Ο ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΦΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ

Αν μπορούσαμε να διαβάσουμε τον τουρκικό αναθεωρητισμό λελογισμένα, μέσα στη μακρά ιστορική του προοπτική, ίσως άλλαζε και η οπτική μας για όλες τις δύσθυμες «αμφισημίες» που μας κατακλύζουν, καταβάλλοντάς μας

Ο στρατηγικός μαξιμαλισμός της Άγκυρας δεν είναι ποτέ τόσο σαφής και αδιάσειστος όσο μέσα στην εκφορά της ωμότητας και της υπερβολής του


Το παιχνίδι των αμφισημιών συνεχίζεται εξουθενωτικά στο Κυπριακό. Όλα συμβαίνουν, ώστε εκείνο που φαίνεται να είναι πολύ κοντά, στην πραγματικότητα είναι πολύ μακριά, και το αντίστροφο (ίδε επαναλαμβανόμενες δηλώσεις του Γ.Γ. του ΑΚΕΛ, Άντρου Κυπριανού, ότι η λύση είναι πολύ κοντά αλλά και πολύ μακριά), αλλά και η όποια πρόοδος επισυμβαίνει, να συνεχίζει να διατηρεί τις ίδιες ακροσφαλείς αποστάσεις από την επίτευξη λύσης (ίδε μόνιμο τροπάριο του Προέδρου της Δημοκρατίας έπειτα από κάθε συνάντηση με τον Μουσταφά Ακιντζί).

Την ίδια ώρα, εδώ και αρκετό καιρό, υπό το πρόσχημα της εμπιστευτικότητας της διαπραγματευτικής διαδικασίας, η σχεδόν πλήρης συσκότιση και μυστικότητα διαδέχθηκε τη δημόσια συζήτηση και ενημέρωση, έτσι που κανείς να μην μπορεί να διανύσει, με ενάργεια, την απόσταση ανάμεσα στις «συναντιλήψεις», τις «συγκλίσεις» και τις «συμφωνίες», ούτε να κατανοήσει επακριβώς σε τι συνίστανται αυτές.

Εσχάτως, παρατηρούνται και μερικά ανησυχητικά ρήγματα στο σώμα των ίδιων των επιτευχθεισών «συμφωνιών», λόγω «ερμηνευτικών» παλινδρομήσεων ή και ευθαρσών υπαναχωρήσεων της τουρκικής πλευράς, που βάζουν στην προοδευτική κίνηση προς την τελική διευθέτηση του Κυπριακού, ύπουλες και επικίνδυνες τρικλοποδιές. Με αποτέλεσμα, το πισωγύρισμα στις βαθύκολπες εστίες του διαπραγματευτικού τέλματος, που έκαναν την επίλυση του κυπριακού προβλήματος, στο εγγύς τουλάχιστον μέλλον, να φαντάζει εξαιρετικά απίθανη.

Εξ ου και ο δύσθυμος μεταβολισμός των διαθέσεων, από την υπερβολική και άκρατη αισιοδοξία για επίτευξη λύσης πριν από το τέλος του χρόνου, έως τη στείρα αποκαρδιωτική απαισιοδοξία, ότι το Κυπριακό δεν λύνεται ούτε τώρα, ούτε και ποτέ.

Η πραγματικότητα βάλλεται από παντού

Η πραγματικότητα, προφανώς, επιδέχεται επιθέσεις από παντού και απ’ όλες τις πλευρές: Τόσο από εκείνους που τη θέλουν να συμπέσει με τη διαβρωτική ιδεοληψία τους για «λύση χθες», όποιο κι αν είναι το κόστος, αφού η μη λύση αποτελεί, γι’ αυτούς, ιστορικό ανάθεμα για την Κύπρο, όσο και από εκείνους που τη θέλουν να ευθυγραμμιστεί με την επιθυμία τους για έναν «καθαρό» θρίαμβο της δικαιοσύνης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, λες και όσα συμφωνήθηκαν, προσυπογράφηκαν και συζητούνται εδώ και χρόνια στην τράπεζα της διαπραγμάτευσης, έχουν οιαδήποτε σχέση με όλα αυτά.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ζόφου, αβεβαιότητας και αμφιλογιών, όπου ακόμα και εκείνοι που ενετάλθησαν να διαχειριστούν τα «πεπρωμένα» του τόπου λυγίζουν κάτω από την πύκνωση του ιστορικού και πολιτικού χρόνου, καλείται ο πολίτης να καταλάβει, να κρίνει και να αποφασίσει ανεπηρέαστα για το μέλλον του. Ένα μέλλον που, και στα δύο αφηγήματα, διαγράφεται ήδη ζοφερό.

Ο αναθεωρητισμός του Ερντογάν

Ίσως, ωστόσο, ένας παράγοντας που θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν δείκτης ενάργειας έναντι των αμφισημιών της παρούσας συγκυρίας του Κυπριακού, να είναι η πέραν οιασδήποτε αμφισημίας στάση (λόγος και εμπράκτως διακηρυγμένη θέση) της τουρκικής ηγεσίας αναφορικά με τη Συνθήκη της Λωζάννης και όσα εκπορευόμενα εξ αυτής διέπουν το σύγχρονο διεθνές σύστημα.

