Ταχεία αναδάσωση αποφάσισε χθες το Υπουργικό Συμβούλιο
Ο Λειτουργός Διαφώτισης του Τμήματος Δασών Αλέξανδρος Καταλάνοςανέφερε ότι η πυρκαγιά στην οροσειρά του Τροόδους έχει κατακαύσει πέραν των δεκαπέντε τετραγωνικών χιλιομέτρων παρθένου πευκοδάσους, το οποίο υπάρχει για πάνω από 150 χρόνια


Στάχτη και αποκαΐδια άφησε πίσω της η αδηφάγος πυρκαγιά, που κατακαίει από την Κυριακή το καταπράσινο πευκόδασος στην περιοχή της Σολέας. Η ζημιά στη χλωρίδα και πανίδα του βουνού είναι βιβλική και για να επανέλθει στην προτέρα μορφή της θα χρειαστούν τουλάχιστον πενήντα χρόνια. Αυτό ανέφερε σε δηλώσεις του στη «Σημερινή» ο Λειτουργός Διαφώτισης του Τμήματος Δασών, Αλέξανδρος Καταλάνος, εξηγώντας ότι τα καταπράσινα πεύκα που κοσμούσαν την οροσειρά του Τροόδους χρειάζονται πολλά χρόνια για να αναπτυχθούν.

Την ίδια ώρα, την άμεση επούλωση των «πληγών» που αφήνει στο πέρασμά της η καταστροφική πυρκαγιά επιχειρεί με χθεσινή απόφασή του το Υπουργικό Συμβούλιο. Συγκεκριμένα, αποφάσισε όπως το Τμήμα Δασών του Υπουργείου Γεωργίας ετοιμάσει πρόγραμμα ταχείας αναδάσωσης και αποκατάστασης των περιβαλλοντικών ζημιών από τις πυρκαγιές. Το Τμήμα Δασών θα πρέπει να υποβάλει τη σχετική πρόταση στο Υπουργικό Συμβούλιο εντός δύο μηνών.

Οι ενέργειες μετά τη φωτιά
Μιλώντας στη «Σ», ο κ. Καταλάνος ανέφερε ότι η πυρκαγιά στην οροσειρά του Τροόδους έχει κατακαύσει πέραν των δεκαπέντε τετραγωνικών χιλιομέτρων παρθένου πευκοδάσους, του οποίου η ζωή χρονολογείται στα 150 χρόνια.
Πρόκειται, είπε, «για μια μεγάλη καταστροφή» και ευχήθηκε ο εφιάλτης της πύρινης λαίλαπας να σταματήσει το συντομότερον.

Ερωτηθείς για τη διαδικασία αναδάσωσης τού άλλοτε καταπράσινου δάσους, που παραδόθηκε στο έλεος της φωτιάς, ο κ. Καταλάνος ανέφερε ότι την επόμενη μέρα της κατάσβεσης της πυρκαγιάς θα γίνει αξιολόγηση της κατάστασης και καταγραφή των καταστροφών στο οικοσύστημα, ενώ στη συνέχεια, όπως είπε, θα γίνει ο σχεδιασμός για την αποκατάσταση των ζημιών.

«Μετά από κάθε δασική πυρκαγιά, οι αρμόδιες Αρχές ακολουθούν μια συγκεκριμένη διαδικασία, πολύ καιρό πριν ξεκινήσει η αναδάσωση», σημείωσε ο κ. Καταλάνος.

Πρόσθεσε ότι η σωστή διαδικασία είναι να καθαριστεί η καμένη έκταση, να διαχωριστούν τα δέντρα τα οποία μπορούν να αποκατασταθούν και στην συνέχεια να υλοτομηθούν τα κατεστραμμένα δέντρα. Παράλληλα, επεσήμανε ότι θα πρέπει να δημιουργηθούν αντιπλημμυρικά έργα, ώστε να συγκρατηθούν οι οργανικές ύλες στο έδαφος και να μη διαβρωθούν τα εδάφη.

