Μεταξύ των μέτρων είναι η συγκρότηση Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου Αστυνομίας
Ο Νίκος Αναστασιάδης θα συναντηθεί σήμερα για το ίδιο θέμα και με τους Αρχηγούς των κομμάτων. Στην ατζέντα της ίδιας σύσκεψης είναι και τα «καυτά» θέματα του ΓεΣΥ, της μεταρρύθμισης Δημόσιας Υπηρεσίας, της μεταρρύθμισης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των Υφυπουργείων


Μέτρα καταπολέμησης της διαφθοράς στην Αστυνομία συζητήθηκαν χθες το πρωί σε σύσκεψη στο Προεδρικό Μέγαρο, υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Νίκο Αναστασιάδη, στην οποία συμμετείχαν ο Γενικός Εισαγγελέας Κώστας Κληρίδης, ο Υπουργός Δικαιοσύνης Ιωνάς Νικολάου, ο Αρχηγός Αστυνομίας Ζαχαρίας Χρυσοστόμου, ο Προϊστάμενος της ΚΥΠ Κυριάκος Κούρος, η Επικεφαλής της Μονάδας Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης (ΜΟ.Κ.Α.Σ.) Εύα Ρωσσίδου-Παπακυριακού, ο Διευθυντής Τελωνείων Δημήτρης Χατζηκωστής και ο Έφορος Φορολογίας Γιάννης Τσαγκάρης.

Σήμερα στις 8:30 το πρωί, ο Πρόεδρος θα συναντηθεί στο Προεδρικό για το ίδιο θέμα με τους Αρχηγούς των κομμάτων. Στην ατζέντα της ίδιας σύσκεψης είναι προγραμματισμένα να συζητηθούν και τα «καυτά» θέματα του ΓεΣΥ, της μεταρρύθμισης Δημόσιας Υπηρεσίας, της μεταρρύθμισης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των Υφυπουργείων.

Η σύσκεψη πραγματοποιήθηκε ενόσω βρίσκεται σε εξέλιξη ποινική έρευνα από ανεξάρτητους ανακριτές για τυχόν εμπλοκή μελών της Αστυνομίας σε αδικήματα διαφθοράς και συγκάλυψης σε σχέση με το πολύκροτο φονικό στην Αγία Νάπα.

Της έναρξης της έρευνας προηγήθηκε διαρροή εγγράφων της Ιντερπόλ Σερβίας, που ουσιαστικά κατάγγελλαν Κύπριους αστυνομικούς ότι ειδοποίησαν τους πληρωμένους δολοφόνους, με αποτέλεσμα αυτοί να ματαιώσουν τα αρχικά σχέδιά τους για την εκτέλεσή του επιχειρηματία Φάνου Καλοψιδιώτη και να επανέλθουν αργότερα και να ολοκληρώσουν, ανενόχλητοι, το στυγερό έγκλημα.

Υποβλήθηκαν έξι, εκκρεμούν δύο
Μετά τη σύσκεψη στο Προεδρικό, προέβη σε δηλώσεις μόνο ο Υπουργός Δικαιοσύνης. Ο Ιωνάς Νικολάου ανέφερε ότι μελετήθηκαν «τα μέτρα, τα οποία θα εφαρμοστούν στο πλαίσιο της προσπάθειας για καταστολή της διαφθοράς στην Αστυνομία».

Υποβλήθηκαν, είπε, «τα έξι νομοσχέδια που ετοιμάσαμε, καθώς επίσης και τα δύο νομοσχέδια που εκκρεμούν στη Νομική Υπηρεσία και μια πρόταση Νόμου, η οποία είναι ήδη κατατεθειμένη στη Βουλή». Εξήγησε ότι τα έξι νομοσχέδια αφορούν κυρίως τη σύσταση και συγκρότηση Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου στην Αστυνομία, στην οποία κατανέμονται συγκεκριμένες εξουσίες και αρμοδιότητες, ώστε αποτελεσματικά να μπορεί να διερευνήσει πληροφορίες ή καταγγελίες που σχετίζονται με θέματα διαφθοράς στην Αστυνομία.

Αφορούν επίσης τη νομοθεσία που ουσιαστικά θα επιτρέψει την άρση του απορρήτου της επικοινωνίας για σκοπούς τηλεφωνικών παρακολουθήσεων υπό τις προϋποθέσεις και τους αυστηρούς όρους που ορίζονται στο Σύνταγμα και στη νομοθεσία που ετοιμάζεται.

Συζητήθηκαν «τέσσερεις τροποποιήσεις της υφιστάμενης νομοθεσίας που αφορά την Αστυνομία, με την ποινική δίωξη ή την απαγόρευση κάθε περίπτωσης συγκάλυψης καταγγελιών ή αναφορών ή πληροφοριών που σχετίζονται με τα θέματα διαφθοράς στην Αστυνομία, καθώς επίσης και την προώθηση των πειθαρχικών αδικημάτων, τον τρόπο εκδίκασής τους, τη διαβάθμισή τους κατά τρόπον ώστε να μπορούν να μπαίνουν αυστηρότερες ποινές».

