Καθίσταται σαφές τον τελευταίο καιρό πως η Τουρκία βρίσκεται σε μια μεταβατική φάση διολίσθησης ολοένα και περισσότερο από το δυτικό πρότυπο δομών εξουσίας και εσωτερικής διάρθρωσης του πολιτεύματος, δηλαδή της κοσμικής εξουσίας, όπου κυριαρχούσε το στράτευμα ως θεματοφύλακας της κεμαλικής ιδεολογίας, δικαίου, τάξης και πολιτικής, σε ένα μουσουλμανικό πρότυπο πολιτικής οργάνωσης και εξωτερικής πολιτικής, το οποίο να έχει ως υπόβαθρό του τον δυτικό προσανατολισμό και ουσιαστικό περιεχόμενο πολιτικής και ιδεολογικής κατεύθυνσης τον μουσουλμανισμό ως θρησκευτική και πολιτική ιδεολογία.

Οι τελευταίες κινήσεις του Ερντογάν σε σχέση και με τον Νταβούτογλου, αλλά και τις ασχημίες που λαμβάνουν χώραν στην Αγία Σοφία, ακόμη και οι απόπειρες του Ερντογάν να εμφανιστεί ως κυρίαρχος μουσουλμανικός παράγων στην κηδεία του Κάσιους Κλέι, όπου να απαγγείλει ο ίδιος στίχους του Κορανίου και να εκφωνήσει τον επικήδειο για έναν μουσουλμάνο παγκόσμιο ίνδαλμα, πράγμα που δεν του επετράπη, υποδηλώνουν διαρκώς και αυξανόμενες τάσεις της τουρκικής ηγεσίας να ενισχύσει την μουσουλμανική δομή του πολιτικού συστήματος της χώρας, όπου ήδη από τώρα ο Κεμάλ και ο κεμαλισμός είναι ένα μακρινό και νεφελώδες παρελθόν, ενώ όλα δείχνουν πως η ηγεσία του AKP οδηγεί τη χώρα στην εγκαθίδρυση ενός μουσουλμανικού πολιτικού συστήματος.

Πρόκειται για μια πορεία που αν δεν συμβεί κάποια εσωτερική αντίδραση, που να ανακόψει αυτήν τη διολίσθηση προς τον μουσουλμανισμό, ο οποίος απειλεί να κυριαρχήσει, όχι ως θρησκεία, αλλά ως πολιτική πραγματικότητα, δηλαδή ως άλλο από τον δυτικό κόσμο πολιτικό σύστημα, τότε σε ένα προβλέψιμο χρονικό διάστημα η Τουρκία θα έχει υποστεί πλήρη μετάλλαξη των πολιτικών και κοινωνικών δομών της εσωτερικής της πολιτικής οργάνωσης, που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα.

Ο Ερντογάν διεκδικεί την κυριαρχία του Σουλτάνου, ο οποίος από τη φύση και τη θέση του θα καταργήσει τους πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς του δυτικού κόσμου, που ο Κεμάλ με τον απέραντο θαυμασμό που τον διέκρινε απέναντί τους, θέλησε να τους εφαρμόσει αντιγράφοντας δυτικά πρότυπα. Αυτούς τους θεσμούς σταδιακά τους καταργεί ο Ερντογάν φέρνοντας στη θέση του δυτικού ένα ανατολίτικο, μουσουλμανικό, απολυταρχικό πρότυπο πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης της χώρας.

Ήδη βρισκόμαστε σε μια φάση που η Τουρκία του Ερντογάν έχει απομονωθεί από ολόκληρο τον δυτικό κόσμο, βρίσκεται σε σύγκρουση με τη Ρωσία, το Ισραήλ, το Ιράν, τη Γερμανία, δεν έχει καλές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και αναπτύσσει επιθετικές τάσεις απέναντι στην Ελλάδα, ενώ είναι γνωστή η πολιτική εξόντωση του κουρδικού στοιχείου στην Τουρκία και ο πόλεμος που διεξάγει εντός και εκτός της χώρας του απέναντι στο PKK.

