Η ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ, ΒΟΡΑ ΣΤΗΝ ΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΘΕΣΙΘΗΡΙΑ

Οι πολιτικές δυνάμεις, γι' ακόμη μια φορά, δεν δείχνουν ότι έχουν λάβει τα μηνύματα που στέλνουν οι πολίτες, υποθηκεύοντας τις Δημοτικές στη λογική των πολιτικών συσχετισμών

Πίσω από τις πομπώδεις διακηρύξεις για το ακηδεμόνευτο των αυτοδιοικητικών δομών και την ανάθεση πρωταγωνιστικού ρόλου στις τοπικές κοινωνίες, δρα και ενεργεί ο κηδεμονευτικός ρόλος των κομμάτων


Οι δημοτικές εκλογές, παρότι περιενδυμένες τον ευφημισμό του… απολίτικου, έχουν, για τα κόμματα, πάντοτε μιαν εξαιρετικά δραστική πολιτική αγωγιμότητα. Εν πρώτοις, είναι η μοναδική εκλογική αναμέτρηση, πέραν των Προεδρικών, που καθιστά δυνατές τις συνεργασίες μεταξύ των κομμάτων, οι οποίες ενίοτε προσλαμβάνουν τον χαρακτήρα προκρίματος γι’ αυτές τις τελευταίες.

Καθώς προηγούνται κατά τι χρονικώς αυτών, λειτουργούν, κατά κανόνα, ως πρόπλασμα και εφαλτήριο συμμαχικών συσσωματώσεων, έστω κι αν τα κόμματα φροντίζουν, αναλόγως των πολιτικών σχεδιασμών και αναγκών τους, να απωθήσουν την πολιτική διάσταση, την οποία, εκ των πραγμάτων, ενέχουν. Υπό αυτήν τη σημασία, οι εκλογές στην τοπική αυτοδιοίκηση καθίστανται το πεδίο μιας ευάγωγης πολιτικο-κομματικής συναλλαγής, με εξαργυρώσιμο αντίδωρο τις εκλογές για την Προεδρία του κράτους.

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, το γεγονός ότι, κατά «παράδοσιν», η κύρια πολιτική δύναμη του ενδιάμεσου χώρου, το Δημοκρατικό Κόμμα, που μεταπολεμικά «μονοπώλησε» τη διεκδίκηση και κατάληψη της εξουσίας μέσα από τριμερείς ή διμερείς -με το ΑΚΕΛ- συνεργασίες, «χρησιμοποίησε» τις αυτοδιοικητικές εκλογές ως το ανταλλάξιμο δέλεαρ για την υποστήριξη υποψηφίων του για την Προεδρία της Δημοκρατίας. Πρακτική που «ευδοκίμησε» τόσο επί ηγεσίας Σπύρου Κυπριανού όσο και επί ηγεσίας Τάσσου Παπαδόπουλου. Ειδικά οι επί θύραις, αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς αποτελούν την πρώτη «αντικειμενική» καταγραφή της πολιτικής δύναμης των κομμάτων μετά τις βουλευτικές εκλογές του Μαΐου, εν μέσω, μάλιστα, «καταιγιστικών» εξελίξεων στο Κυπριακό.

Ο ελλέβορος των κομματικών παρεμβάσεων

Έτσι, όσο περνούν οι μέρες, τόσο περισσότερο όζει ο ελλέβορος των κομματικών παρεμβάσεων στα της τοπικής αυτοδιοίκησης. Πίσω από τις πομπώδεις διακηρύξεις για το ακηδεμόνευτο των αυτοδιοικητικών δομών, για την ανάθεση πρωταγωνιστικού ρόλου στις τοπικές κοινωνίες, για την αναβάθμιση του θεσμού της τοπικής αυτοδιοίκησης ως βασικού κυττάρου της δημοκρατίας, οι δημοτικές εκλογές γίνονται, για μιαν ακόμη φορά, βορά στην κομματική θεσιθηρία.

Κανείς δεν φαίνεται να μένει έξω από αυτό το «άπληστο» αλισβερίσι. Όλα τα κόμματα πλειοδοτούν σε λόγους για τον σεβασμό της βούλησης των τοπικών κοινωνιών, στην πράξη, όμως, και χωρίς προσχήματα, ποδηγετούν και κατευθύνουν τις αυτοδιοικητικές διεργασίες σ’ ένα φαγοπότι ακραίας συναλλαγής και αλληλοεξυπηρετήσεων.
Το σκηνικό των δημοτικών εκλογών στήνεται, απροκάλυπτα πια, στις ενδοκομματικές συναγωγές και στα διακομματικά κονκλάβια, τα οποία διαδέχονται το ένα το άλλο, έως ότου επιτευχθεί η…δίκαιη μοιρασιά. Οι κομματικές παρεμβάσεις όχι μόνον αμελητέες δεν είναι, αλλά, κατά κανόνα, λειτουργούν ως το υπόβαθρο των διεξαγόμενων ζυμώσεων σε «κοινωνικό και τοπικό επίπεδο», ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις όπου η κομματική επιβολή γίνεται τόσο ωμά και απροκάλυπτα, χωρίς καν διαβουλευτική επίφαση.

