Παρά τις προσπάθειές μας, χίλιοι περίπου συμπατριώτες μας εξακολουθούν να αγνοούνται από τις μαύρες μέρες της τουρκικής εισβολής του 1974, καθώς και από την περίοδο 1963-1964, δήλωσε χθες ο Επίτροπος Προεδρίας Φώτης Φωτίου, κατά την ομιλία του σε μαθητές του Γυμνασίου Πέρα Χωρίου Νήσου.
Σύμφωνα με τον κ. Φωτίου, ο χρόνος είναι αδυσώπητος, αφού οι περισσότεροι γονείς έχουν ολοκληρώσει τον κύκλο της ζωής τους και αυτοί που έχουν απομείνει, τα παιδιά και οι σύζυγοι, φέρουν τα σημάδια και τα τραύματα που τους προκαλεί καθημερινά η αγωνία και ο εμπαιγμός του ισχυρού.
«Η πεποίθησή μας είναι πως εάν θελήσει η Τουρκία, είναι δυνατόν το θέμα των αγνοουμένων να οδηγηθεί στην οριστική και σωστή επίλυσή του», ανέφερε, προσθέτοντας πως τόσο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας όσο και όλες οι Υπηρεσίες του κράτους εργάζονται με όλη την καλή θέληση προς αυτή την κατεύθυνση, όπως και την αποφασιστικότητα για να τελειώσει επιτέλους η τραγωδία των συγγενών.
«Δυστυχώς, τόσο οι όροι εντολής της ΔΕΑ όσο και αποτελέσματα των εκταφών είναι πολύ περιορισμένα», είπε. Ενδεικτικά να σας αναφέρω ότι αν και το πρόγραμμα εκταφών της ΔΕΑ λειτουργεί πέραν των δέκα χρόνων, εντούτοις υπολείπεται η διευκρίνιση της τύχης 1.000 περίπου αγνοουμένων μας. Αντιλαμβάνεστε τον πόνο, το μαρτύριο και την αγωνία που βιώνουν οι οικογένειες, που αναμένουν για σχεδόν μισό αιώνα να πληροφορηθούν για την τύχη του δικού τους ανθρώπου.
Αναφερόμενος στην παρούσα κατάσταση, ο Επίτροπος Προεδρίας σημείωσε πως αν και είκοσι χιλιάδες Έλληνες και Μαρωνίτες Κύπριοι παρέμειναν μετά το τέλος της εισβολής στα χωριά τους, εντούτοις ο αριθμός αυτός μειώθηκε δραματικά λόγω των πιέσεων, της παρενόχλησης και των άλλων μέτρων του κατοχικού καθεστώτος εις βάρος τους.
«Ο αριθμός των Ελληνοκυπρίων που ζουν στην Καρπασία έχει μειωθεί στους 338 Ελληνοκυπρίους και στα μαρωνίτικα χωριά Καρπάσια και Κορμακίτης στους 105», πρόσθεσε.