Αν μπορούσαμε να διαβάσουμε τον τουρκικό αναθεωρητισμό λελογισμένα, μέσα στη μακρά ιστορική του προοπτική, ίσως άλλαζε και η οπτική μας για όλες τις δύσθυμες «αμφισημίες» που μας κατακλύζουν, καταβάλλοντάς μας. Γιατί ο στρατηγικός μαξιμαλισμός της Άγκυρας δεν είναι ποτέ τόσο σαφής και αδιάσειστος όσο μέσα στην εκφορά της ωμότητας και της υπερβολής του.

Ο Ρ. Τ. Ερντογάν επανήλθε την περασμένη Πέμπτη, με ανανεωμένη αναθεωρητική ορμή όσον αφορά τη Συνθήκη της Λωζάννης, διαμηνύοντας ότι, «όταν αλλάζουν τα πάντα στον κόσμο από τότε που ιδρύθηκε η Δημοκρατία μας, το να μένουμε πίσω σε εκείνη την ημερομηνία, αυτό δεν είναι νίκη», ενώ έγινε ακόμα πιο συγκεκριμένος για το πώς και μέχρι πού ονειρεύεται την αναβίωση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, υπό τη μορφή του σύγχρονου τουρκικού κράτους, «υπενθυμίζοντας» πως «από 2,5 εκατομμύρια τ.μ. που ήταν τα εδάφη της το 1914, 9 χρόνια μετά, με την υπογραφή της Λωζάννης και λίγο μετά με την προσάρτηση της Αντιόχειας μαζί, αυτά έπεσαν στα 780 χιλιάδες τ.μ. Από 2,5 εκατ. στα 780 χιλιάδες».

Υπάρχουν εχέγγυα;

Είναι προφανές ότι ο Τούρκος Πρόεδρος δεν παίζει, ούτε μπλοφάρει. Και η επαναλαμβανόμενη αμφισβήτηση εκ μέρους του της Συνθήκης της Λωζάννης, φαίνεται να σηματοδοτεί την κορύφωση μιας διαδικασίας αναθεωρητισμού της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, με σαφείς νεο-οθωμανικές βλέψεις ιστορικής αποκατάστασης εις βάρος, κυρίως, του Ελληνισμού. Και, προφανώς, σ' αυτήν την προοπτική, η Κύπρος και το Κυπριακό δεν εξαιρούνται της αναζωπυρωθείσας νεο-οθωμανικής ηγεμονικής αμετροέπειας.

Τούτου δοθέντος, θα πρέπει να απαντηθεί, το δίχως άλλο, το ερώτημα: Ποια εχέγγυα καθιστούν βιώσιμη και ιστορικά τελεσφόρα για τον κυπριακό Ελληνισμό μια ενδεχόμενη λύση του κυπριακού προβλήματος; Και επιπρόσθετα: Θα μπορούσε η Τουρκία, με όρους Realpolitik, να αποδεχθεί ή να εργαστεί για μια λύση στην Κύπρο, η οποία θα παρεμπόδιζε ή δεν θα υποβοηθούσε την υλοποίηση των αναθεωρητικών της σχεδίων;

Γεωπολιτική αναδιευθέτηση

Στην πολιτική, θα το επαναλάβουμε, τα γεγονότα είναι στρατηγικές επιτελέσεις, συμπυκνώνουν και εκφράζουν μορφοποιήσεις δράσεων και σχέσεων δύναμης. Τα «γεγονότα», υπό αυτήν την άποψη, που επιχειρεί να διαμορφώσει η Τουρκία στο Αιγαίο, στη Δυτική Θράκη, στην Κύπρο, στη Συρία, στο Ιράκ, και αλλαχού, με την ευθεία αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάννης αλλά και με τον απροκάλυπτο επεκτατισμό της, αποτελούν προϊόν παρέμβασης, διά της χρήσεως της απειλής της στρατιωτικής ισχύος, στο πεδίο του συσχετισμού δυνάμεων, προκειμένου να παραχθούν και να ενθυλακωθούν, σ’ αυτό το τελευταίο, ως αναπόδραστα, συγκεκριμένα πολιτικά αποτελέσματα.

Διά της κλιμακώσεως των αμφισβητήσεων, των «εναλλακτικών ερμηνειών» των διεθνών συνθηκών, προς ίδιον όφελος, στα «όρια του διεθνούς δικαίου», όπως εύστοχα επισήμανε πρόσφατα περινούστατος διεθνολόγος, ενδεχομένως και της δημιουργίας κρίσης και διά της διαχειρίσεως της κρίσης, η Άγκυρα επιχειρεί να αναδιευθετήσει προς όφελός της τους εξυφαινόμενους σχεδιασμούς στο ενεργειακό και στο ευρύτερο γεωπολιτικό πεδίο, στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Η λύση του Κυπριακού, όχι η «όποια» λύση, αλλά η συγκεκριμένη που τεκταίνεται, ερείδεται πάνω αλλά και αναμοχλεύει όλα αυτά.