ΠΩΣ ΕΠΗΡΕΑΖΕΤΑΙ ΤΟ ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΚΑΙ Η ΙΣΧΥΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΤΟΥ ΗΝΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Τρεις από τους σημαντικότερους συντελεστές ισχύος που καθορίζουν το γόητρο της ΕΕ ως παγκόσμιου παίκτη, δηλαδή οι στρατοί των μεγάλων κρατών-μελών, το μεγάλο μέγεθος της ευρωπαϊκής οικονομίας και το παράδειγμα του επιτυχημένου υπερεθνικού εγχειρήματος, θα υποστούν σημαντικότατο πλήγμα, δηλώνει ο πολιτικός επιστήμονας Μιχάλης Κοντός
Τυχόν αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ θα οδηγήσει σε σημαντική ανακατανομή ισχύος και θα ανοίξει τον δρόμο για περαιτέρω αύξηση της γερμανικής επιρροής εντός της Ευρώπης, θα αποδυναμώσει τον ευρωατλαντικό μηχανισμό ασφαλείας και θα καταστήσει την ισορροπία δυνάμεων στην Ευρώπη πιο εύθραυστη
Μπορεί το δημοψήφισμα για το Brexit να αποτελεί κορύφωση του ευρωσκεπτικισμού που ευδοκιμεί εδώ και δεκαετίες στην πολιτική ρητορική και αντίληψη της βρετανικής κοινωνίας, αλλά δεν είναι ανεξάρτητο από τη γενικότερη δυσφορία που υπάρχει ανάμεσα στους λαούς της Ευρώπης στην εποχή της οικονομικής και μεταναστευτικής κρίσης. Όπως δήλωσε στην εφημερίδα μας ο πολιτικός επιστήμονας και διεθνολόγος Μιχάλης Κοντός, επισκέπτης λέκτορας στο Τμήμα Ευρωπαϊκών Σπουδών και Διεθνών Σχέσεων και στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, η αύξηση του ευρωσκεπτικισμού στην Ευρώπη είναι κάτι που αντικατοπτρίζεται και στα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών του 2014.
«Πρόκειται για μια τάση που οφείλεται σε διάφορους παράγοντες: θεσμικούς, οικονομικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς. Κυρίως όμως τα τελευταία χρόνια επιτείνεται ως αποτέλεσμα της αύξησης των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών από την Αφρική και τη Μέση Ανατολή προς την Ευρώπη, οι οποίες -σε συνδυασμό με τα πρόσφατα τρομοκρατικά κρούσματα-αυξάνουν την ισλαμοφοβία και δημιουργούν αντιλήψεις απειλής στους Ευρωπαίους πολίτες», εξήγησε.
Πέραν αυτού, ανέφερε, η κρίση στην Ευρωζώνη επηρέασε ποικιλοτρόπως τις αντιλήψεις των Ευρωπαίων πολιτών για τη διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: από τη μια η λογική των ανεπτυγμένων κοινωνιών του Βορρά, που δεν επιθυμούν να επωμιστούν το ελληνικό χρέος και, από την άλλη, ο αυταρχισμός με τον οποίο το Γιούρογκρουπ (ένας άτυπος, μη κατοχυρωμένος θεσμός) χειρίστηκε τις περιπτώσεις της Ελλάδας και (κυρίως) της Κύπρου. Τέλος, σημείωσε, η Ευρώπη πάσχει από έλλειψη ηγεσίας.
Οι βρετανικές ιδιαιτερότητες
Είναι όμως και οι ιδιαιτερότητες του Ηνωμένου Βασιλείου και της βρετανικής κοινωνίας, ανέφερε ο κ. Κοντός. «Να υπενθυμίσω ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν ήταν εκ των ιδρυτικών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αλλά εντάχθηκε αργότερα (το 1973) εξ ανάγκης, καθότι είχε γίνει αντιληπτό ότι το πρότζεκτ είχε πετύχει και δεν θα μπορούσε να μείνει εκτός της διαδικασίας λήψης αποφάσεων στην Ευρώπη. Είχε γίνει ξανά δημοψήφισμα στο Ηνωμένο Βασίλειο, το 1975, για την παραμονή ή όχι στην ΕΟΚ, κάτι που αναδεικνύει τον διαρκή προβληματισμό της βρετανικής κοινωνίας για τη συμμετοχή της χώρας στη διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», πρόσθεσε.
