ΚΑΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΕΥΘΥΝΟΦΟΒΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΒΛΗΤΙΚΟΤΗΤΑ

Και, όμως, όσο κάποιος ενδιατρίβει στο θέμα των καλοκαιρινών πυρκαγιών και ψάχνει το παρελθόν σε επίπεδο κοινοβουλευτικού ελέγχου, άλλο τόσο αντιλαμβάνεται ότι η τραγική θανατηφόρα φωτιά της Σολέας μπορεί και να ήλθε με μαθηματική ακρίβεια

Καταγραφή των πραγματικοτήτων θα πρέπει να περιέχουν οι εκθέσεις γεγονότων των δύο συναρμόδιων Υπουργών, γιατί το καλοκαίρι μόλις… άρχισε


Κυκεώνας υποσχέσεων και δήθεν προωθούμενων ενεργειών, που, όμως, όπως ως συνήθως στην Κύπρο, παρέμειναν -με βάση και τα τελευταία γεγονότα- ως “θα” κενά περιεχομένου, αναβλύζει από τα πρακτικά σχετικών με τις πυρκαγιές και την ανάγκη προληπτικών μέτρων συνεδριάσεων αρμόδιων κοινοβουλευτικών επιτροπών. Και οι υποσχέσεις προέρχονταν από τα στόματα των καθ' όλα αρμόδιων για τέτοια ζητήματα που παρουσίαζαν μια εικόνα τέλεια και έναν προγραμματισμό για αντιμετώπιση των πυρκαγιών που έχρηζε μόνο «χειροκροτημάτων ικανοποίησης». Αμ δε…

Δεν προνόησαν

Και όσο απίστευτο και αν ακούγεται, αυτοί που είχαν και έχουν και το καρπούζι και το μαχαίρι, παρόλες τις λεκτικές τους διακηρύξεις, δεν προνόησαν, ως όφειλαν, και σήμερα κλαίμε δικαίως επί θυμάτων και ερειπίων.

Σε συνεδρίαση της Επιτροπής Περιβάλλοντος, στις 2 Μαρτίου του 2012, το Τμήμα Δασών κλήθηκε να καταθέσει τις απόψεις του για την τότε υφιστάμενη κατάσταση και τον τότε αυξημένο κίνδυνο πυρκαγιών λόγω της τεράστιας ποσότητας ξηρών χόρτων που θα προέκυπταν σε ύπαιθρο και δάση ως αποτέλεσμα των έντονων βροχοπτώσεων του έτους. Και δύο τουλάχιστον σημεία από τις απόψεις του Τμήματος Δασών έχουν διαχρονική σημασία, αφού τα αποτελέσματά τους επηρέασαν και τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων.

Σε πρώτο χρόνο αναγνωριζόταν η ανάγκη μείωσης του χρόνου αντίδρασης στις περιπτώσεις επικίνδυνων πυρκαγιών. Έλεγαν, λοιπόν, τότε οι αρμόδιοι με σχετικό σημείωμα που παρουσιάζουμε:

«Το Τμήμα Δασών σε όλες τις περιπτώσεις πυρκαγιάς ή αναγγελίας πυρκαγιάς ενεργοποιεί το σχέδιο Αστραπή, το οποίο περιλαμβάνει ενέργειες και μέτρα που κλιμακώνονται ταυτόχρονα και παράλληλα με την εξέλιξη της πυρκαγιάς και εστιάζει στη συγκέντρωση και εμπλοκή του μεγαλύτερου δυνατού όγκου και αριθμού δυνάμεων τον συντομότερο δυνατό χρόνο στο επεισόδιο, ώστε κατά το δυνατόν, οι δασικές πυρκαγιές να καταστέλλονται εν τη γενέσει τους. Η εφαρμογή του εν λόγω σχεδίου αποσκοπεί στη μείωση του μέσου χρόνου κατάσβεσης και της καιόμενης έκτασης ανά πυρκαγιά».

Κάθε νοήμων άνθρωπος θα διερωτάται αυτήν τη στιγμή, με βάση και τις εξελίξεις που καταγράφηκαν στη μοιραία πυρκαγιά της Σολέας: Αλήθεια, ΕΦΑΡΜΟΣΤΗΚΕ αυτό το σχέδιο; Και αν η απάντηση είναι ναι, τότε δεν πρέπει να θεωρηθεί ως μη επαρκές; Αν ΔΕΝ εφαρμόστηκε, τότε ποιος φέρει την ευθύνη; Τα γεγονότα βοούν, οι πολίτες αναγνωρίζουν ότι υπήρξαν ανεπάρκειες κυρίως σε πρώτο χρόνο και οι αρμόδιοι θα πρέπει να βάλουν τον δάκτυλον εις τον τύπον των ήλων.

