλά και των άλλων «εμπλεκόμενων» ή ενδιαφερόμενων παραγόντων, πέραν των δύο κοινοτήτων και των τριών εγγυητριών δυνάμεων; Τι σημαίνει ενδεχόμενη συμμετοχή της ΚΔ και, ακόμη περισσότερο, ενδεχόμενη μη συμμετοχή της για την τελική μορφή λύσης του Κυπριακού;

Πενταμερής

Η σύγκληση πενταμερούς διάσκεψης, με τη συμμετοχή των τριών εγγυητριών δυνάμεων (Μεγάλης Βρετανίας, Ελλάδας, Τουρκίας) και των δύο κοινοτήτων, για την τελική διαπραγμάτευση του Κυπριακού (τελική διαπραγμάτευση η οποία θα περιλαμβάνει όλα τα «άλυτα» ζητήματα του προβλήματος), ήταν ο στόχος αρχήθεν της τουρκικής και της τ/κ πλευράς.

Απηχεί την τουρκική θέση ότι η Κυπριακή Δημοκρατία έχει παύσει να υφίσταται από το 1963-1964 και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να συμμετέχει σε μια τέτοια διάσκεψη.
Σύμφωνα με την τουρκική θεώρηση, τα συμβαλλόμενα σε αυτήν μέρη «θα εγκαθιδρύσουν μια νέα κατάσταση πραγμάτων, έναν νέο συνεταιρισμό δύο συνιστώντων κρατών».

Ως εκ τούτου, καταλύεται η συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και το νέο κράτος καθίσταται απόρροια της συμφωνίας δύο διαφορετικών και ίσων θεσμικών οντοτήτων.
Είναι πρόδηλο, δηλαδή, ότι τα αφορώντα τη σύγκληση της διεθνούς διάσκεψης, δεν αποτελούν, απλώς, διαδικαστικά ζητήματα, τα οποία θα παραμεριστούν όταν θα ξεκινήσει η διαπραγμάτευση και θα επέλθει η συμφωνία επί της «ουσίας», δηλαδή επί της ασφάλειας και των εγγυήσεων, αλλά σχετίζονται άρρηκτα με τις αναγνώσεις που διαχρονικά επιχειρούν οι δύο πλευρές του κυπριακού προβλήματος, με κύριο «επίδικο» την ίδια την ύπαρξη της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Και μια διεθνής διάσκεψη πενταμερούς σύνθεσης, όπως την εννοούν οι Τούρκοι, αποτελεί πλήρη επιβεβαίωση, αναγνώριση και αποδοχή της τουρκικής θέσης ότι Κυπριακή Δημοκρατία δεν υπάρχει.

Επιπρόσθετα, με αυτήν τη σύνθεση, η τουρκική πλευρά, διασφαλίζει έναν, κατά το μάλλον ή ήττον, ευμενή για την ίδια συσχετισμό δυνάμεων, αφού η παρουσία και άλλων παραγόντων στη διεθνή διάσκεψη, και μάλιστα ουσιαστικώς συμμετεχόντων σ’ αυτήν, όπως η ΕΕ και τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΕ, θα δυσχέραινε, αφενός, την ευόδωση των επιδιώξεών της για παρεκκλίσεις από το ευρωπαϊκό κεκτημένο και, αφετέρου, θα αποδυνάμωνε την προσπάθεια τής ε/κ πλευράς, για κατάργηση του υφιστάμενου καθεστώτος εγγυήσεων, και τη διαμόρφωση ενός νέου εγγυητικού πλαισίου, με «θεσμοφύλακες» και τοποτηρητές την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Συμβούλιο Ασφαλείας των ΗΕ.

Πολυμερής

Αντιθέτως, η ε/κ πλευρά υποστήριζε, διαχρονικά, ότι η διεθνής διάσκεψη θα πρέπει να συζητήσει και να αποφασίσει τα αφορώντα τη διεθνή πτυχή του Κυπριακού, δηλαδή ζητήματα που αφορούν την ασφάλεια, τις εγγυήσεις, τον εποικισμό, καθώς και άλλα ζητήματα που προκύπτουν από την παράνομη στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας στην Κύπρο και την παράνομη κατοχή, θεωρώντας τη συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας εκ των ων ουκ άνευ, κάτι που ήγειρε ως βασικό όρο.
Όπως ανέφερε στη συνέντευξή του στην Κυριακάτικη Σημερινή της 11ης Δεκεμβρίου 2016 ο διεθνολόγος Γιώργος Κέντας, «όσον αφορά την καθαυτό σύνθεση μιας διεθνούς (πολυμερούς) διάσκεψης για το Κυπριακό, η ελληνοκυπριακή κοινότητα εξέφρασε κατά διαστήματα διάφορες απόψεις».

Απόψεις, οι οποίες, μέσα στο υφιστάμενο πολιτικό συγκείμενο και τα «συμφραζόμενα» των ε/κ επιδιώξεων και εισηγήσεων, εξειδικεύονται στην πρόταση για ενεργό παρουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, πέραν, βεβαίως, της συμμετοχής της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Μια τέτοια συμμετοχή, αποτελεί ακρογωνιαία και απαραίτητη προϋπόθεση για να διασφαλιστεί η συνέχεια και η μετεξέλιξή της ΚΔ, αφού, όπως σημείωσε ο κ. Γιώργος Κέντας, «πρακτικά, για να διασφαλιστεί αυτό, η κατάργηση ή τροποποίηση των Συνθηκών του 1960 μπορούν να υπογραφούν μόνον εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας».

Εδώ έγκειται και η ουσία της θέσης της ε/κ πλευράς, ότι η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να είναι συμβαλλόμενο μέρος για να καταργηθούν οι Συνθήκες Εγγυήσεως και Συμμαχίας και σε αυτήν την πράξη κατάργησης μόνον αυτή μπορεί να εκπροσωπηθεί.

Επιπλέον, μια πολυμερής ή διευρυμένη διεθνής διάσκεψη, με τη συμμετοχή, επιπρόσθετα, της Ε.Ε., των ΗΠΑ, της Ρωσίας, της Κίνας και της Γαλλίας, θα διαφοροποιούσε το «δυσμενές», για την ε/κ πλευρά, ισοζύγιο δυνάμεων, αφού θα «εξουδετέρωνε» την προσπάθεια ελέγχου της από την πλευρά της Μεγάλης Βρετανίας και της Τουρκίας.

Και τόσο από τακτική όσο και επί της ουσίας διαπραγματευτική άποψη, η συγκεκριμένη σύνθεση αποτελεί απροϋπόθετο για την πλευρά μας, εάν θέλει, όντως, να εμμείνει μέχρι τέλους στην κατάργηση των εγγυήσεων ή σε μια νέα φόρμουλα για την ασφάλεια, με κατάργηση του υφιστάμενου καθεστώτος εγγυήσεων και την «εκχώρηση» αυτής στο Συμβούλιο Ασφαλείας των ΗΕ, αλλά, ακόμα, και στην ΕΕ.