Μετά την τριμερή της Νέας Υόρκης, το Κυπριακό βαδίζει αισίως στη δεύτερη εντατικοποιημένη φάση, με την τελική κατάληξη να μοιάζει αβέβαιη. Στο Ρινγκ αυτής της εβδομάδας φιλοξενούμε τον Διευθυντή του «Κέντρου Μελετών Τάσσος Παπαδόπουλος», Χρύση Παντελίδη, και τον Διευθυντή του «Ινστιτούτου Γλαύκος Κληρίδης», Μιχάλη Σοφοκλέους.

Ερωτήσεις

(1) Ποιους σκοπούς εξυπηρετεί, κατά την άποψή σας, η απόφαση του Προέδρου να καλέσει το Εθνικό Συμβούλιο να τον συνοδεύσει στο εξωτερικό για τη συζήτηση του εδαφικού;

(2) H Κυβέρνηση δήλωσε πως δεν αποκλείεται τουρκικός τακτικισμός της τελευταίας στιγμής. Σε ποια θέματα ενδεχομένως να δούμε αλλαγή της τουρκικής στάσης και πώς θα πρέπει να προετοιμαστεί η πλευρά μας σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο;

(3) Σε περίπτωση σύγκλησης πολυμερούς διάσκεψης, ποια λάθη του παρελθόντος θα πρέπει να αποφευχθούν;

Απαντήσεις Παντελίδη

1) Είναι θετικό και αναγκαίο να ενημερώνεται το Εθνικό Συμβούλιο και πολύ περισσότερο να συνδιαμορφώνει την τακτική που ακολουθείται. Και λυπούμαι να παρατηρήσω ότι επί διακυβέρνησης Αναστασιάδη, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, δεν γινόταν κάτι τέτοιο. Όμως, το ερώτημα σε σχέση με το χρονοδιάγραμμα και τη διαδικασία - στην οποία όπως είναι φανερό αφέθηκε και σύρεται ο Πρόεδρος Αναστασιάδης - είναι άλλο: γιατί ο Πρόεδρος Αναστασιάδης δεν ζητά συζήτηση του εδαφικού τώρα, άμεσα, ΠΡΙΝ δηλαδή από την εντατικοποίηση της συζήτησης στις πτυχές που καλείται η ελληνοκυπριακή κοινότητα να κάνει υποχωρήσεις; Ποια θα είναι η διαπραγματευτική ισχύς του Προέδρου Αναστασιάδη όταν θα έχουν κλείσει οι πτυχές που ενδιαφέρουν τους Τουρκοκυπρίους; Καμία. Άρα το σημαντικό δεν είναι ποίοι θα συνοδεύουν τον Πρόεδρο στη συζήτηση του εδαφικού· το σημαντικό είναι να συζητηθεί το εδαφικό άμεσα, τώρα. Έτσι ώστε να διαφανεί αν πρόθεση της Τουρκίας είναι να συμβάλει σε σωστή, λειτουργική και βιώσιμη λύση ή αν πρόθεσή της είναι να κερδίσει και άλλες «γενναιόδωρες προσφορές», όπως συμβαίνει τα τελευταία οκτώμισι χρόνια, για να τις αξιοποιήσει ως «κεκτημένα» στη συνέχεια.

2) Μακάρι να υπάρξει αλλαγή της τουρκικής στάσης προς τη σωστή κατεύθυνση. Δυστυχώς, όμως, με την τακτική που ακολουθούν τα τελευταία οχτώ χρόνια οι Πρόεδροι Χριστόφιας και Αναστασιάδης, είτε απο-ενοχοποιούν την Τουρκία είτε την επιβραβεύουν για την αδιάλλακτη και προκλητική στάση που τηρεί. Οκτώμισι χρόνια συζητούμε τη διακυβέρνηση, τον διαμοιρασμό εξουσίας, τα θέματα οικονομίας και τα θέματα Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή τα θέματα που έχουμε να δώσουμε. Με αποτέλεσμα, η ελληνοκυπριακή κοινότητα να κάνει συνέχεια υποχωρήσεις και η Τουρκία να παραμένει ανενόχλητη, αδιάλλακτη και προκλητική, χωρίς να την εκθέτει κανείς. Άρα πρέπει, έστω και τώρα, να επιμείνουμε στην άμεση συζήτηση των πτυχών στις οποίες η Τουρκία οφείλει να υποχωρήσει, δηλαδή τις πτυχές της πλήρους αποχώρησης του τουρκικού στρατού, της κατάργησης των εγγυήσεων, της επιστροφής εδαφών, της αποχώρησης εποίκων και της δημιουργίας συνθηκών ασφάλειας. Μόνο έτσι θα προλάβουμε δυσάρεστους τουρκικούς τακτικισμούς. Και, ασφαλώς, πρέπει να σταματήσει η καταστροφική επωδός κάποιων Ελληνοκύπριων πολιτικών, που λένε ότι «φταίνε οι Ελληνοκύπριοι για τη μη-λύση» και ότι «η Τουρκία θέλει λύση».

