Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΕΙ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ
Αν κοιτάξουμε στην ιστορική διαδρομή τις σχέσεις Τουρκίας - Μέσης Ανατολής, θα διαπιστώσουμε μια σταθερή πολιτική βούληση της Άγκυρας ενταγμένη σε μια συνολική στρατηγική ελέγχου και κηδεμόνευσης του μεσανατολικού χώρου
Πρόκειται για ένα πλαίσιο διεθνούς παιχνιδιού, όπου η σύγκρουση συμφερόντων που εκδηλώνεται διαγράφει και αντιφατικότητες ως προς το ποιος υποστηρίζει ποιον στη σύγκρουση Κούρδων - Τουρκίας στη Μέση Ανατολή, αλλά και εντός Τουρκίας
Η Τουρκία έχει ουσιαστικά προβεί σε συμμαχικές συνεννοήσεις ταυτόχρονα με την Ουάσιγκτον και τη Μόσχα, ενώ προσπαθεί να εξισορροπήσει και τον Άσαντ, σε μια στιγμή που στο εσωτερικό της πολιτικό σκηνικό τα πράγματα δεν είναι καθόλου καθαρά, αλλά διέρχονται μια ρευστή μεταβατική φάση
Η Τουρκία εκδηλώνει σήμερα μια επιθετική στρατηγική απέναντι στην Συρία και τον μεσανατολικό χώρο προφασιζόμενη την διεθνή κινητοποίηση και πολιτική βούληση του διεθνούς παράγοντα για την καταπολέμηση του ISIS, εισβάλλει στην Συρία και εμφανίζεται να εκπροσωπεί την θέληση όλων εκείνων των δυνάμεων που ανησυχούν από την γιγάντωση του φαινομένου του ριζοσπαστικού, επιθετικού ισλαμισμού. Πρέπει όμως να επισημάνουμε πως αν κοιτάξουμε στην ιστορική διαδρομή τις σχέσεις Τουρκίας - Μέσης Ανατολής, θα διαπιστώσουμε μια σταθερή πολιτική βούληση της Άγκυρας ενταγμένη σε μια συνολική στρατηγική ελέγχου και κηδεμόνευσης του μεσανατολικού χώρου.
Η Άγκυρα χρησιμοποιούσε κατά καιρούς το ισλαμικό, μουσουλμανικό στοιχείο ως στρατηγικό της πλεονέκτημα για να μπορέσει να εγκαθιδρυθεί στον χώρο της Μέσης Ανατολής και να επηρεάζει στρατηγικά τα κράτη της περιοχής ή χρησιμοποιούσε τον κοσμικό της χαρακτήρα για να εμπεδώσει στον δυτικό παράγοντα, ιδιαίτερα στους Αμερικανούς, αλλά και τους Ευρωπαίους πως ως δυτική χώρα, ως κοσμικό κράτος εκφράζει τα συμφέροντα και τον πολιτικό τους πολιτισμό.
Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και χρήσιμη η μελέτη της στρατηγικής του τουρκικού παράγοντα να μεταμορφώνεται χρησιμοποιώντας διάφορα πολιτικά προσωπεία σε μουσουλμανική ή σε κοσμική χώρα και μάλιστα να τα χρησιμοποιεί με επιτυχία και αποτελεσματικότητα, αποβλέποντας ουσιαστικά στην επίτευξη των δικών του στρατηγικών στόχων, οι οποίοι, όπως ήδη αναφέραμε, συνίστανται στην ανάδειξή της σε ηγετική δύναμη της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
Αυτήν την ώρα που η Τουρκία επιχειρεί στα σύνορα της Συρίας εναντίον των ISIS, ουσιαστικά πλήττει τον κουρδικό παράγοντα, ο οποίος κουρδικός παράγοντας, ιδιαιτέρως την τελευταία περίοδο, επιχειρεί με αρκετή επιτυχία ομολογουμένως να ελέγξει μια ευρύτερη περιοχή στα σύνορα Συρίας - Τουρκίας - Ιράκ, έτσι ώστε να μπορέσει να οικοδομήσει το ανεξάρτητο κουρδικό εθνικό κράτος.
Αυτή η κατάσταση είναι από τη μια όπως εμφανίζεται στρατηγικό πλεονέκτημα για την Τουρκία, που θέλει να διαδραματίσει ρόλο ηγέτιδας χώρας στην περιοχή, καταφέρνει να κερδίσει την εμπιστοσύνη ταυτόχρονα της Μόσχας και της Ουάσιγκτον προς στιγμήν, ενώ παράλληλα το κουρδικό στοιχείο ενισχύεται και ενδυναμώνεται, στην περιοχή, όπως και εντός Τουρκίας, έχοντας την υποστήριξη, τόσο της Ουάσιγκτον, όσο και της Μόσχας, πράγμα που αποτελεί μόνιμο πονοκέφαλο για το τουρκικό κράτος και απειλή για το τουρκικό πολιτικό σύστημα.
