Η Ελβετία αποτελεί παραδοσιακά χώρο συναντήσεων, συσκέψεων και ευρύτερων επαφών με στόχο την επίλυση διεθνών διαφορών, την επίτευξη ειρήνης μεταξύ εμπολέμων και γενικότερα είναι ένα πεδίο εύφορο για την εξομάλυνση αντιθέσεων και την προσέγγιση αντιπάλων και εχθρικών στρατοπέδων. Η Κύπρος προσέρχεται εκούσα άκουσα για μια ακόμη φορά, μετά τη Ζυρίχη, τη Λουκέρνη, το Μπούργκενστοκ, τη Γενεύη, το Μοντρέ, στο ειδυλλιακό Mont Pelerin στις Ελβετικές Άλπεις, για τη συνάντηση των ηγετών των δύο κοινοτήτων, με στόχο για μια ακόμη φορά την επίτευξη συμφωνίας για το Κυπριακό, η οποία ευελπιστούν οι παράγοντες της διεθνούς κοινότητας, όσοι ακόμη ασχολούνται με το Κυπριακό, πως θα δώσει τέλος, επιτέλους, στην εξηκονταετή και πλέον πορεία ενός από τα μοναδικά διεθνή πολιτικά και άλυτα εισέτι, με μια μακρά ιστορική διαδρομή, προβλήματα της ανθρωπότητος.

Η αισιοδοξία είναι πολλές φορές απαραίτητο στοιχείο, ώστε να καλλιεργείται η θετική προοπτική του σκοπού και φυσικά η δημιουργία ενός ευνοϊκού κλίματος, που ψυχολογικά και ατμοσφαιρικά στηρίζει τις προσπάθειες για λύση. Η θετική προσέγγιση και η ανάλογη επικοινωνιακά περιρρέουσα ατμόσφαιρα της θέλησης των μερών να επιτύχουν λύση αποτελούν ένα απαραίτητο πλαίσιο, στο οποίο κινείται κάθε διαπραγμάτευση και εν προκειμένω, όλως ιδιαιτέρως, η σημερινή. Πέραν των καλών προθέσεων και της θετικά διακείμενης ενεργειακής διάστασης, που μπορεί πολλές φορές να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, και που εν προκειμένω αυτό το κλίμα διαχέεται στην κοινωνία, δημιουργώντας και τις ανάλογες προσδοκίες, δεν φαίνεται η επακριβής μελέτη του περιεχομένου της διαπραγμάτευσης και κυρίως των θέσεων των μερών να ανταποκρίνεται απολύτως στην πραγματικότητα.

Ποια είναι η πραγματικότητα που υφίσταται στις διαπραγματεύσεις με την τουρκική πλευρά; Η πραγματικότητα είναι η Τουρκία. Το έχουμε υπογραμμίσει πολλές φορές και σε αυτή τη στήλη και είναι γνωστό στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ πως η λύση του Κυπριακού εξαρτάται απολύτως πλέον από την Άγκυρα. Η Τουρκία ελέγχει κατά τρόπον αδιαμφισβήτητο, πολιτικά και οικονομικά, το κατεχόμενο βόρειο τμήμα της Κύπρου, του οποίου οι εκπρόσωποι και εν προκειμένω ο Ακιντζί δεν μπορούν να διαπραγματεύονται παρά μόνο στο πλαίσιο σαφών εντολών και οδηγιών της Άγκυρας. Επομένως, εφόσον το Κυπριακό εξαρτάται από την Άγκυρα, ας ρίξουμε μια ματιά να δούμε περί ποίας χώρας πρόκειται.