Πρωταγωνιστές αυτού του κακόγουστου θεάτρου, οι κάθε λογής περιώνυμοι «ανεξάρτητοι» υποψήφιοι, που περιενδύονται το «χρίσμα» του υπερκομματικού, για να ψηφοθηρήσουν πάνω στο ορεγόμενο αυτοδιοίκηση και αυτοοργάνωση σώμα των τοπικών κοινωνιών. Οι οποίες κατήντησαν να λειτουργούν ως υποζύγια των κατά τόπους κομματικών θυλάκων - κατά κόσμον «επαρχιακές» και «τοπικές» επιτροπές.

Το πιο προκλητικό δε, είναι ότι αρκετοί αυτοαποκαλούμενοι ανεξάρτητοι ή υπερκομματικοί υποψήφιοι έχουν ήδη το χρίσμα του κόμματος από το οποίο προέρχονται ή τη στήριξη συνεργαζόμενων κομμάτων, ενώ ουκ ευάριθμες υποψηφιότητες είναι σαφούς ιδεολογικοπολιτικής κατεύθυνσης, δεδομένο που αποδυναμώνει οιαδήποτε άλλα κριτήρια επιλογής.

Όχι προκρίματα, μάλλον… κρίματα

Βεβαίως, κατά κανόνα, τα… δημεγερτικά, προ της κάλπης, μηνύματα των αυτοδιοικητικών εκλογών, που βγάζουν τη μουχλιασμένη πολιτική των κομματικών γραφείων στους πολύβουους δρόμους της καθημερινής ώσμωσης και στέλνουν τον κάθε πολιτικάντη κατεργαρέο στον πάγκο του, μετατρέπονται εν μιά νυχτί, αναλόγως αποτελέσματος, σε σήματα μιας ήσσονος σημασίας τοπικής αυτορρύθμισης, που ούτε μηνύματα είναι πλέον, ούτε προκρίματα, μάλλον… κρίματα μιας θλιβερά πτωτικής πολιτοφροσύνης.

Αλλά ποιας τοπικής ιδιαιτερότητας βλέπουμε, αλήθεια, να παίζεται η ψυχωφελής παράσταση, όταν, παντού και καθ’ ολοκληρίαν, καταβάλλεται προσπάθεια να υποθηκευτούν οι δημοτικές στην παγκύπρια προοπτική των κομμάτων, στη λογική των συσχετισμών και στην «επάρατη» λογιστική της προεδρικής εκλογής του 2018; Είναι τυχαίο ότι διενεργήθηκε, από κάποιους, μια πρόβα τζενεράλε των μελλοντικών συνεργασιών, με όλους σχεδόν τους δυνατούς συνδυασμούς στο τραπέζι; (Κάποιοι δοκιμάζονται σε ευρεία κλίμακα και άλλοι αποδεικνύονται εκ προοιμίου προβληματικοί).

Απάντηση της κοινωνίας η αποχή

Σ’ αυτήν την ηθελημένη, οργανωμένη και μεθοδευμένη παραχάραξη, η κοινή γνώμη, όπως διαφαίνεται, θα αντιδράσει, ακόμη μια φορά, με την αποχή. Όσο κι αν αυτή η τελευταία αναγιγνώσκεται ποικιλοτρόπως, όσο κι αν, πέρα από την απόρριψη της ούτω ασκουμένης πολιτικής και την αποστροφή προς ένα υπνοβατούν, πλέον, μέσα στη δυσμοιρία του πολιτικό σύστημα, ενέχει κι ένα στοιχείο αδιαφορίας, αποτελεί την πιο εύγλωττη απάντηση στην αδυναμία των κομμάτων να λάβουν τα μηνύματα της κοινωνίας, να αντιληφθούν την απαρέσκειά της ως εξόχως πολιτική στάση και όχι σαν δευτερεύουσας σημασίας στατιστικό μέγεθος, να επιχειρήσουν, εν τέλει, να μεταρρυθμιστούν προς την κατεύθυνση μιας ουσιαστικής δημοκρατικοποίησης της πολιτικής και -εν τη πράξει- προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της λαϊκής συμμετοχικότητας.
 

Αντ’ αυτού, αναλώνουν τις προσπάθειές τους στην αποδυνάμωση του ρόλου των τοπικών κοινωνιών και στην επέκταση της κομματικής κηδεμόνευσης, ακόμα και στις περιπτώσεις εκείνες όπου είναι προφανής η διαφοροποίηση αυτών των τελευταίων από τα κομματικά θέσφατα. Ακόμα και με τίμημα τη ρηγμάτωση της κομματικής στρατηγικής, η οποία, για κάποιους, είναι περισσότερο από κραυγαλέα, παρά την προσπάθεια να την εξαφανίσουν μέσα στις αλχημείες των αριθμών.

Τα εν λόγω μηνύματα της κοινωνίας στέλνονται εδώ και αρκετόν καιρό, προφανώς, όμως, εις ώτα μη ακουόντων. Ειρήσθω εν παρόδω, επί της ουσίας, και παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις και την εξαγγελθείσα ανάληψη πρωτοβουλιών, δεν φαίνεται να πολυενδιαφέρει τις κομματικές ηγεσίες το φαινόμενο της αποχής. Φαντάζει ακόμα, έστω με ημίμετρα και συμψηφισμούς σπασμωδικών ενεργειών, διαχειρίσιμη, καθώς, στην κυπριακή πολιτική, όπως δείχνει η ιστορική εμπειρία, οι πολιτικές και κομματικές μεταβολές επισυμβαίνουν με πολύ αργούς ρυθμούς και ποτέ συντριπτικά, οπόταν θεωρούν ότι έχουν την πολυτέλεια να αγνοήσουν την αποστροφή των πολιτών και της κοινής γνώμης.