Πριν από εξήντα δύο χρόνια ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος συνάντησε για πρώτη φορά τον Γεώργιο Γρίβα Διγενή
Οι δύο άντρες συναντήθηκαν άλλες τρεις φορές πριν από την άφιξη του Στρατηγού, υπό άκραν μυστικότηταν, στην Κύπρο για να ηγηθεί του αγώνα που στόχευε στην αποτίναξη του βρετανικού ζυγού από τις πλάτες της νήσου
Σημαδιακή για τον Ένοπλο Απελευθερωτικό Αγώνα της ΕΟΚΑ είναι η αυριανή μέρα. Πριν από εξήντα δύο ολόκληρα χρόνια αποφασίστηκε οριστικά στην Αθήνα η κάθοδος του Στρατηγού Γεώργιου Γρίβα Διγενή στην Κύπρο, για να ηγηθεί του Αγώνα. Αυτού, που έκανε ν’ ακουστεί στα πέρατα της οικουμένης ότι η μικρή Κύπρος των 500 χιλιάδων Ελλήνων, σήκωσε το ανάστημά της απέναντι στην πανίσχυρη βρετανική αυτοκρατορία για να σπάσει τα δεσμά της σκλαβιάς.
Το χρονικό
Ήταν 1η Οκτωβρίου 1954, όταν ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ και ο Γεώργιος Γρίβα Διγενής συναντήθηκαν στην Αθήνα και συζήτησαν τις τελευταίες εξελίξεις στο Κυπριακό και τις προδιαγραφόμενες προοπτικές. Ο Μακάριος, που μέχρι τότε είχε σοβαρούς ενδοιασμούς και επιφυλάξεις για την έναρξη ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα, άλλαξε γνώμη.
Και χωρίς περιστροφές ανέφερε στον Γρίβα, για πρώτη φορά, ότι ήταν και δική του θέληση, όχι μόνο να προωθηθεί και νέος οπλισμός στην Κύπρο, αλλά και να μεταβεί και ο ίδιος ο Αρχηγός στο νησί. Πληροφορούσε μάλιστα ότι για την πληρωμή του ιστιοφόρου, που θα μετέφερε τον οπλισμό, άφησε χρήματα στον Σάββα Λοϊζίδη.
Μπήκε το νερό στ’ αυλάκι
Έτσι, με τη λήψη της οριστικής αυτής απόφασης μπήκε το νερό στ’ αυλάκι και οι δυο ηγέτες έπρεπε να κάνουν τις τελευταίες διευθετήσεις. Στις 9 Οκτωβρίου ξανασυναντήθηκαν και το κλίμα της δεύτερης αυτής συνάντησης ήταν ακόμη καλύτερο. Όπως γράφει ο Διγενής, είδε τον Μακάριο να επείγεται για τη μετάβασή του στην Κύπρο, το ταχύτερο δυνατό και οπωσδήποτε προτού η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ επιληφθεί της εξέτασης του Κυπριακού.
Παρατηρεί σχετικά ο Διγενής: «Ούτω, ο Μακάριος, εγκαταλείπων την άκραν διστακτικότητάν του, ήθελε πλέον επιτάχυνσιν της δράσεως, την οποίαν, ως μοι ανεκοίνωσεν, ήθελε και ο Στέφανος Στεφανόπουλος, τότε Υπουργός των Εξωτερικών…». Ακολούθησαν άλλες δυο συναντήσεις Μακαρίου - Γρίβα στην Αθήνα. Στην τελευταία συνάντηση, στις 12 Οκτωβρίου, ο Μακάριος είπε στον Γρίβα ότι έπρεπε ν’ αρχίσει δράση μόλις θα έφθανε στην Κύπρο.
Η απόφαση για κάθοδο του αρχηγού στην Κύπρο ήταν πια οριστική και η έναρξη του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα επικείμενη. Ο χρόνος δεν επρόκειτο να γυρίσει πίσω. Και ο Γρίβας έκανε τις τελευταίες του προετοιμασίες. Στις 26 Οκτωβρίου θ’ αναχωρούσε κάτω από άκρα μυστικότητα και δεν έπρεπε ν’ αφήσει καμιά εκκρεμότητα, που θα δυσκόλευε τη σύζυγό του στην απουσία του.
Η διαθήκη του Διγενή
Προτού ληφθεί η οριστική απόφαση για την κάθοδό του στην Κύπρο, ο Γρίβας, που ήταν πολύ προνοητικός και τακτικός στις ενέργειές του, είχε κάνει και τη διαθήκη του πολύ νωρίτερα, στις 20 Ιουνίου. Σ’ αυτήν άφηνε ό,τι είχε και δεν είχε στην αγαπημένη του σύζυγο, τη σύγχρονη Πηνελόπη τού Ελληνισμού, Βασιλική (Κική). Το πλήρες κείμενο της ιστορικής εκείνης διαθήκης έχει ως εξής:
«Η Διαθήκη μου
»Εν Αθήναις, σήμερον την εικοστήν του μηνός Ιουνίου, του χιλιοστού εννεακοσιοστού πεντηκοστού τετάρτου έτους και ημέραν της εβδομάδος Κυριακήν και ώραν δωδεκάτην π.μ., ο κάτωθι υπογεγραμμένος Γεώργιος Γρίβας του Θεοδώρου, γεννηθείς εν Λευκωσία της Κύπρου το 1898, αξιωματικός εν αποστρατεία και κατοικών εν Αθήναις, εν τη επί της οδού Νιλέως 6 κατοικία μου, σώας έχων τας φρένας και επιθυμών όπως κανονίσω από τούδε τα της κληρονομίας μου, εκφράζω την τελευταίαν θέλησίν μου, ήτις επιθυμώ όπως εκτελεσθή μετά τον θάνατόν μου.
»Εγκαθιστώ γενικόν κληρονόμον επί πάσης κινητής και ακινήτου περιουσίας μου, ήτις ήθελε ευρεθή μετά τον θάνατόν μου, την αγαπημένην σύζυγόν μου Βασιλικήν Γρίβα, το γένος Παναγιώτη Ντέκα, μετά της οποίας επί τόσα έτη συνέζησα και ήτις μετά τόσης αγάπης με περιέβαλε καθ' όλον το διάστημα της συζυγικής μου ζωής και πάντα ήτο πιστή και παρά το πλευρόν μου εις πάσας τας εκδηλώσεις της ζωής μου και εις τους κινδύνους.
»Την παρούσαν έγραψα εξ ολοκλήρου ιδιοχείρως.
Ο Διαθέτης, Γ. Γρίβας».
Η λιτή αυτή διαθήκη του μπαρουτοκαπνισμένου, σκληροτράχηλου αξιωματικού, που επέπρωτο να αναδειχθεί ο μεγαλύτερος ήρωας του σύγχρονου Ελληνισμού με το απαράμιλλο έπος της ΕΟΚΑ, που επιτέλεσε με τα Ελληνόπουλα της γενέτειράς του Κύπρου, φανερώνει τα τρυφερά αισθήματα και τη δυνατή αγάπη που έτρεφε για την πιστή και ενάρετη Βασιλική του.
* Τα όσα αναφέρονται στο παρόν άρθρο είναι παρμένα από το βιβλίο «Ροδαυγή της Λευτεριάς»