Η Τουρκία είναι η χώρα η οποία, διαχρονικά, στερεί από τους πολίτες της, τους Τούρκους υπηκόους, τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματά τους, είναι η χώρα που φυλακίζει διανοουμένους και πανεπιστημιακούς για τη διατύπωση κριτικής απέναντι στην ηγεσία, είναι η χώρα η οποία διώκει τις μειονότητες και εξοντώνει εθνότητες (βλ. Αρμένιοι, Πόντιοι, Έλληνες, Κούρδοι κ.ά.), είναι η χώρα της οποίας η ηγεσία θεωρεί τρομοκράτη οποιονδήποτε εντός της επικράτειας διαμαρτύρεται ή διατυπώνει διαφορετική άποψη ως προς τα πεπραγμένα της κυβέρνησης, φυλακίζοντάς τον άνευ δίκης σε συνθήκες απάνθρωπης αθλιότητας, όπου οι καταγγελίες περί βιασμών και βασανιστηρίων των κρατουμένων αποτελούν ένα καθημερινό άκουσμα στη διεθνή δημοσιότητα, είναι η χώρα η οποία πραγματοποιεί με οποιαδήποτε αφορμή στρατιωτικές επεμβάσεις στον διεθνή της περίγυρο, είναι η χώρα η οποία καθημερινά παραβιάζει τον ελληνικό εναέριο χώρο και απειλεί τα νησιά του Αιγαίου με κατάληψη, είναι η χώρα που κατέχει παρανόμως και βιαίως τη βόρεια περιοχή της Κύπρου, τέλος, είναι το κράτος που συνιστά τον πραγματικό μας συνομιλητή στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό εδώ και δεκαετίες, και με το οποίο προτιθέμεθα εντός του έτους, όπως διαχέεται, να συμπήξουμε κοινό κράτος. Το τι είδους κράτος θα παραχθεί από αυτή τη συμφωνία μπορεί κανείς πολύ εύκολα και χωρίς ειδικές γνώσεις να υποθέσει.

Το μέλλον της Κύπρου εκπονείται στην Άγκυρα ως στρατηγική του τουρκικού κράτους για τον έλεγχο της Μεσογείου και την εποπτεία της Μέσης Ανατολής, αρθρώνεται από τους γνωστούς διεθνείς παράγοντες με κατασκευασμένα διακοσμητικά φτιασιδώματα προς τέρψιν και αποπροσανατολισμό του λαού, μεταφέρεται από τον Ακιντζί, που λειτουργεί εκών άκων ως φερέφωνο της Άγκυρας, χωρίς δηλαδή ίδια αυτοδύναμη ικανότητα ανάπτυξης και παραγωγής πολιτικής, και υιοθετείται εντέλει ως πλαίσιο συνομιλιών από την ελληνοκυπριακή πλευρά, απούσης ουσιαστικά μιας ενεργού κριτικής πολιτικής παρουσίας των Αθηνών πλέον, χωρίς να έχει η Κύπρος ούτε τη δύναμη, ούτε την πολιτική ικανότητα να μπορέσει στο στάδιο που παρουσιάζονται οι εξελίξεις να μεταβάλει οτιδήποτε επί το ουσιαστικότερον για τα ελληνικά συμφέροντα.

Η Κύπρος οφείλει να σχεδιάσει τη στρατηγική εξόδου από τη σημερινή κατάσταση μιας διαπραγματευτικής παγίδας που διεξάγεται υπό τουρκικούς όρους και να οικοδομήσει μία νέα πολιτική, η οποία να ακολουθεί τη Θουκυδίδεια υπόδειξη του «δικαίου των ισοδυνάμων», που σημαίνει την ενδυνάμωση της Κύπρου και του κυπριακού Ελληνισμού ως κρατικής υπόστασης, δηλαδή ως Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να διεκδικήσει την αποκατάσταση της διεθνούς νομιμότητας μέσα από την αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής και των εποίκων, και την προώθηση ενός πλαισίου λύσης που να υπηρετεί τον κυπριακό Ελληνισμό και τον κυπριακό λαό στο σύνολό του διά της οικοδόμησης ενός σύγχρονου κρατικού οικοδομήματος, που να ανήκει στους Κυπρίους στο σύνολό τους ως λαού και ως κοινότητας.

Το πλαίσιο λύσης θα πρέπει να προστατεύει τις εθνότητες και τις μειονότητες της Κύπρου μέσα από την οργάνωση δομών πολιτικής αυτονομίας, ενώ ταυτόχρονα θα είναι ένα σύγχρονο κράτος, του οποίου ο λαός θα ψηφίζει την κυβέρνησή του και που θα είναι δομημένο σε ομοσπονδιακή διάρθρωση, που θα προσομοιάζει προς όλες τις ομοσπονδίες του κόσμου. Το κυριότερο όμως είναι πως αυτό το κράτος θα πρέπει να είναι απαλλαγμένο από κάθε μορφής εγγύηση και επεμβατικά δικαιώματα τρίτων χωρών. Αυτό το μοντέλο θα έπρεπε να είναι η σύγχρονη μορφή οργάνωσης του κυπριακού κράτους, εάν θέλουμε να προσδοκούμε σε βιωσιμότητα και λειτουργικότητα ενός κρατικού μορφώματος. Διαφορετικά, δεν έχουμε κανένα λόγο να θυσιάσουμε την Κυπριακή Δημοκρατία, για μια επισφαλή και εξαιρετικά επικίνδυνη για την υπόσταση του κυπριακού Ελληνισμού λύση.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών για τον
Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο