Η ΑΓΓΛΙΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ ΝΑ ΠΟΡΕΥΤΕΙ ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΟΝΤΑΣ ΤΟ… ΣΚΑΦΟΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Ο βρετανικός λέοντας ποτέ δεν αισθάνθηκε οικεία, ούτε ήταν ασφαλής και ευτυχής ευρισκόμενος στην ευρωπαϊκή οικογένεια, στην οποία εντάχθηκε το 1973, αφού προηγήθηκαν δύο απόπειρες ενσωμάτωσής της στη νεοσύστατη ΕΟΚ τη δεκαετία του 1960, που απέτυχαν λόγω γαλλικής άρνησης και δη του στρατηγού Ντε Γκωλ
Η Βρετανία εξέπεμπε πάντοτε τη στάση ή την εικόνα της χώρας που είναι εντός, πασχίζοντας να διατηρήσει την αυτοτέλεια και την αυτόνομη φυσιογνωμία μιας χώρας που υπήρξε αυτοκρατορία
Η Βρετανία αποφάσισε να εγκαταλείψει το σκάφος της Ευρώπης και να πορευθεί μόνη της στους δαιδάλους και τις διαδρομές μιας διεθνούς πολιτικής, που, όπως συνηθίζεται να αποκαλείται, αποτελεί έναν κόσμο σύγκρουσης όλων εναντίον όλων. Ο βρετανικός λέοντας ποτέ δεν αισθάνθηκε οικεία, ούτε ήταν ασφαλής και ευτυχής ευρισκόμενος στην ευρωπαϊκή οικογένεια, στην οποία εντάχθηκε το 1973, αφού προηγήθηκαν δύο απόπειρες ενσωμάτωσής της στη νεοσύστατη ΕΟΚ τη δεκαετία του 1960, που απέτυχαν λόγω γαλλικής άρνησης και δη του στρατηγού Ντε Γκωλ.
Η Βρετανία, παρά ταύτα, εντάχθηκε την 1η Ιανουαρίου 1973 και πρέπει να ομολογήσει κανείς πως η ένταξή της εμφανίστηκε ως μια υποχρεωτικότητα, μία αναγκαιότητα να συμπεριφερθεί ευρωπαϊκά, χωρίς αυτό να το πετύχει ποτέ, δηλαδή να προβάλει ένα καθαρό ευρωπαϊκό προφίλ, όπως οι άλλες χώρες.
Η Βρετανία εξέπεμπε πάντοτε τη στάση ή την εικόνα της χώρας που είναι εντός, πασχίζοντας να διατηρήσει την αυτοτέλεια και την αυτόνομη φυσιογνωμία μιας χώρας που υπήρξε αυτοκρατορία, υπήρξε μεγάλη δύναμη της διεθνούς πολιτικής και δεν θα ήθελε να εξισώνεται με χώρες μικρές, νεοσύστατες, πρώην αποικίες της ή στην καλύτερη περίπτωση μεσαίου μεγέθους ευρωπαϊκές χώρες, που απηχούσαν ένα σύνηθες καθιερωμένο κρατικό προφίλ. Η Βρετανία δεν μπόρεσε και δεν είχε τις προϋποθέσεις που θα της επέτρεπαν να ηγηθεί της Ευρώπης.
Η Ευρώπη ουσιαστικά είχε καταξιωθεί ως η γηραιά ήπειρος, καθοδηγούμενη από τους ιδρυτές της, που δεν ήσαν άλλοι από τον γαλλογερμανικό άξονα. Ουσιαστικά η ΕΟΚ ιδρύθηκε από τους Αντενάουερ και Ντε Γκωλ στη Συμφωνία της Ρώμης το 1957, η οποία αποτέλεσε και την κορύφωση μιας διαδικασίας που βασιζόταν στη φιλοσοφία της οικονομικής συνεργασίας των δύο μεγάλων τέως αντιπάλων, Γαλλίας και Γερμανίας, όπου η οικονομική ενσωμάτωση θα έφερνε και αλληλεξάρτηση συμφερόντων και θα συνέβαλλε στην ειρήνη, έτσι ώστε να αποφευχθεί η επανάληψη των δύο μεγάλων πολέμων του 20ού αιώνα, του Α’ και Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η ιδέα της οικονομικής συνεργασίας με άξονα τη Γαλλία και τη Γερμανία έφερε και τις άλλες τέσσερεις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης και την Ιταλία ενταγμένες στη στρατηγική της ειρήνης μέσω οικονομικής συνεργασίας. Η Βρετανία ήταν έξω από αυτό το παιχνίδι. Ο Ντε Γκωλ προειδοποίησε δις στη δεκαετία του 1960 να μην θελήσουν οι χώρες της ΕΟΚ να δεχθούν στους κόλπους της τον βρετανικό λέοντα, γιατί κάτι τέτοιο θα ενταφίαζε το πείραμα της ευρωπαϊκής συνεννόησης, της ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης.