3) Κατ' αρχήν, να διευκρινίσουμε ότι πολυμερής ή πενταμερής διάσκεψη δεν έγινε ποτέ στο παρελθόν. Και επειδή άκουσα κάποιους να λένε, υποθέτω λόγω άγνοιας, ότι «στο Μπούργκενστοκ έγινε πολυμερής διάσκεψη», να θυμίσω την αλήθεια· και η αλήθεια είναι ότι στο Μπούργκενστοκ δεν έγινε πολυμερής διάσκεψη αλλά διαπραγμάτευση των ΔΥΟ πλευρών. Άλλωστε, αυτό επιβεβαιώνεται από τη σχετική ανακοίνωση των Ηνωμένων Εθνών, που είχε εκδοθεί στη Νέα Υόρκη, στις 13 Φεβρουαρίου 2004. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει οπωσδήποτε να αποφευχθεί ενδιάμεση συμφωνία, καταγραφή συγκλίσεων και επιδιαιτησία. Θα έπρεπε να αποφευχθεί και το χρονοδιάγραμμα, το οποίο όμως, δυστυχώς, το έχει ήδη αποδεχτεί ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, άσχετα αν το έχει βαφτίσει «προγραμματισμό» σε μια προσπάθεια να ξεγελαστεί η κοινή γνώμη.

Απαντήσεις Μιχάλη Σοφοκλέους

1) Στην Κύπρο, το 1/3 του πληθυσμού περίπου είναι πρόσφυγες που αγωνιούν για τις περιουσίες τους. Όλος ο πληθυσμός, όλοι μας, αγωνιούμε -ή θα έπρεπε να αγωνιούμε- να ζούμε σε μια κανονική ευρωπαϊκή χώρα, αντί σε μια χώρα με «ειδικές ανάγκες» όπως η Κύπρος σήμερα. Αντί όμως να συζητούμε την ουσία, αναλωνόμαστε σε τεχνικά ζητήματα και στην καλλιέργεια κλίματος μιζέριας και διεθνούς συνωμοσίας.

Το εδαφικό, που είναι άμεσα συνδεδεμένο με την επίλυση και το κόστος του περιουσιακού, πρέπει άμεσα να συζητηθεί συγκεκριμένα. Δεν είναι το πού θα συζητηθεί που έχει την κύρια σημασία, αλλά το κατά πόσον θα γίνουν τέτοιες εδαφικές αναπροσαρμογές, που θα επιτρέπουν την επιστροφή υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού προσφύγων, του μεγαλύτερου αριθμού περιουσιών της μεγαλύτερης δυνατής αξίας και που θα ισορροπούν την ανισορροπία στην ακτογραμμή.

Είναι προϋπόθεση μιας τέτοιας διαπραγμάτευσης στο εξωτερικό, να είναι εμφανής η πρόθεση της άλλης πλευράς να συζητήσει με βάση συμφωνημένες αρχές για συγκεκριμένες περιοχές.

Η παρουσία του Εθνικού Συμβουλίου, αλλά και ολόκληρης της τουρκοκυπριακής ηγεσίας, θα είναι σημαντική σε μια τέτοια περίπτωση. Ακριβώς διότι σκοπός θα είναι να βγούμε από εκεί με ένα χάρτη αποδεκτό από την πλειοψηφία τουλάχιστον των κυπριακών πολιτικών δυνάμεων.

2) Τίποτα δεν αποκλείεται σε μια διαπραγμάτευση, ειδικά με το έντονα ρευστό περιβάλλον στην περιοχή μας. Να μη μας διαφεύγει το μεγάλο θέμα της Συρίας και των Κούρδων, για το οποίο ερίζουν έντονα οι ΗΠΑ με τη Ρωσία και στο οποίο διακυβεύονται κρίσιμα ζητήματα για την Τουρκία. Άλλο θέμα είναι η ενέργεια, ενώ υπάρχουν ακόμη η λήξη της θητείας μιας αμερικάνικης κυβέρνησης που γνωρίζει όσο καμία άλλη το Κυπριακό, αλλά και η λήξη της θητείας του Γ.Γ. του ΟΗΕ.

Δεν πρέπει να θεωρούμε το Κυπριακό αποσυνδεδεμένο απ' όσα συμβαίνουν γύρω μας και στον κόσμο. Και οφείλουμε να είμαστε έτοιμοι και για θετικές, αλλά και για αρνητικές «εκπλήξεις» από την άλλη πλευρά. Να είμαστε έτοιμοι ακόμη για το ενδεχόμενο να επιχειρηθεί εκμετάλλευση του Κυπριακού από την Τουρκία για άλλες επιδιώξεις της, είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο.

Μας προβληματίζει -για παράδειγμα- η ένταση με την οποία ο κ. Ακιντζί επιχειρεί να θέσει χρονοδιαγράμματα. Ασφαλώς υπάρχουν παράγοντες που ευνοούν λύση εντός του 2016, αλλά για να τελεσφορήσει ο διάλογος και να φτάσουμε σε έναν έντιμο συμβιβασμό, χρειάζονται σοβαρές συγκλίσεις σε κορυφαία ζητήματα όπως το εδαφικό, οι περιουσίες και η ασφάλεια.

3) Το 2004, πήγαμε στο Μπούργκενστοκ με φανερή αδυναμία να διαπραγματευθούμε το σχέδιο Ανάν με τρόπο που να το βελτιώνει, σε καθεστώς επιδιαιτησίας που προκαθορισμένα θα έφερνε λύση ενώπιον δημοψηφισμάτων. Αυτό είναι το μεγαλύτερο λάθος που έγινε τότε και αυτό είναι που πρέπει να αποφευχθεί σήμερα.
Ένα σχέδιο μπορεί να έρθει στον λαό, μόνο αν η ηγεσία μας συμφωνήσει μαζί του. Και μια πολυμερής διάσκεψη μπορεί να γίνει μόνο αν είμαστε ήδη σε ακτίνα συμφωνίας και υπάρχει η εκπεφρασμένη βούληση της Τουρκίας να εγκαταλείψει πεπαλαιωμένες αντιλήψεις για εγγυήσεις τρίτων χωρών, επεμβατικά δικαιώματα και παρουσία δικού της στρατού στην Κύπρο.