Οι πολίτες φορτώθηκαν συναισθήματα ενοχής για πολιτικές για τις οποίες δεν είχαν άμεση γνώση
Σύμφωνα με το κοινωνιολογικό πλαίσιο, η πράξη του ψηφίζειν είναι μια πράξη συμπόρευσης και αφοσίωσης, και επομένως δυνητικά μια πιθανή εξήγηση της αποχής είναι η έλλειψη μιας τέτοιας συμπόρευσης


Η πολιτική συνάρμοση του ψηφοφόρου διαφοροποιείται από τα κοινωνικά χαρακτηριστικά του ως ατόμου που ζει σε μια ορισμένη κοινωνική ομάδα ή σε μια κοινωνική τάξη. Διαφοροποιείται ακόμη από το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο ψηφοφόρος ζει και εργάζεται. Η μελέτη «Abstainers are not all the same», του Κέντρου Μελέτης και Έρευνας του Πανεπιστημίου του Manchester Cathie Marsh (2006), συνδέει το κοινωνιολογικό πλαίσιο της συμπεριφοράς των ψηφοφόρων με αυτό που ονομάζει πολιτική συνάρμοση (attachment). Αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τον έντονο διπολισμό που υπάρχει στην κυπριακή κοινωνία, που συμπεριλαμβάνει την υποστήριξη των μεγάλων κομμάτων της Δεξιάς και της Αριστεράς.

Οι ιστορικές καταβολές της υποστήριξης αυτής ανάγονται στο πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα, όταν έγιναν οι μεγάλοι αγώνες ενάντια στην αποικιοκρατία. Το μεν ΑΚΕΛ πρωτοστάτησε στους αγώνες της εργατιάς, εξ ου και μια μεγάλη μερίδα της εργατικής τάξης ψηφίζουν παραδοσιακά ΑΚΕΛ. Η Δεξιά αντίστοιχα είναι αυτή που πρωτοστάτησε μέσα από το έπος της ΕΟΚΑ στον αγώνα για την απελευθέρωση από τον αποικιοκρατικό ζυγό. Και οι δύο παρατάξεις έχουν πίσω τους αγώνες που συνοδεύονται και από την ανάλογη ιδεολογία.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο επιβεβαιώνεται η μελέτη του Κέντρου Cathie Marsh: ότι, επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, ο ψηφοφόρος επηρεάζεται από: α) τις αντιλήψεις για την ισότητα και τη δικαιοσύνη (Runciman, 1966), β) το κοινωνικό κεφάλαιο (τα αναμενόμενα συλλογικά ή οικονομικά ωφελήματα που προκύπτουν από συνεργασία ανάμεσα σε άτομα ή ομάδες) (Putman, 2000) και γ) το βαθμό εμπλοκής στα κοινά (εθελοντισμός) (Verba and Nie, 1972).

Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, σε μια κοινωνικο-ψυχολογική προσέγγιση, οι Campbell et al (1964) υποστηρίζουν ότι η σημαντικότητα της κοινωνικής ομάδας ενδυναμώνεται από πρώιμες εμπειρίες κοινωνικοποίησης, οι οποίες συντείνουν στην ανάπτυξη επαναστατικής διάθεσης ή κομματική συνταύτιση σχετιζόμενη με την κοινωνική τάξη. Όλα αυτά, με τη σειρά τους, επηρεάζουν τόσο την απόφαση για ψηφοφορία, όσο και την κομματική επιλογή. Έτσι, σύμφωνα με το κοινωνιολογικό πλαίσιο, η πράξη του ψηφίζειν είναι μια πράξη συμπόρευσης και αφοσίωσης, και επομένως δυνητικά μια πιθανή εξήγηση της αποχής είναι η έλλειψη μιας τέτοιας συμπόρευσης.