Σύμφωνα με τον διεθνολόγο, παραδοσιακά οι Βρετανοί δυσπιστούν έναντι των εκκλήσεων εκχώρησης εθνικής κυριαρχίας προς όφελος υπερεθνικών οργάνων, ενώ υπάρχουν και πολιτικές της ΕΕ που προκαλούν ιδιαίτερες αντιδράσεις στο βρετανικό πολιτικό σύστημα (π.χ. Οικονομική και Νομισματική Πολιτική και Κοινωνική Πολιτική). «Στις μέρες μας η τάση αυτή ενισχύθηκε από τρεις παράγοντες: πρώτον, την αυξανόμενη επιρροή της Γερμανίας επί των διαδικασιών λήψης αποφάσεων στην ΕΕ, δεύτερον, την αύξηση της μετανάστευσης και, τρίτον, την πολιτική δύναμη που έχει αποκτήσει η ευρωσκεπτικιστική παράταξη, κυρίως το Κόμμα Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου, του Νάιτζελ Φάρατζ», εξήγησε.
«Τυχόν αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου θα αποτελεί νίκη των ευρωσκεπτικιστικών δυνάμεων. Από την άλλη όμως, θα "αποξηράνει" τη δεξαμενή των πολιτικών τους επιχειρημάτων και -άρα- του λαϊκισμού τους, καθότι θα έχει φύγει ο βασικός μοχλός πίεσης που κατέχουν επί του πολιτικού συστήματος», επεσήμανε. Εάν όμως παραμείνει, θα παραμείνει υπό διαμαρτυρία, κάτι που σημαίνει ότι οι ευρωσκεπτικιστές θα εξακολουθήσουν να έχουν μοχλό πίεσης επί του βρετανικού πολιτικού συστήματος. Συνεπώς, μακροπρόθεσμα, είναι πιθανόν το ευρωσκεπτικιστικό κίνημα και οι εθνικιστικές τάσεις να επηρεαστούν περισσότερο αρνητικά παρά θετικά, παρατήρησε.
Όλα έχουν επιπτώσεις
Ερωτηθείς κατά πόσον εκτιμά ότι θα αλλάξει η δυναμική στις σχέσεις των δύο μερών, ανεξαρτήτως του τελικού αποτελέσματος του δημοψηφίσματος, δεδομένης της ρητορικής που αναπτύσσεται στο εσωτερικό του Ηνωμένου Βασιλείου, ο Μιχάλης Κοντός ανέφερε ότι «όπως αναμένεται να επηρεάσει η ενδεχόμενη αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ, έτσι και η παραμονή του αναμένεται να έχει επιπτώσεις».
Επεσήμανε ότι τον περασμένο Φεβρουάριο είχε επιτευχθεί μια συμφωνία μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και ΕΕ για την επαναδιαπραγμάτευση της σχέσης τους, εάν και εφόσον αποφασιστεί η παραμονή. Η συμφωνία αυτή προνοεί εξαίρεση του Ηνωμένου Βασιλείου από την πρόνοια της Συνθήκης της Λισαβόνας για «ολοένα και περισσότερη ενοποίηση».
Παραχωρεί, δε, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα στο Ηνωμένο Βασίλειο να ενεργοποιεί ένα «φρένο εκτάκτου ανάγκης» επί των εργασιακών δικαιωμάτων των μεταναστών σε περιόδους υπέρμετρων μεταναστευτικών ροών για περίοδο τεσσάρων με επτά ετών. «Δεδομένου του γεγονότος ότι οι βρετανικοί προβληματισμοί που οδήγησαν στο περιεχόμενο αυτής της συμφωνίας ισχύουν και σε άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ, δεν αποκλείεται και άλλα κράτη-μέλη να ζητήσουν παρόμοια προνομιακή μεταχείριση, σε περίπτωση που αυτό ισχύσει για το Ηνωμένο Βασίλειο», σημείωσε.
Ζήτημα ισορροπίας
«Παραδοσιακά, για τρεις και μισό αιώνες, η υψηλή στρατηγική του Ηνωμένου Βασιλείου βασιζόταν σε δύο βασικούς πυλώνες: Την υπερπόντια αποικιακή επέκταση και τη διατήρηση μιας ισορροπίας δυνάμεων στην Ευρώπη, η οποία θα αποτρέπει την επικράτηση ενός κράτους-ηγεμόνα στη Γηραιά Ήπειρο», εξήγησε ο κ. Κοντός. Ο πρώτος πυλώνας σχετίζεται με την οικονομική επέκταση του Ηνωμένου Βασιλείου. Το τέλος της οικονομικής αποδοτικότητας της αποικιοκρατίας οδήγησε και στη διάλυση της βρετανικής αυτοκρατορίας και στην απο-αποικιοποίηση. Ο δεύτερος πυλώνας σχετίζεται με την ασφάλεια των βρετανικών νησιών: Όσο υπάρχει ισορροπία δυνάμεων στην ευρωπαϊκή ενδοχώρα και δεν αναδεικνύεται ένας ηγεμόνας με ικανότητα και βλέψεις επέκτασης, τόσο τα βρετανικά νησιά είναι ασφαλή από εξωτερικούς κινδύνους.
«Με αυτήν τη λογική το Ηνωμένο Βασίλειο ενεπλάκη σε αρκετούς πολέμους κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα, με αποκορύφωμα τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους. Η διπλή αυτή στρατηγική τροποποιήθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο για να προσαρμοστεί το Ηνωμένο Βασίλειο στη μετα-αποικιακή εποχή και να συμπεριλάβει και το νεοσύστατο τότε ευρωατλαντικό σχήμα και το ΝΑΤΟ, με τη δεσπόζουσα θέση των Ηνωμένων Πολιτειών. Εν τούτοις, το πάγιο συμφέρον της διατήρησης μιας ισορροπίας δυνάμεων στην Ευρώπη διατηρήθηκε, εν όψει και της απειλής του σοβιετικού επεκτατισμού.
»Αργότερα, όπως έχω ήδη αναφέρει, αποφασίστηκε η ένταξη στην ΕΟΚ για λόγους συμμετοχής στα κέντρα λήψης αποφάσεων, αλλά και εκμετάλλευσης της δυναμικής της υπό δημιουργία ενιαίας αγοράς. Έκτοτε, η συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου στην ΕΟΚ/ΕΕ έχει διαμορφώσει ανάλογα το ενωσιακό οικοδόμημα, αλλά και το ισοζύγιο δυνάμεων στην Ευρώπη», ανέφερε περαιτέρω ο διεθνολόγος.
Η ισορροπία δυνάμεων κατέστη θεσμικά ώριμη (με τη συμμετοχή των μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών στην υπερεθνική ΕΟΚ/ΕΕ) και άρα λιγότερο εύθραυστη. Εξού και η Ευρώπη διάγει τα τελευταία εβδομήντα χρόνια τη μεγαλύτερη περίοδο ειρήνης στις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων από τη λήξη των ναπολεόντειων πολέμων, το 1815.
«Τυχόν αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ θα οδηγήσει σε σημαντική ανακατανομή ισχύος και θα ανοίξει τον δρόμο για περαιτέρω αύξηση της γερμανικής επιρροής εντός της Ευρώπης, θα αποδυναμώσει τον ευρωατλαντικό μηχανισμό ασφαλείας και θα καταστήσει την ισορροπία δυνάμεων στην Ευρώπη πιο εύθραυστη», τόνισε.
Συνεισφορά σε πολλά επίπεδα
Ερωτηθείς πόσο αισθητή θα είναι η μείωση της ισχύος της ΕΕ, σε περίπτωση που το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι πλέον μέλος της, ο κ. Κοντός απάντησε: «Σκεφτείτε μόνο ότι εάν αποχωρήσει το Ηνωμένο Βασίλειο θα έχει αποχωρήσει ένας εκ των δύο μεγαλύτερων στρατών στην ΕΕ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις δυνατότητες συμμετοχής της Ένωσης σε διεθνείς ειρηνευτικές αποστολές, αλλά κυρίως για το κύρος της ως παγκόσμιου παίκτη». Επιπλέον, με οικονομικούς όρους, θα έχει αποχωρήσει ένας καθαρός συνεισφορέας (net contributor), δηλαδή ένα κράτος-μέλος με σημαντική οικονομική συνεισφορά στην Ένωση, η οποία είναι αισθητά μεγαλύτερη απ’ ό,τι το κόστος που η συμμετοχή του επιφέρει σε αυτήν, σημείωσε.
Η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου θα διασπείρει την αντίληψη της απογοήτευσης των κρατών-μελών από την Ένωση και, άρα, της αποτυχίας της τελευταίας να εκπληρώσει τα οράματα των μελών της, πρόσθεσε. «Συνεπώς, τρεις από τους σημαντικότερους συντελεστές ισχύος που καθορίζουν το γόητρο της ΕΕ ως παγκόσμιου παίκτη, δηλαδή οι στρατοί των μεγάλων κρατών-μελών, το μεγάλο μέγεθος της ευρωπαϊκής οικονομίας και το παράδειγμα του επιτυχημένου υπερεθνικού εγχειρήματος θα υποστούν σημαντικότατο πλήγμα», υπογράμμισε.