Ειδικότερα βρέθηκε στο επίκεντρο η πρόνοια «που αναφέρει ότι στις περιπτώσεις που κάποιοι καταδικάζονται για θέματα διαφθοράς στην Αστυνομία, δηλαδή μέλη της σώματος, δεν έχουν κανένα χώρο στην Αστυνομία γιατί αυτοί αναγκαστικώς θα εκδιώκονται από την Υπηρεσία μέσω πειθαρχικής διαδικασίας».

Στη σύσκεψη συζητήθηκε, επίσης, η νομοθεσία που αφορά την προστασία των προσώπων που δίνουν πληροφορίες, καθώς επίσης και η νομοθεσία που σχετίζεται με τους υπό κάλυψη αστυνομικούς.

Μεταθέσεις και έρευνες
Επιπρόσθετα, έγιναν εισηγήσεις για την περαιτέρω λήψη πρόσθετων μέτρων. «Όπως για παράδειγμα διεφάνη ότι με την κύρωση διαφόρων συμβάσεων, που σχετίζονται με τα θέματα διαφθοράς, προκύπτει ανάγκη να υπάρξουν τροποποιήσεις στον γενικό μας κώδικα για αντίστοιχες ποινές ή αντίστοιχα αδικήματα που ρυθμίζονται στη σύμβαση και να αναβαθμιστούν οι ποινές που ορίζονται στον ποινικό κώδικα, καθώς επίσης και η λήψη μέτρων συντονισμού μεταξύ των διαφόρων υπηρεσιών του κράτους, ώστε να γίνουν παράλληλες ενέργειες, δραστηριότητες, με σκοπό τη δίωξη της διαφθοράς αλλά και του οργανωμένου εγκλήματος», είπε ο Υπουργός.

Σημείωσε ότι ο Αρχηγός της Αστυνομίας έκανε αναφορά σε ειδικά μέτρα που ήδη λαμβάνει η Αστυνομία, όπως μεταθέσεις, λήψη πρόσθετων μέτρων σε σχέση με τη διερεύνηση υποθέσεων και η δυνατότητα για μετακίνηση μελών της Αστυνομίας που παραμένουν για μια συγκεκριμένη μακρά περίοδο σε συγκεκριμένα καθήκοντα, που σχετίζονται με αυτά τα θέματα.

Οι νομοθεσίες αυτές, εξήγησε, είναι ουσιαστικής σημασίας, για να μπορεί να υπάρξει μια αποτελεσματική αντιμετώπιση των φαινομένων διαφθοράς (στην Αστυνομία) και σίγουρα «στέλλουν την ίδια ώρα τα αντίστοιχα μηνύματα σε όλα τα μέλη, ότι πια με τη λειτουργία της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου, με την παραχώρηση όλων αυτών των εξουσιών και την ύπαρξη της σχετικής νομοθεσίας, τα περιθώρια για όλους εκείνους που επιδείκνυαν αυτή τη συμπεριφορά έχουν στενέψει και πρέπει ουσιαστικά να εγκαταλείψουν αυτού του είδους δραστηριότητες».

Το ίδιο, είπε, «θέλουμε να σταλούν και κάποια συγκεκριμένα μηνύματα σε όλους αυτούς που εμπλέκονται και στο οργανωμένο έγκλημα, ότι η προηγούμενη αντιμετώπιση του εγκλήματος μπαίνει σε μια εντελώς διαφορετική βάση, που είναι πιο αποτελεσματική και πιο ουσιαστική».

Ερωτηθείς, αν υπάρχουν χρονοδιαγράμματα, ο Υπουργός Δικαιοσύνης είπε ότι τα νομοσχέδια αυτά «θα προχωρήσουν άμεσα, θα γίνει παρουσίασή τους κατά τη σύσκεψη των αρχηγών των κομμάτων αύριο και στη συνέχεια θα σταλούν για νομοθετικό έλεγχο στη Νομική Υπηρεσία, και θα γίνει παρουσίαση σε καθένα από τα κοινοβουλευτικά κόμματα για ανταλλαγή απόψεων». Εξήγησε ότι η προσπάθεια «είναι όσο πιο σύντομα να ψηφιστούν αυτά τα νομοσχέδια.

Αλλά αντιλαμβάνεστε ότι είναι σοβαρά νομοσχέδια, που σίγουρα αναμένω ότι η Βουλή θα θέλει λίγο χρόνο να τα μελετήσει, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι τα περιθώρια μάς επιτρέπουν αυτό το πράγμα να επιτελεστεί σε μακρά χρονική περίοδο. Πρέπει άμεσα, και εννοώ τους επόμενους λίγους μήνες, αυτή η νομοθεσία να εγκριθεί για να μπορέσουν να λειτουργήσουν κατά τρόπον αποτελεσματικό οι αρμόδιες Αρχές».