Παρά ταύτα, το Ηνωμένο Βασίλειο εντάχθηκε στην ΕΟΚ τη δεκαετία του 1970 ως η ένατη χώρα που εισήλθε στη θεσμοθετημένη ευρωπαϊκή οικογένεια, πράγμα που δεν της επέτρεψε ποτέ να ηγηθεί ή να αναλάβει πρωτοβουλίες τέτοιες που θα την έκαναν να αισθανθεί πως έχει ξεχωριστό ρόλο στο παρόν και στο μέλλον της ΕΟΚ τότε και μετέπειτα Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, είτε ως Κοινότητα, είτε ως Ένωση, βρισκόταν πάντοτε υπό την ηγεμονία και την καθοδήγηση του γαλλογερμανικού παράγοντα, είτε αυτός ήταν ο Αντενάουερ με τον Ντε Γκωλ, είτε ο Χέλμουτ Σμιτ και ο Κολ με τον Μιτεράν.
Ο γαλλογερμανικός άξονας σε όλη τη διαδρομή ηγείτο πάντοτε της Ευρώπης. Το Ηνωμένο Βασίλειο βρισκόταν σταθερά σε μια θέση εντός της Ένωσης, που όμως δεν του επέτρεπε, ούτε να ξεχωρίσει, ούτε να ηγηθεί. Το σύνδρομο της αποικιοκρατικής μεγάλης δύναμης που κουβαλούσε σταθερά μέσα της η Βρετανία και το γεγονός ότι δύο φορές στη διάρκεια του 20ού αιώνα επεβλήθη του Βερολίνου, ήταν μια συνθήκη, στην οποία δεν μπορούσε να προσαρμοστεί ως μια απλή, χωρίς ηγετικές δυνατότητες και θέσεις, μονάδα στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, μέλη της ΕΟΚ ή της Ένωσης στην συνέχεια.
Η σημερινή απόφαση των Βρετανών, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι προκάλεσε μεγάλη αναταραχή οικονομική και όχι μόνο στην Ευρώπη και διεθνώς και προκαλεί και κόστος στην ίδια τη Βρετανία, είναι μια εξέλιξη που κανονικά θα έπρεπε να αναμένεται. Ο βρετανικός λέων δεν θα μπορούσε να συμβιβαστεί στον ρόλο ενός κανονικού μέλους της Ένωσης ισότιμου με άλλους 27. Το ηγετικό της παρελθόν συγκρουόταν με ένα παρακμιακό και προσαρμοσμένο σε κανονικές συνθήκες κρατικής οντότητας παρόν.
Η φράση της συνείδησης του βρετανικού έθνους, της Βασίλισσας Ελισάβετ, η οποία φράση επηρέασε και το εκλογικό σώμα «Πείτε μου τρεις καλούς λόγους γιατί η Βρετανία πρέπει να αποτελεί μέρος της Ευρώπης» είναι δηλωτική της αντίληψης της βρετανικής κοινής γνώμης για τη σχέση της με την Ευρώπη, ότι επρόκειτο για μια διαρκώς μετέωρη σχέση, ότι δηλαδή η Βρετανία ουδέποτε μπόρεσε ή θέλησε να ενσωματωθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα προχωρήσει με μεγαλύτερη ασφάλεια και σιγουριά, κυρίως όμως με μια ομοιογένεια στη στρατηγική και τον βηματισμό της τώρα, απαλλαγμένη από τη βρετανική αμφισημία στη σχέση της με την Ευρώπη, η οποία δεν βοηθούσε το σχέδιο για την πολιτική ένωση, δηλαδή την οικοδόμηση της ομοσπονδιακής Ευρώπης.
Η βρετανική απόφαση σαφώς επηρεάζει ολόκληρο τον κόσμο, την Ευρώπη και φυσικά την Κύπρο, όχι μόνο εξαιτίας της παγκόσμιας οικονομικής αλληλεξάρτησης, αλλά κυρίως γιατί η Κύπρος, εν προκειμένω, έχει παραδοσιακά στενές οικονομικές και όχι μόνο σχέσεις με το Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίες θα δεχθούν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό τις αρνητικές επιπτώσεις του Brexit. Κανείς δεν είναι μόνος σε αυτό τον κόσμο.
Η αλληλεξάρτηση συμφερόντων και προσδοκιών είναι σήμερα στο πλαίσιο και της παγκοσμιοποίησης εντονότερη παρά ποτέ. Απλώς η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργούσε το πεδίο εκείνο της διευκόλυνσης των συνεργασιών και της ανάπτυξής τους, επιτυγχάνοντας μικρότερο κόστος και μεγαλύτερο όφελος. Αυτή η δυνατότητα πλέον για τη Βρετανία στη σχέση της με την Ευρώπη και την Κύπρο φυσικά δεν υφίσταται πλέον. Εναπόκειται πλέον στην Κύπρο και στη Βρετανία να συμφωνήσουν στους καλύτερους δυνατούς όρους συνέχισης, όπου απαιτείται επέκταση και εμβάθυνση των συνεργασιών τους.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής
Κοσμήτορας Σχολής Διεθνών Σπουδών,
Επικοινωνίας και Πολιτισμού
Παντείου Πανεπιστημίου