Πρόκειται για ένα πλαίσιο διεθνούς παιχνιδιού, όπου η σύγκρουση συμφερόντων που εκδηλώνεται διαγράφει και αντιφατικότητες ως προς το ποιος υποστηρίζει ποιον στην σύγκρουση Κούρδων - Τουρκίας στην Μέση Ανατολή, αλλά και εντός Τουρκίας. Είναι όμως αξιοπρόσεκτο να διαπιστώσει κανείς τους εξαιρετικά ευφυείς διπλωματικούς και στρατηγικούς ελιγμούς, που πραγματοποιεί η Άγκυρα στην Μεσανατολική της περιπέτεια, όπου παίρνει και το σχετικό ρίσκο να μην της βγει, κατά το κοινώς λεγόμενον το παιχνίδι, και να περιοριστεί στα σύνορά της αντιμετωπίζοντας το αιώνιο πρόβλημά της που λέγεται κουρδική αυτονομία και που είναι μια διεκδίκηση που διεξάγεται και εντός τουρκικών συνόρων.
Η Τουρκία έχει ουσιαστικά προβεί σε συμμαχικές συνεννοήσεις ταυτόχρονα με την Ουάσιγκτον και τη Μόσχα, ενώ προσπαθεί να εξισορροπήσει και τον Άσαντ, σε μια στιγμή που στο εσωτερικό της πολιτικό σκηνικό τα πράγματα δεν είναι καθόλου καθαρά, αλλά διέρχονται μια ρευστή μεταβατική φάση. Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει τις πραγματικά αστείρευτες δυνατότητες του τουρκικού παράγοντα να σχεδιάζει στρατηγικές επιλογές εθνικού επιπέδου, να πραγματοποιεί κινήσεις υψηλής στρατηγικής, όπως οι προκείμενες, χωρίς να έχει ξεκαθαρίσει το εσωτερικό μέτωπο ως προς την ηγεσία της χώρας.
Ιδιαίτερα μάλιστα μετά την απόπειρα πραξικοπήματος κατά του Ερντογάν και τις μαζικές διώξεις που έλαβαν χώραν στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό της Άγκυρας, όπου απεκεφαλίσθη κατά τρόπο πρωτοφανή ένα μέρος του στρατεύματος με την κατηγορία της απόπειρας ανατροπής της νόμιμης ηγεσίας της χώρας, ενώ προ ημερών εσυνέβησαν όλα αυτά στο εσωτερικό, το τουρκικό κράτος λειτούργησε κατά τρόπο που δεν προδίδει, ούτε εσωτερικά προβλήματα, ούτε αποδυνάμωση του στρατεύματος ή της κρατικής μηχανής.
Προδήλως η Τουρκία εκδηλώνει και σε αυτήν την περίπτωση τις ικανότητες επιβίωσης του κράτους και άσκησης πολιτικών από την τουρκική ηγεσία στον διεθνή περίγυρό της που αναδεικνύουν την ύπαρξη στρατηγικής και συγκροτημένων πολιτικών στην εξωτερική πολιτική της χώρας. Φυσικά η κατάσταση είναι ρευστή σε όλον τον διεθνή περίγυρο της Τουρκίας στην Μέση Ανατολή, ενώ αναμφιβόλως ο κουρδικός παράγων δεν πρόκειται να εφησυχάσει και να επιτρέψει στην Τουρκία να αισθάνεται πως θα διατηρήσει ες αεί την ακεραιότητα ενός κράτους, το οποίο στερεί από έναν λαό την πολιτική νομιμοποίηση της αυτονομίας και της ανεξαρτησίας του.
Εμείς τώρα ως Αθήνα και Λευκωσία οφείλουμε να αξιολογήσουμε την κατάσταση που δημιουργείται στην περιοχή μας, να καταγράψουμε τους στόχους και την στρατηγική της Τουρκίας όσον αφορά στην Μέση Ανατολή που επεκτείνεται προδήλως και στην Ανατολική Μεσόγειο και να εκπονήσουμε επιτέλους μια δική μας εθνική στρατηγική του Ελληνισμού, η οποία θα έχει ως αφετηριακό στόχο, δηλαδή άμεση στρατηγική επιδίωξη, την απαλλαγή της Κύπρου από τα στρατεύματα κατοχής.
Εάν εμείς δεν αντιδράσουμε με συμμαχίες εξισορρόπησης του τουρκικού παράγοντα, θα βρεθούμε όμηροι της τουρκικής στρατηγικής και θα μετατραπούμε σταθερά σε προτεκτοράτο της Άγκυρας, μια εξέλιξη που είναι πολύ πιο εύκολη για την Άγκυρα απ' ό,τι οι στρατηγικές επιδιώξεις της στην Μέση Ανατολή, οι οποίες εξάλλου διευκολύνονται τα μάλα από την κατοχή της Κύπρου τα τελευταία σαράντα και πλέον χρόνια. Έχουμε κοντολογίς υποχρέωση, έστω τη υστάτη ώρα, να αποφασίσουμε τον σχεδιασμό της επιβίωσης της Κύπρου ως ελληνικής πατρίδας και πολιτισμού, ως κυπριακού κράτους που επιδιώκει, στοχεύει και αγωνίζεται για την ανεξαρτησία της Κύπρου ως βασικής συνθήκης συνέχισης ενός τρισχιλιετούς ελληνικού πολιτισμού.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Κοσμήτορας Σχολής Διεθνών Σπουδών,
Επικοινωνίας και Πολιτισμού
Πάντειο Πανεπιστήμιο