Μοντέλα ψήφου με βάση την επιλογή
Το μοντέλο γνωστικής κινητοποίησης (cognitive mobilisation) συνδέει την πολιτική συμμετοχή με την πολιτική ικανοποίηση ή έλλειψη ικανοποίησης. Αυτό εξαρτάται από το επίπεδο ενδιαφέροντος και γνώσεων του ψηφοφόρου, που βασίζεται κυρίως στο μορφωτικό επίπεδο και στην πρόσβαση στις πληροφορίες (Dalton, 1988). Με βάση το κατά πόσον η δική του ψήφος θα είναι καθοριστική για το συνολικό αποτέλεσμα, όσον αφορά το ποιο κόμμα θα υπερισχύσει, ο ψηφοφόρος επιλέγει κατά πόσο θα ψηφίσει ή θα απέχει.

Σκεπτόμενος σε ατομικό επίπεδο και θεωρώντας ότι μια ψήφος ουσιαστικά δεν κάνει καμιά διαφορά για το ένα κόμμα ή για το άλλο, ουσιαστικά ο απέχων από την ψηφοφορία δεν ψηφίζει λόγω αδιαφορίας. Αυτό στις μέρες μας μπορεί να εξηγηθεί σε μεγάλο βαθμό, αφού λόγω των αποτελεσμάτων της οικονομικής κρίσης και δεσμευτικών υποσχέσεων που δεν τηρήθηκαν, οι ψηφοφόροι δεν εμπιστεύονται πλέον εύκολα τους πολιτικούς και έχουν αναπτύξει συγκεκριμένη στάση αδιαφορίας.

Παράλληλα, λόγω των αλλεπάλληλων σκανδάλων και της ατιμωρησίας που χαρακτηρίζει τη σημερινή μας κοινωνία, η αδιαφορία αυτή ίσως να οδηγεί τα άτομα σε μια φάση αποξένωσης από αυτές τις αξίες και τις νόρμες, οι οποίες έχουν εγκαταλειφθεί, αφήνοντας στη θέση τους μιαν άλλη νοσηρή κοινωνία, αυτήν της διαφθοράς. Η αποξένωση λοιπόν είναι αποτέλεσμα της αντίληψης των ψηφοφόρων ότι υπάρχει μια τεράστια «απόσταση» ανάμεσα στις δικές του αξίες, αρχές και ενδιαφέροντα, από αυτά που προσφέρουν τα κόμματα.

Τόσο η αδιαφορία όσο και η αποξένωση αποτελούν συνήθως τα πιο πιθανά χαρακτηριστικά τμημάτων του εκλογικού σώματος (Adams and Merril, 2003). Με κοινωνιολογικούς όρους και οι δύο συμπεριφορές (αδιαφορία και αποξένωση) μπορούν να θεωρηθούν σαν στάση διαμαρτυρίας.

Επιπρόσθετα, φαίνεται ότι η ανεργία και η φτώχια παίζουν μεγάλο ρόλο στην αποχή. Από κοινωνιολογικές αναλύσεις (Giddens 2015), φαίνεται ότι ανεργία και φτώχια οδηγούν και εντείνουν την αποξένωση και την αδιαφορία των ψηφοφόρων που βιώνουν αυτά τα κοινωνικά φαινόμενα. Η ανεργία στην Κύπρο είναι γύρω στο 13% (Eurostat), με πολύ υψηλότερο ποσοστό ανάμεσα στους νέους. Σ’ αυτό το ποσοστό βέβαια δεν συμπεριλαμβάνονται όσοι μετανάστευσαν για να βρουν εργασία. Παράλληλα, το ποσοστό της φτώχιας προσεγγίζει το 30%.

Αποχή εκλογικού σώματος
Από το 1981 και για μια περίοδο 30 ετών, το φαινόμενο της αποχής στην Κυπριακή Δημοκρατία υπήρξε σχετικά περιορισμένο. Μέχρι τις βουλευτικές εκλογές του 2006 και τις προεδρικές του 2008 περιοριζόταν κάτω από το 10%. Στις βουλευτικές εκλογές του 2011 η αποχή διπλασιάστηκε και έφτασε το 21,4%, ενώ στις προεδρικές εκλογές του 2013 σκαρφάλωσε στο 18,4%. Στις ευρωεκλογές, που θεωρούνται εκλογές «δεύτερης τάξης», η αποχή είναι ιστορικά πολύ υψηλότερη. Στις πρώτες εκλογές του 2004 η αποχή στην Κύπρο συγκέντρωσε το 27,5%, για να εκτοξευτεί το 2009 στο 40,6%, ενώ στις ευρωεκλογές του 2014 η αποχή έφτασε μέχρι και το 57%.