Το ερώτημα που τίθεται είναι αφενός μεν εάν θα υπάρξει, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, οποιαδήποτε εσωτερική αντίδραση απέναντι σε αυτήν την καταστροφική εν πολλοίς πορεία της χώρας, η οποία, όχι μόνο απομονώθηκε από παντού, αλλά διεξάγει και ένα πόλεμο με τους Κούρδους, ο οποίος δεν έχει σχέση με το παρελθόν, αφού αυτήν τη φορά, σε αντίθεση με τη δεκαετία του 1990, οι Κούρδοι στηρίζονται ενεργά ή και εμμέσως από το Ισραήλ, τη Ρωσία, αλλά και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Τούτο σε αντίθεση με τη δεκαετία του 1990, όταν τόσο το Ισραήλ, όσο και οι ΗΠΑ συνεργάστηκαν με την Τουρκία για να πλήξει το PKK και να συλλάβει τον Οτσαλάν. Είναι σαφής η διεθνής απομόνωση της χώρας του Ερντογάν, και ο κίνδυνος να μεταφέρει η Άγκυρα την εσωτερική κρίση, η οποία υποβόσκει έντονα και την διεθνή απομόνωση, η οποία είναι εμφανής, στο Αιγαίο και στη Θράκη για αντιπερισπασμό.

Η Αθήνα οφείλει, συνεργαζόμενη με συμμαχικές δυνάμεις, τόσο εντός Ευρώπης, όσο και εκτός, να οργανώσει την υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της σε όλη την επικράτεια της χώρας και να έχει σχέδιο διπλωματικής και πολιτικής αντίδρασης σε οποιεσδήποτε κινήσεις της Άγκυρας, που να υπονομεύουν την ελληνική κυριαρχία. Το Κουρδικό Ζήτημα είναι υπόθεση διεκδίκησης αυτοδιάθεσης και πολιτικής αυτονομίας ενός λαού, ο οποίος καταπιέζεται και έχει δικαίωμα να ασκήσει την αυτοδιάθεσή του. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με μειονοτικά δικαιώματα μουσουλμάνων, των οποίων η προστασία είναι αναγνωρισμένη και είναι εμφανής σε όλα τα επίπεδα, όπου το ελληνικό κράτος σέβεται τη Συνθήκη της Λωζάννης σε κάθε περίπτωση που αφορά στα δικαιώματα των μειονοτήτων.

Σε αντίθεση με την Τουρκία, η οποία μη σεβόμενη τη Λωζάννη και τις διεθνείς συνθήκες, εξόντωσε, κυριολεκτικά αφάνισε, την ελληνική μειονότητα στην Κωνσταντινούπολη, την Ίμβρο και την Τένεδο.

Σε ό,τι αφορά την Κύπρο, η οποία εξακολουθεί να διακηρύττει την ακλόνητη πίστη της ηγεσίας της στη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία ωσάν να πρόκειται για μια λυτρωτική πορεία και δεν αντιλαμβανόμαστε πως αυτό θα είναι από τη δομή του ένα σύστημα που θα βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Άγκυρας και επομένως θα είμαστε έρμαιο των επιθετικών και αλαζονικών τάσεων μιας ανεξέλεγκτης από κάθε άποψη ηγεσίας, όπως αυτής του Ερντογάν, πρέπει επιτέλους να σχεδιάσουμε ως Κύπρος και ως Ελληνισμός το πολιτικό μέλλον του τόπου, που να διασφαλίζει την επιβίωση του Ελληνισμού, αλλά και του συνόλου του νόμιμου πληθυσμού της Κύπρου σε ένα δημοκρατικό πολιτικό σύστημα, το οποίο να απαλλάσσει την Κύπρο από τον έλεγχο και την εποπτεία εξωτερικών πολιτικών κέντρων, όπως αυτό της Άγκυρας.

Θα το επαναλαμβάνουμε και θα το υπογραμμίζουμε πάντοτε πως το κυπριακό πρόβλημα δεν είναι εστιασμένο στη μορφή του πολιτεύματος τόσο, αφού η ομοσπονδία θα λειτουργήσει, εάν είναι δημοκρατική η δομή της, αλλά στο γεγονός του ομφάλιου λώρου, ο οποίος δημιουργείται μεταξύ Κύπρου και Άγκυρας μέσω της κατεχόμενης βόρειας περιοχής της Κύπρου. Η Άγκυρα σε μια ομοσπονδιακή Κύπρο διζωνική, δικοινοτική, δεν θα ελέγχει μόνο το βόρειο τμήμα, αλλά ολόκληρη την Κύπρο.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Κοσμήτορας Σχολής Διεθνών Σπουδών,
Επικοινωνίας και Πολιτισμού,
Πάντειο Πανεπιστήμιο