Εκτίμηση βαθμού κινδύνου

Και, όμως, το Τμήμα Δασών από το 2012 δήλωνε ότι έχει και λειτουργεί σύστημα εκτίμησης του βαθμού κινδύνου δασικών πυρκαγιών. Πώς, αλήθεια, λειτούργησε αυτό το σύστημα; Και ποιος εκτίμησε τη φωτιά της Σολέας με τον τρόπο που την εκτίμησε και που όλοι σήμερα λένε ότι ανέμεναν από τα εκτιμώμενα πως η φωτιά θα έσβηνε από την Κυριακή;

«Λειτουργεί σύστημα εκτίμησης του βαθμού κινδύνων δασικών πυρκαγιών που επιτρέπει στους διαχειριστές δασικών πυρκαγιών να εκτιμούν τον βαθμό κινδύνου σε καθημερινή βάση. Στις περιπτώσεις που ο κίνδυνος καταγράφεται ως πολύ μεγάλος, τότε λαμβάνονται έκτακτα μέτρα πρόληψης και κατάσβεσης δασικών πυρκαγιών».

Αυτά έλεγε το Τμήμα Δασών. Υπάρχει κανείς που αμφιβάλλει ότι στην περίπτωση της Σολέας κάτι πήγε λάθος; Είναι δυνατόν ντάλα καλοκαίρι και σε 41 βαθμούς να μην υπήρξαν έκτακτα μέτρα, αν όχι πρόληψης, τουλάχιστον κατάσβεσης; Τις απαντήσεις τις δίνουν τα ίδια τα γεγονότα.

Στα πιτς ΕΜΑΚ και ΜΜΑΔ

Θα πρέπει, επίσης, το αμέσως επόμενο διάστημα, όταν και εφόσον ανοίξει πρακτικά ο φάκελος ευθύνες, να απαντηθεί ένα από τα μείζονα ερωτήματα που ανέδειξε η μεγάλη καταστροφή και που πρώτα η τηλεόραση του «Σίγμα» έφερε στην επιφάνεια. Η μη εκμετάλλευση επίλεκτων ομάδων πυρόσβεσης, όπως είναι η ΕΜΑΚ και η ΜΜΑΔ. Όσο απίστευτο και αν ακούγεται, όσο τραγελαφικό και αν φαίνεται, κατά τις τέσσερεις πύρινες ημέρες, που η φωτιά έκαιγε τα σωθικά ολόκληρης της Κύπρου, οι επίλεκτοι πυροσβέστες της ΕΜΑΚ αλλά και οι καλά εκπαιδευμένοι και με κορυφαίο εξοπλισμό ΜΜΑΔίτες δεν κλήθηκαν να δώσουν χείρα βοηθείας ως συντεταγμένα σώματα, αλλά βοήθησαν αυτοί που επέλεξαν απλώς εθελοντικά να βρεθούν στο μέτωπο.

Ενδεικτικό της δυσφορίας που επικρατούσε ανάμεσα σε αυτούς τους, κατά τα άλλα, κορυφαίους στο είδος τους επαγγελματίες, είναι μήνυμα που έλαβε ο γράφων για να ρωτήσει τους αρμόδιους το εξής: «Μπορεί κάποιος από τους αρμόδιους της Πυροσβεστικής να μας πει γιατί η Ειδική Μονάδα Αντιμετώπισης Καταστροφών, γνωστή και ως ΕΜΑΚ, δεν κλήθηκε για να βοηθήσει;

Μέχρι σήμερα (σ.σ. Δευτέρα) η ΕΜΑΚ πήγε μετά το μεσημέρι, με ένα μόνο βυτιοφόρο και σύνολο τρία άτομα - έναν αρχιπυροσβέστη και δύο εποχικούς εργάτες πυρόσβεσης. Μία μονάδα που έχει δύναμη 47 ατόμων και άλλους 15 εργάτες πυρόσβεσης». Οι απαντήσεις, αν υπάρξουν, μπορούν να φωτίσουν πολύ σημαντικές πτυχές της τραγωδίας.

Πολυκερματισμός και στις εκθέσεις

Η πολυνομία και ο πολυκερματισμός ιδίων αρμοδιοτήτων, που μαστίζει την Κυπριακή Δημοκρατία γενικά, έκαναν ανάγλυφα την εμφάνισή τους και σε αυτήν την περίπτωση. Πέραν του γνωστού σε όσους ρώτησαν γεγονότος της διαρκούς σύγκρουσης του Τμήματος Δασών και της Πυροσβεστικής για το ποιος έχει το πάνω χέρι, ήταν τουλάχιστον γελοίο να βλέπει κανείς ότι στο λεγόμενο Κέντρο Συντονισμού, ουσιαστικά λειτουργούσαν τέσσερα μικρότερα κέντρα αναλόγως υπηρεσίας. Τμήμα Δασών, Πυροσβεστική, Πολιτική Άμυνα και Εθνική Φρουρά.

Έξω η μονάδα που συντόνιζε τους εθελοντές. Ακόμη και αν καλόπιστα κάποιος κάνει το παν, είναι δεδομένο ότι αυτό θα φέρει σύγχυση και αποσυντονισμό. Κάτι που θα διαφανεί και από τις εκθέσεις γεγονότων που ζήτησαν δύο διαφορετικοί Υπουργοί (Γεωργίας για το Τμήμα Δασών και Δικαιοσύνης για την Πυροσβεστική) και που αν διαρρεύσουν το επόμενο διάστημα, θα καταδείξουν αυτήν την προσπάθεια πολλών εμπλεκομένων να αποσείσουν ευθύνες και να επιβληθούν έναντι του άλλου με τραγικά, όπως φαίνεται, αποτελέσματα.