Ξεκινά αύριο η συζήτηση του θέματος στο Συμβούλιο της Ευρώπης
Η κυπριακή κυβέρνηση με υπόμνημά της καταγγέλλει, μεταξύ άλλων, πως η Άγκυρα προέβη σε τουλάχιστον τέσσερεις σκόπιμες μετακινήσεις οστών και ζητεί όπως δοθούν σχετικές πληροφορίες
Στο Στρασβούργο μεταφέρεται από αύριο Τρίτη και για τρεις μέρες το θέμα των αγνοουμένων και η συμμόρφωση της Τουρκίας με σχετικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ). Ενόψει της συνεδρίασης αυτής, μάλιστα, η κυπριακή κυβέρνηση ετοίμασε σχετικό υπόμνημα προς το Συμβούλιο της Ευρώπης (ΣτΕ), μέσω του οποίου καταγγέλλει ότι η Άγκυρα προέβη σε τουλάχιστον τέσσερεις σκόπιμες μετακινήσεις οστών αγνοουμένων. Ζητεί, ταυτόχρονα, από την Τουρκία να δώσει πρόσβαση σε ζωτικής σημασίας πληροφορίες, να διεξαγάγει αποτελεσματικές έρευνες, αλλά και να δώσει πληροφορίες για τις μετακινήσεις οστών.
Το υπόμνημα
Σύμφωνα με το κυβερνητικό υπόμνημα, το οποίο απεκάλυψε χθες το ΚΥΠΕ, η ευθύνη για αποτελεσματική διερεύνηση για την τύχη και τις συνθήκες εξαφάνισης όλων των Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων βαραίνει αποκλειστικά την Τουρκία, ενώ το έργο της Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων (ΔΕΑ) δεν απαλλάσσει την Άγκυρα από τις ευθύνες της.
Η Λευκωσία υπενθυμίζει, εξάλλου, ότι η Τουρκία δεν έχει ακόμη συμμορφωθεί με την ετυμηγορία του δικαστηρίου, επιτείνοντας έτσι την αγωνία και την ταλαιπωρία των συγγενών των θυμάτων. «Η ΔΕΑ δεν είναι μέρος του εσωτερικού μηχανισμού διερεύνησης της Τουρκίας στο ζήτημα των αγνοουμένων προσώπων», αναφέρεται στο υπόμνημα, ενώ σημειώνεται ότι η ΔΕΑ είναι επιφορτισμένη με την ανθρωπιστική αποστολή της διακρίβωσης της τύχης όλων των αγνοουμένων στην Κύπρο.
Τα στοιχεία
Ακολούθως παρατίθενται τα στοιχεία της ΔΕΑ, που κάνουν λόγο για 988 περιπτώσεις αγνοουμένων που δεν έχουν εντοπιστεί ή ταυτοποιηθεί ακόμη, από τους συνολικά 1508. «Στην ουσία, αυτό σημαίνει ότι η Τουρκία είναι υπεύθυνη για το γεγονός ότι το 65% των ατόμων που εξαφανίστηκαν το 1974 εξακολουθούν να αγνοούνται».
Σημειώνεται επίσης ότι, αν συνεχιστεί η «ανησυχητική τάση» στις επιτυχημένες εκσκαφές, από 46% το 2007 στο 25% το 2016, τότε «το έργο της ΔΕΑ θα βρίσκεται σε σοβαρό κίνδυνο». Για να αποφευχθεί αυτό, προστίθεται, η Τουρκία πρέπει να συνεργαστεί σε όλα τα επίπεδα και σε όλες τις περιπτώσεις, ώστε να διασφαλιστεί η επιτυχία των εκσκαφών.
Συνεχής άρνηση
Ως προς τις μετακινήσεις οστών στα κατεχόμενα, η Λευκωσία αναφέρει ότι αυτό πιστοποιείται από τα αρχαιολογικά ευρήματα κατακερματισμένων οστών. Επικαλείται παράλληλα τη ΔΕΑ, η οποία έχει αποφανθεί ότι για τη μετακίνηση καταβλήθηκαν μεγάλες προσπάθειες με τη χρήση βαρέων μηχανημάτων.
