Εδώ και μία εξαετία η συριακή κρίση δεν εξελίσσεται μόνο στον χώρο της Μέσης Ανατολής ή πολύ περισσότερο στην επικράτεια του Συριακού κράτους, το οποίο βρίσκεται σε μία κλιμακούμενη πορεία διάλυσης, αλλά οι επιπτώσεις της εκδηλώνονται ολοένα και πιο έντονα και απειλητικά στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, με αφετηρία την Τουρκία και την Ελλάδα, ενώ απειλούν να μετατραπούν σε κίνδυνο για την Ευρώπη, στον βαθμό που η διάλυση του κράτους δεν περιορίζεται μόνο στο κρατικό οικοδόμημα, αλλά μετατρέπει το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού σε πρόσφυγες, οι οποίοι κατά κύματα μετακινούνται, όπως είναι γνωστό, μέσω Τουρκίας και Ελλάδας προς την Ευρώπη.
Η κατάρρευση της Συρίας αποτελεί ενδεχομένως και την αφετηρία ευρύτερων εξελίξεων στη Μέση Ανατολή στον βαθμό που η Συρία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η απαρχή αποσταθεροποίησης στη Μέση Ανατολή και στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου, αφού οι συγκρουσιακές εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στη Νότια Τουρκία, τόσο μεταξύ ISIS και Τουρκίας, όσο και μεταξύ Κούρδων και τουρκικών στρατευμάτων, απειλούν την ούτως ή άλλως ευπαθή σταθερότητα του Μεσανατολικού χώρου και των κρατών του, τα οποία είτε κινδυνεύουν από τον ISIS και την αφύπνιση του ριζοσπαστικού Ισλάμ, είτε απειλούνται από την ίδια την Τουρκία, η οποία εισβάλλει στον χώρο επιδιώκοντας να αναδείξει τον εαυτό της σε ηγεμονικό σταθεροποιητή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
Το μείζον ζήτημα που αναδεικνύεται στο πλαίσιο αυτής της συγκρουσιακής εξέλιξης, που λαμβάνει διαστάσεις πολεμικής αναμέτρησης, εστιάζεται στο κουρδικό ζήτημα, το οποίο συνίσταται στην κορύφωση της πολυετούς πλέον αγωνιστικής ένοπλης προσπάθειας του κουρδικού λαού να οικοδομήσει τη δική του κρατική οντότητα, η οποία θα περιλαμβάνει ένα κομμάτι του Βόρειου Ιράκ στο οποίο εδραιώθηκε ήδη μία κουρδική κρατική οντότητα, ένα τμήμα στη Βόρεια Συρία, ένα στη Νοτιοανατολική Τουρκία και ένα τμήμα που βρίσκεται στα σύνορα Συρίας - Ιράν.
Όλο αυτό το μωσαϊκό κουρδικών οντοτήτων προσανατολίζεται στην οικοδόμηση του κουρδικού εθνικού κράτους σε μία προσπάθεια, η οποία στηρίζεται προδήλως από τις Ηνωμένες Πολιτείες, χωρίς να αντιτίθεται σε αυτό η Ρωσία. Εδώ βρισκόμαστε ενώπιον των αντιφάσεων κυρίως αντικρουόμενων συμφερόντων της διεθνούς πολιτικής, όπου πρωτίστως οι ΗΠΑ, αλλά και η Ρωσία στηρίζουν τις τουρκικές πρωτοβουλίες στη Μέση Ανατολή, ενώ παραλλήλως υποστηρίζεται εμφανώς η κουρδική προσπάθεια για ανεξάρτητη κρατική οντότητα, η οποία θίγει αναμφιβόλως τουρκικά κρατικά συμφέροντα.
Οι αντιφάσεις αυτές, οι οποίες δεν είναι περίεργες, ούτε και αντίκεινται στη δομή της διεθνούς πολιτικής, έρχονται να λύσουν προβλήματα που τίθενται και στρατηγικές που βρίσκονται εν εξελίξει επί του εδάφους. Αυτό σημαίνει πως εάν επιτύχουν οι Κούρδοι να διαμορφώσουν εκείνη την εδαφική επικράτεια, η οποία ως ενιαίος χώρος θα τους επέτρεπε επιτέλους να δημιουργήσουν το δικό τους εθνικό κράτος ανεξαρτήτως έναντι ποιων περιφερειακών συμφερόντων θα αντίκειτο μια τέτοια πολιτική εξέλιξη, η διεθνής πολιτική και εν προκειμένω οι μεγάλες δυνάμεις θα αναγνώριζαν τις εξελίξεις ως τετελεσμένα της διεθνούς πολιτικής και θα αναδύετο επιτέλους το πρώτο ανεξάρτητο κουρδικό εθνικό κράτος.
Φυσικά αυτό μπορεί να μην είναι μουσική του μέλλοντος, αλλά εξέλιξη του προσεχούς παρόντος, διότι σύμφωνα με τα δεδομένα που μεταβάλλονται ανά πάσα στιγμή στη Μέση Ανατολή, είναι σχεδόν αδύνατη οποιαδήποτε πρόβλεψη ως προς το πώς και πότε διαμορφώνεται ο χάρτης κρατών και πολιτικών εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής από τη Νότια Τουρκία μέχρι την Αίγυπτο και τη Μεσόγειο.
