Οι συνομιλίες στη Νέα Υόρκη βρίσκονται σε εξέλιξη, στο πλαίσιο της διεξαγόμενης ήδη από την Κύπρο διαπραγμάτευσης για την επίλυση του κυπριακού προβλήματος, ενώ γίνεται για πολλοστή φορά σαφές πως χωρίς την τουρκική συγκατάθεση, δηλαδή την ουσιαστική συμβολή της Άγκυρας στο πλαίσιο της λύσης, το Κυπριακό δεν μπορεί να επιλυθεί, όσο και αν οι ΗΠΑ και ο ΟΗΕ και οι όποιες μεγάλες δυνάμεις εμπλέκονται στο εγχείρημα και τούτη τη φορά για λύση του προβλήματος.
Το γεγονός ότι η Άγκυρα θέτει στρατηγικούς στόχους, όχι τώρα, αλλά ήδη από τη δεκαετία του 1950, στην εμπλοκή της για την επίλυση του κυπριακού προβλήματος είναι σαφές και η ίδια είναι που δημιουργεί το αδιέξοδο εντέλει, που αποτυπώνει μια οδυνηρή πραγματικότητα, που υφίσταται ήδη από τα μέσα του 20ού αιώνα και που υπογραμμίζει ότι η Άγκυρα δεν ενδιαφέρεται ούτε για την προστασία των Τουρκοκυπρίων, ούτε για την οικοδόμηση ενός σύγχρονου και λειτουργικού κράτους ευρωπαϊκών προδιαγραφών, ούτε για την προστασία του συνόλου του κυπριακού λαού, αλλά ο μοναδικός της στόχος είναι ο στρατηγικός έλεγχος της Κύπρου.
Σε αντίθεση με την Αθήνα η οποία, ανεξαρτήτως κυβερνήσεων, έχει ουσιαστικά αναλάβει ένα ρόλο στήριξης των επιλογών της κυπριακής κυβέρνησης και δη της ελληνικής κοινότητας για την πορεία και το πλαίσιο, όχι μόνο της διαπραγμάτευσης, αλλά και της τελικής λύσης του Κυπριακού, η Τουρκία είναι αποφασισμένη να διεκδικεί μέχρι τέλους την επιλογή εκείνων των τακτικών κινήσεων και στρατηγικών στοχεύσεων, που οδηγούν σε μια λύση που θα επιτρέπει στην ίδια, εκ των πραγμάτων, de jure και de facto, να ελέγχει τον γεωπολιτικό χώρο της Κύπρου.
Η Αθήνα και η Λευκωσία έχουν υπογραμμίσει κατ’ επανάληψη πως η όποια λύση συμφωνηθεί θα πρέπει να είναι πρωτίστως και κατ' αρχήν απαλλαγμένη από τις συνθήκες εγγυήσεως, δηλαδή τη θεσμική και πολιτική εμπλοκή τρίτων χωρών στην πορεία επίλυσης και συγκρότησης ή ανασυγκρότησης του κυπριακού κράτους. Το γεγονός ότι η Άγκυρα όχι μόνο παρεμβαίνει στο πλαίσιο της υποστήριξης προς την τουρκοκυπριακή κοινότητα, αλλά κατέστησε, όπως ήδη είπαμε, τον στρατηγικό της στόχο, που παραπέμπει σε μια λύση που οι τουρκικές εγγυήσεις, είτε ως θεσμική διάρθρωση ενός παρεμβατικού συστήματος στην οικοδόμηση και λειτουργία του κυπριακού κράτους, είτε ως παρουσία τουρκικών βάσεων στο λεγόμενο τουρκικό κρατίδιο της αυριανής ομοσπονδιακής δομής της Κύπρου, δημιουργεί τις συνθήκες και τους όρους εκείνους, που παρεμποδίζουν την επίτευξη συμφωνίας.
Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί πώς η ελληνική πλευρά, Αθήνα και Λευκωσία, -ιδιαιτέρως μάλιστα μετά την οδυνηρή εμπειρία των συνθηκών εγγυήσεως του 1960, που επέτρεψε το 1974 στην Τουρκία να εισβάλει στην Κύπρο και να καταλάβει τη βόρεια περιοχή της μεγαλονήσου- θα μπορούσαν να συναινέσουν σε μια τέτοια τουρκική αξίωση.
Οι ελληνικές θέσεις έχουν διακηρυχθεί και αποσκοπούν στην οικοδόμηση ενός σύγχρονου κράτους, δικοινοτικής δομής, αλλά ευρωπαϊκών προδιαγραφών, δηλαδή να είναι λειτουργικό για όλους τους πολίτες του, κυρίως όμως να είναι απαλλαγμένο από εγγυήσεις τρίτων χωρών, όπως η Τουρκία, πράγμα που θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις παρεμβατικής δράσης και συμπεριφοράς, στρατιωτικής ή και πολιτικής, στη λειτουργία της κρατικής οντότητας της Κύπρου και που θα περιέπλεκε τις λειτουργίες και τις δομές του κράτους, που ούτως ή άλλως θα λειτουργούσαν σε συνθήκες δύσκολων συναινετικών προδιαγραφών και επιλογών.
Επομένως, δεδομένης της στρατηγικής επιλογής της Άγκυρας να επιμένει μέχρι τέλους στην ανάγκη στρατιωτικής παρουσίας στο νησί, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί πως η ελληνική πλευρά θα συναινούσε σε αυτή την τουρκική απαίτηση, έστω και αν η Τουρκία δεν διεκδικούσε τον παρεμβατικό ρόλο εφ’ όλης της κρατικής οντότητας, αλλά στο τουρκικό ομόσπονδο κρατίδιο. Οφείλουμε εν προκειμένω να διαπιστώσουμε πως οι συνομιλίες στη Νέα Υόρκη και οπουδήποτε αλλού διεξάγονται σε διμερές ή τριμερές επίπεδο για την επίλυση του Κυπριακού, πολύ δύσκολα θα ευοδωθούν, δεδομένης της στρατηγικής θέσης της Άγκυρας να διατηρήσει τη δυνατότητα πολιτικού και στρατηγικού ελέγχου επί της Κύπρου.
Μια τέτοια στρατηγική, εάν καρποφορούσε, θα μετέτρεπε την Κύπρο στην καλύτερη περίπτωση σε προτεκτοράτο της Άγκυρας, με προβλέψιμες από τώρα τις εξαιρετικά δυσάρεστες συνέπειες που θα προοιώνιζε μια τέτοια συγκατάθεση εκ μέρους μας προς την Άγκυρα για τη συνέχιση της παρουσίας του Ελληνισμού στην Κύπρο. Η προτεκτοροποίηση της Κύπρου θα υπήγαγε τον Ελληνισμό της μεγαλονήσου στον στρατηγικό έλεγχο της Τουρκίας, πράγμα που θα τον μετέτρεπε σε μειονότητα. Η δε σταδιακή αναγκαστική μετακίνησή του για λόγους ασφαλείας στον ελλαδικό χώρο, θα αφάνιζε συν τω χρόνω το ελληνικό στοιχείο από την Κύπρο, μετατρέποντας το νησί σε τουρκική επαρχία.
Η Αλεξανδρέττα, η Ίμβρος, η Τένεδος και η ίδια η Κωνσταντινούπολη στα μέσα του 20ού αιώνα αποτελούν τραγικά προηγούμενα, που διαδηλώνουν με τον πιο εμφανή τρόπο τους κινδύνους που επικρέμανται επί της Κύπρου ως ελληνικής πατρίδας, εάν δεν είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί και κυρίως οργανωμένοι με στρατηγικό πλάνο, που να διασφαλίζει σε κάθε βήμα των συζητήσεών μας για τη λύση του Κυπριακού, προβλέψεις και εγγυήσεις, που να μην αφήνουν κανένα περιθώριο ανασφάλειας ως προς το μέλλον του Ελληνισμού.
Εκείνο που πρέπει κανείς να έχει κατά νουν διαπραγματευόμενος είναι πως η Κύπρος δικαιούται να διεκδικήσει την ύπαρξη του συνόλου του λαού ως ολότητας ο οποίος, ανεξαρτήτως του πολιτικού συστήματος, να είναι σε θέση να ψηφίζει για την κυβέρνησή του και την ηγεσία του ως ένας άνθρωπος - μία ψήφος, να λειτουργεί η δημοκρατία και τα δικαιώματα σε όλη την επικράτεια, δηλαδή η Κύπρος να μετατραπεί σε ένα κανονικό κράτος. Η ομοσπονδιακή δομή των δύο ή τριών κρατιδίων διασφαλίζει το δικαίωμα των μειονοτήτων και των εθνοτήτων για απρόσκοπτο πολιτικό και πολιτιστικό αυτοπροσδιορισμό, πάντοτε όμως στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού πολιτεύματος, το οποίο διασφαλίζει, όπως ήδη αναφέραμε, την εφαρμογή του ευρωπαϊκού συστήματος δικαίου, του πολιτικού και νομικού πολιτισμού της Ευρώπης και στην Κύπρο.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία Παντείου Πανεπιστημίου