«Οι σκόπιμες μετακινήσεις οστών έχουν συμβεί μέχρι στιγμής σε τέσσερα σημεία στις κατεχόμενες περιοχές», αναφέρεται, ενώ προστίθεται ότι οι περιπτώσεις αυτές δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν κλείσει, μέχρι την ανακάλυψη του συνόλου των οστών. Σύμφωνα με τη Λευκωσία, οι υποθέσεις θα εκκρεμούν μέχρι να ταυτοποιηθούν όλα τα λείψανα και να επιστραφούν στις οικογένειές τους.
Η κυπριακή κυβέρνηση αναφέρεται και στη συνεχιζόμενη άρνηση της Τουρκίας να ενημερώσει τη ΔΕΑ για τις τοποθεσίες όπου μετακινήθηκαν οστά, παρά τις συνεχείς εκκλήσεις και τις διάφορες αποφάσεις της Επιτροπής Υπουργών.
Πρόσβαση σε πληροφορίες
Σε σχέση με το αίτημα της Λευκωσίας για πρόσβαση σε πληροφορίες, στο υπόμνημα αναφέρεται ότι είναι ύψιστης σημασίας η πρόσβαση της ΔΕΑ σε στρατιωτικά και άλλα αρχεία της Άγκυρας. «Η Τουρκία δεν παρείχε ποτέ τις ζωτικής σημασίας πληροφορίες που η ΔΕΑ χρειάζεται, για να βρεθούν οι τοποθεσίες των αγνοουμένων που εθεάθησαν τελευταία φορά υπό τη συνοδεία του τουρκικού στρατού, προστίθεται.
Για την κυπριακή κυβέρνηση, η παροχή πληροφοριών αναφορικά με την περισυλλογή των νεκρών από τα πεδία μαχών πρέπει να καταστεί προτεραιότητα, με την Τουρκία να έχει ιδιαίτερη και σοβαρή ευθύνη για τη συγκεκριμένη αυτή πτυχή», τονίζεται και προστίθεται ότι μένει να αποδειχθεί κατά πόσον η Τουρκία θα ανταποκριθεί στο κάλεσμα της ΔΕΑ, κατά τρόπο χρήσιμο, έγκαιρο και καλόπιστο, που θα συνάδει με τις αποφάσεις του δικαστηρίου και της Επιτροπής Υπουργών του ΣτΕ.
Η Λευκωσία ζητά, τέλος, απρόσκοπτη πρόσβαση της ΔΕΑ σε στρατιωτικές ζώνες, ενώ σημειώνει ότι η άρνηση της Τουρκίας για καταβολή των ποσών που επιδικάστηκαν από το ΕΔΑΔ αποτελεί κατάφωρη παραβίαση των υποχρεώσεών της.
Προτάσεις για υιοθέτηση απόφασης
Την ίδια ώρα, η Κυπριακή Δημοκρατία προτείνει προς την Επιτροπή Υπουργών να λάβει μια απόφαση στην επικείμενη συνεδρία της, που να ζητά, μεταξύ άλλων, από την Άγκυρα την αυτεπάγγελτη εξέταση εκθέσεων και στρατιωτικών αρχείων που έχει στην κατοχή της αναφορικά με σημεία ταφής, τις μετακινήσεις οστών και τις περισυλλογές από τα πεδία των μαχών. Επίσης, ζητά να διασφαλιστεί η αποτελεσματική διερεύνηση και σύντομη κατάληξη των υποθέσεων, αλλά και να επαναβεβαιωθεί η άνευ όρων υποχρέωση της Άγκυρας να καταβάλει αποζημιώσεις.
Φωτίου: «Πρέπει να επιτραπούν εκταφές και σε στρατιωτικές ζώνες
Σε μία παράλληλη εξέλιξη, ο Επίτροπος Προεδρίας για Ανθρωπιστικά Θέματα Φώτης Φωτίου διεμήνυσε, χθες, πως η τουρκική πλευρά οφείλει χωρίς περιορισμούς να επιτρέψει τις εκταφές σε όλη την έκταση των λεγόμενων στρατιωτικών ζωνών, όπως και την πρόσβαση των ερευνητών στα αρχεία του τουρκικού στρατού, όπου είναι βέβαιο πως υπάρχουν πληροφορίες για πολύ περισσότερους των αγνοουμένων μας.