Αυτό σημαίνει πως το κουρδικό ζήτημα μπορεί να πάρει απρόβλεπτες διαστάσεις, να διαλύσει κράτη, να επηρεάσει την ενότητα περιοχών, όπως η Νότια Τουρκία, ενώ παράλληλα δεν μπορεί κανείς να υπολογίσει μετά βεβαιότητος ποια θα είναι η τύχη της τουρκικής παρεμβατικής διελκυστίνδας που αναπτύσσεται ενόπλως και επεκτατικά στη Μέση Ανατολή.
Κλείνοντας, πρέπει να υπογραμμίσουμε πως η Μέση Ανατολή διαγράφει πορεία κλιμακούμενων συγκρουσιακών εξελίξεων, ενώ γνωρίζουμε πως αυτός ο χώρος, που αποτελεί γεωστρατηγικά μια από τις σημαντικότερες περιοχές του κόσμου, μπορεί να επηρεάσει την ειρήνη και την ασφάλεια στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.
Είναι αναμφισβήτητο πλέον πως η Τουρκία αναπτύσσει μία στρατηγική ηγεμόνευσης στη Μέση Ανατολή, με την έννοια όχι τόσο της κατάκτησης του χώρου και της διάλυσης των κρατών, αλλά της υπαγωγής της περιοχής και των κρατικών οντοτήτων της, πλην του Ισραήλ, στον άμεσο ή έμμεσο γεωπολιτικό της έλεγχο. Σε αυτό βεβαίως εμπεριέχονται και τα αναμενόμενα ρίσκα αντιδράσεων, όχι μόνο του ISIS ή του κουρδικού στοιχείου που βρίσκονται απέναντί της, αλλά και κρατικών πολιτικών οντοτήτων όπως η Αίγυπτος και το Ισραήλ, το οποίο εν προκειμένω βρίσκεται σε συμμαχία με την Αίγυπτο, ενδεχομένως η Ιορδανία, ακόμα και αυτές οι Παλαιστινιακές οργανώσεις οι οποίες δεν θα ήσαν ευτυχείς από μια υπαγωγή τους στην τουρκική πολιτική κηδεμόνευση.
Από την άλλη δεν ξέρουμε πόσο και σε ποιο βαθμό θα αντιδράσουν οι δυνάμεις του Άσαντ και της Ρωσίας, η οποία υποστηρίζει τη Συριακή κρατική οντότητα, αφού δεν είναι καθόλου βέβαιο πως θα είναι ευτυχής με μία δυναμική παρουσία της Τουρκίας στον ευαίσθητο και κρίσιμο γεωπολιτικά χώρο της Μέσης Ανατολής.
Είναι μάλλον βέβαιο πως η Τουρκία θα περιορίσει τη δράση της στις κουρδικές περιοχές της Συρίας και δεν θα θελήσει να προχωρήσει σε βάθος της συριακής επικράτειας, ενώ ο πόλεμος που διεξάγει με τον κουρδικό παράγοντα στην ευρύτερη περιοχή δεν φαίνεται σε καμιά περίπτωση να οδηγείται σε ένα τέλος, αντίθετα βρισκόμαστε σε φάσεις δυναμικής κλιμάκωσης.
Όλη αυτή η επικίνδυνη εμπλοκή της Τουρκίας στο ναρκοπέδιο της Μέσης Ανατολής αποδυναμώνει τουλάχιστον σε αυτήν τη φάση τη γεωστρατηγική της θέση, πράγμα που θα μπορούσε η Ελλάδα και η Κύπρος να αξιοποιήσουν στο πλαίσιο διαπραγματεύσεων, ενισχύοντας τις συμμαχίες τους με την Αίγυπτο και το Ισραήλ και αναστέλλοντας μέχρι νεοτέρας τη διαπραγμάτευση για την επίλυση του Κυπριακού, στον βαθμό που οποιαδήποτε διαδικασία συνομιλιών με τον τουρκικό παράγοντα τούτη την ώρα όχι μόνο δεν οδηγεί πουθενά, αλλά ίσως φέρει την Κύπρο, δηλαδή την Κυπριακή Δημοκρατία, σε επικίνδυνες ατραπούς ανεξέλεγκτων διαδικασιών, που όχι μόνο δεν θα ήσαν θετικές για την πορεία του κυπριακού προβλήματος αλλά, αντιθέτως, θα παγίδευαν την Κύπρο σε μία τουρκική πορεία ανεξέλεγκτης φρενίτιδας.
Αυτό σημαίνει πως πρέπει με μεγάλη προσοχή να υπολογίζουμε τους χρόνους και τα πλαίσια της διαπραγμάτευσης, έτσι ώστε να τους εντάξουμε σε ένα πλαίσιο στρατηγικής που να ικανοποιεί τον σχεδιασμό της πολιτικής στόχευσης του Ελληνισμού για αποκατάσταση της διεθνούς νομιμότητας στην κατεχόμενη από τουρκικά στρατεύματα βόρεια περιοχή της Κύπρου.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής
Παντείου Πανεπιστημίου
Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών




