ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΟΙ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΑΝΑΦΕΡΕΙ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΥΠΕΞ
«Η Τουρκία δεν είναι μόνο η Τουρκία», δήλωσε ο Πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος με αφορμή την υπόθεση της Μουσούλης είπε πως η Τουρκία, «εκτός από τα 79 εκατομμύρια των πολιτών της, φέρει ευθύνη και απέναντι στα εκατοντάδες εκατομμύρια αδέλφια μας στη γεωγραφική περιοχή με την οποία μας συνδέουν ιστορικοί και πολιτισμικοί δεσμοί».
Στο πλαίσιο αυτό, ο Ερντογάν έκανε λόγο και μεταξύ άλλων για τη «Δυτική Θράκη», την Κύπρο, τη Θεσσαλονίκη και τα νησιά του Αιγαίου. Συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι «ορισμένοι ιστορικοί θεωρούν πως τα σύνορα του «εθνικού συμβολαίου» περιλαμβάνουν επίσης την Κύπρο, το Χαλέπι, τη Μουσούλη, το Αρμπίλ, το Κιρκούκ, το Μπατούμ, τη Θεσσαλονίκη, το Κίρτζαλι, τη Βάρνα και τα νησιά του Αιγαίου.
Είναι καθήκον, αλλά και δικαίωμα της Τουρκίας», συνέχισε, «να ενδιαφέρεται για το Ιράκ, τη Συρία, τη Λιβύη, την Κριμαία, το Καραμπάχ, τη Βοσνία και τις άλλες αδελφές περιοχές. Η Τουρκία δεν είναι μόνο η Τουρκία», «Η στιγμή που θα παραιτηθούμε από αυτό, θα είναι η στιγμή που θα χάσουμε την ανεξαρτησία μας και το μέλλον μας», είπε.
Άμεση ήταν η αντίδραση του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, το οποίο εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία αναφέρει: «Η δημόσια ανακίνηση ιστορικών και ειδικά συνοριακών ζητημάτων, που η Συνθήκη της Λωζάννης έχει ρυθμίσει οριστικά και αμετάκλητα, διαμορφώνοντας αντικειμενικά δεδομένα δεσμευτικά για όλους, είναι προκλητική και υπονομεύει την περιφερειακή σταθερότητα.
Ο σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου και των Διεθνών Συνθηκών επιβάλλει τη διατύπωση υπεύθυνων θέσεων, μακριά από παρωχημένους αναθεωρητισμούς. Η Θράκη είναι ελληνική, δημοκρατική και ευρωπαϊκή. Οποιαδήποτε άλλη σκέψη είναι αδιανόητη και επικίνδυνη».
Σύμφωνα με τον Τούρκο Πρόεδρο, το 1920 η τότε τουρκική Εθνοσυνέλευση έλαβε απόφαση περί του «εθνικού συμβολαίου», το οποίο περιλάμβανε τα σύνορα της Τουρκίας, και τόνισε ότι με βάση την απόφαση εκείνη, τα σύνορα στις περιοχές του οθωμανικού κράτους όπου υπήρχε αραβική πλειοψηφία κατά την υπογραφή της Συνθήκη του Μούδρου το 1918, θα έπρεπε να ορισθούν σύμφωνα με την εκφρασμένη μέσω δημοψηφίσματος βούληση των ίδιων των πληθυσμών.