Στη συνέχεια ο κ. Καταλάνος είπε ότι «θα πρέπει να οριστεί αναδασωτέα η καμένη έκταση και αφού περιμένουμε 2-3 χρόνια να επιτελέσει το έργο της η φύση και να ξεπεταχθούν τα πρώτα φυτά, μετά πηγαίνουμε στα ξερά μέρη και κάνουμε τεχνητή αναδάσωση».

Ωστόσο, όπως υπογράμμισε, σε πολλές περιπτώσεις οι εργασίες αναδάσωσης είναι δυνατόν να ξεκινήσουν και άμεσα και μέσα σε ελάχιστους μήνες να έχουμε τα πρώτα νέα δέντρα.

Όπως εξήγησε, εξάλλου, ακολουθούνται συνήθως δύο μέθοδοι αναδάσωσης, πρώτον με τη φύτευση νέων δενδρυλλίων και δεύτερο με τη σπορά, ενώ τόνισε ότι υπάρχουν αρκετά αποθέματα στο Τμήμα και σε σπόρους και σε δενδρύλλια.
Αφού γίνει η αξιολόγηση των ζημιών και των αναγκών για την αποκατάσταση του καμένου δάσους, είπε, θα αποφασισθεί εάν υπάρχει και επιπλέον ανάγκη δενδρυλλίων ή σπόρων και θα πρέπει να γίνει επιπλέον παραγωγή ή να ζητηθεί η αγορά από το εξωτερικό.

Αύξηση της θερμοκρασίας
Τις δυσμενείς επιπτώσεις της καταστροφής αυτής θα βιώσουν πολύ έντονα, για πολλά χρόνια και σε πολλούς τομείς, οι κάτοικοι της περιοχής και γενικότερα της Κύπρου, ανέφερε στην εκπομπή του Σίγμα, «Μεσημέρι και Κάτι», ο Λειτουργός Αποκατάστασης Εδάφους του ΤΕΠΑΚ Κώστας Ανδρέου.

Μιλώντας στους δημοσιογράφους Γωγώ Αλεξανδρινού και Χρίστο Χαραλάμπους, ο κ. Ανδρέου είπε ότι πέρα από τις επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα της περιοχής, θα αυξηθούν και οι θερμοκρασίες κατά δύο με τρεις βαθμούς. Ο κ. Ανδρέου ανέφερε ότι η Κυβέρνηση θα πρέπει να δώσει τα εργαλεία στους τεχνοκράτες να αξιολογήσουν την καμένη περιοχή και στη συνέχεια να εκπονήσουν ένα σχέδιο αναδάσωσης.

Πρόσθεσε ότι «κάθε δάσος είναι διαφορετικό και ειδικά σε αυτήν την περιοχή η μορφολογία του εδάφους έχει μεγάλες κλίσεις, γι' αυτό δεν θα πρέπει να αναδασωθεί όλη η περιοχή, αλλά κάποια σημεία θα πρέπει να αφεθούν να αναζωογονηθούν από μόνα τους».

Τα άλλοτε καταπράσινα πεύκα μπορεί να παραδόθηκαν στο έλεος της φωτιάς, όμως ο «αγώνας» της γης για ζωή συνεχίζεται και σταδιακά η χλωρίδα και η πανίδα του βουνού ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες, τόνισε ο κ. Ανδρέου.

«Μια δασική φωτιά δεν σημαίνει ότι αυτόματα χρειάζεται ανθρώπινη παρέμβαση για αναδάσωση. Επειδή το δάσος είναι ζωντανός οργανισμός, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι αναγεννάται πάντα από τις στάχτες του, κάτι που ονομάζεται φυσική αναδάσωση», τόνισε ο κ. Ανδρέου. Ανέφερε ακόμα ότι σε περιοχές όπου υπάρχουν μεγάλες κλίσεις θα πρέπει να γίνει άμεσα σπορά κάποιων χαμηλών φυτών, ώστε να συγκρατηθεί το έδαφος.

Όσον αφορά τα δέντρα που θα πρέπει να αντικαταστήσουν τα κατεστραμμένα, ανέφερε ότι πέρα από το πεύκο, θα ήταν καλό να καλλιεργηθούν και κάποιες ποικιλίες πλατύφυλλων δέντρων, τα οποία είναι πιο ανθεκτικά στην πυρκαγιά, για αποφυγή ανάλογων καταστροφών.