Σε ομιλία του στην κηδεία του φονευθέντος από τους Τούρκους το 1974 εθνοφρουρού Νικόλα Παλαζή, στην εκκλησία του Αγίου Κυπριανού στο Μένοικο, ο κ. Φωτίου είπε ότι τα οστά του Νικόλα εντοπίστηκαν πέρυσι σε μαζικό τάφο 16 συμπατριωτών μας στην περιοχή του Τράχωνα, κοντά στις φυλακές του ψευδοκράτους. Πολύ κοντά, σημείωσε, εντοπίστηκε και δεύτερος μαζικός τάφος με τα οστά 20 άλλων συμπατριωτών μας, που ήταν και αυτοί αγνοούμενοι για 41 χρόνια. Αγνοούμενοι αλλά, οι περισσότεροι, εν ψυχρώ εκτελεσθέντες.
Όλοι τους, εθνοφρουροί που υπηρετούσαν στα φυλάκια της περιοχής Ομορφίτας-Νέαπολης-Τράχωνα και έδωσαν άνισες μάχες με τους Τούρκους, ενώ ο λόχος που υπηρετούσαν, ο 3ος του 211 Τάγματος Πεζικού, ο οποίος κάλυπτε όλη εκείνη την περιοχή, δεν είχε δεχθεί καμία ουσιαστική ενίσχυση, πέραν ενός αριθμού εφέδρων, οι περισσότεροι των οποίων αφού είχε πια κριθεί η έκβαση της μάχης, με τη ρίψη των Τούρκων αλεξιπτωτιστών και την άφιξη και άλλων δυνάμεων από το τουρκικό προγεφύρωμα στην Κερύνεια.
Πολλές μαρτυρίες για μαζικές εκτελέσεις
Αρκετοί συμπατριώτες μας, είπε, που υπηρετούσαν στην περιοχή αυτή ως κληρωτοί ή έφεδροι, εκτελώντας το καθήκον τους για αντιμετώπιση του ξένου εισβολέα, εκτελέστηκαν εν ψυχρώ ενώ τελούσαν υπό αιχμαλωσία, και τα σώματά τους ρίφθηκαν σε δυο μαζικούς τάφους.
Μαζί ρίφθηκαν και τα σώματα εθνοφρουρών που έπεσαν στο πεδίο των μαχών. Υπάρχει, ανέφερε, και η μαρτυρία ότι αριθμός εξ αυτών, περιλαμβανομένου του Νικόλα Παλαζή, τοποθετήθηκαν ως ασπίδα μπροστά από επιτιθέμενη τουρκική μονάδα για να εξαναγκαστούν αμυνόμενοι εθνοφρουροί μας σε άλλα φυλάκια να παραδοθούν ή να τα εγκαταλείψουν, αν τους ήταν δυνατό, για να μην πλήξουν τους συμπολεμιστές τους που τελούσαν υπό αιχμαλωσία.
Είναι, βέβαια, γνωστές και αρκετές άλλες περιπτώσεις μαζικών εκτελέσεων εθνοφρουρών μας, αλλά και πολιτών μεγαλύτερης ηλικίας, για τις οποίες η τουρκική πλευρά οφείλει να επιδείξει τη δέουσα συνεργασία και να βοηθήσει στη διακρίβωση και της δικής τους τύχης.
Από τότε, συνέχισε, «έχουν περάσει 42 χρόνια και παραμένει ανεξακρίβωτη η τύχη χιλίων τόσων συμπατριωτών μας. Επιτέλους, θα πρέπει όλοι οι συγγενείς των αγνοουμένων μας να πάρουν απαντήσεις για την τύχη τους και να μπορέσουν να προσευχηθούν για τις ψυχές τους, όπως προστάζει η χριστιανική πίστη και οι παραδόσεις μας».
Οι ευθύνες της κατοχικής δύναμης
Οι ευθύνες της κατοχικής δύναμης αλλά και εκείνης της μερίδας των εξτρεμιστών μεταξύ των Τουρκοκυπρίων δεν μπορεί να αποκρύβονται, ανέφερε ο κ. Φωτίου.
«Η τουρκική πλευρά οφείλει, χωρίς περιορισμούς, να επιτρέψει τις εκταφές σε όλη την έκταση των λεγόμενων στρατιωτικών ζωνών, όπως και την πρόσβαση των ερευνητών στα αρχεία του τουρκικού στρατού, όπου είναι βέβαιο πως υπάρχουν πληροφορίες για πολύ περισσότερους των αγνοουμένων μας. Και, ειδικά, να δοθούν στοιχεία για το τεράστιο θέμα της μετακίνησης οστών από τους αρχικούς χώρους ταφής σε άλλους που παραμένουν άγνωστοι», κατέληξε ο Επίτροπος Προεδρίας.