Η νεολαία ίσως θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτελεί το υψηλότερο ποσοστό των ψηφοφόρων που τηρούν αποχή, χωρίς γι’ αυτό να υπάρχουν ισχυρές αποδείξεις. Εάν ισχύει, αυτό σημαίνει ότι η νεολαία έχει χάσει την εμπιστοσύνη της προς το πολιτικό σύστημα. Αυτό είναι προφανές, διότι αποτελούν και τα περισσότερα θύματα της ανεργίας. Σαν συνέπεια αδυνατούν να εκπληρώσουν τα σχέδια και τα όνειρά τους, δεν μπορούν να αποκατασταθούν επαγγελματικά, δεν μπορούν να αποκτήσουν στέγη και δεν μπορούν να φτιάξουν οικογένεια. Το αποτέλεσμα αυτών των συνεπειών είναι οι νέοι να νιώθουν και αδιαφορία και αποξένωση προς την πολιτική και τους πολιτικούς.

Παράλληλα, η φτώχια φαίνεται ότι έχει φύλο. Όλες οι στατιστικές συνηγορούν στο ότι η φτώχια και η ανεργία είναι κατά κύριο λόγο γένους θηλυκού και κατ’ επέκταση θύματα της φτώχιας είναι τα παιδιά. Συνεπώς, οι γυναίκες νομιμοποιούνται να νιώθουν αποξενωμένες από την πολιτική.

Διαπιστώσεις - εισηγήσεις: Να δοθεί φωνή στον πολίτη
Στην Κύπρο, οι πολίτες υπήρξαν θύματα κακής πολιτικής όσον αφορά τα δημοσιονομικά και κακής διαχείρισης όσον αφορά τις τράπεζες. Μέσα από τη διαδικασία του bail-in και του κουρέματος, κλήθηκαν να πληρώσουν τα σπασμένα. Φορτώθηκαν συναισθήματα ενοχής για πολιτικές για τις οποίες δεν είχαν άμεση γνώση και για λανθασμένες αποφάσεις που λήφθηκαν ερήμην τους. Εφαρμόζονται αποσπασματικές πολιτικές, που στοχεύουν να λύσουν προβλήματα «επειγόντως», χωρίς μακροπρόθεσμη προοπτική. Οι πολίτες νιώθουν προδομένοι από όλο το φάσμα του πολιτικού συστήματος, το οποίο λειτούργησε πέραν από τις παραδοσιακές αξίες της κοινωνίας, μέσα στο πλαίσιο πελατειακών σχέσεων.

Ως εκ τούτου, ενδεχομένως να αποξενώθηκαν από τους κομματικούς χώρους με τους οποίους συνταυτίζονται, με αποτέλεσμα την αποχή. Γι' αυτό χρειάζεται μια μακροπρόθεσμη πολιτική, που να στοχεύει στη στήριξη όλων των κοινωνικών ομάδων που είτε είναι θύματα είτε υποψήφια θύματα των μέτρων λιτότητας. Η πολιτική πρέπει να στηρίζεται σε μελέτες, τόσο ποσοτικές (αριθμούς), όσο και ποιοτικές (θα μας δώσουν την πραγματική εικόνα για τα προβλήματα που έχει ο κόσμος).

Χρειάζονται κονδύλια, τα οποία να διατίθενται στοχευμένα, με στόχο όχι απλώς και μόνο την ανακούφιση των θυμάτων, αλλά και την ορατή επανεκκίνηση της οικονομίας και της ανάπτυξης. Χρειάζεται να δοθεί φωνή στον πολίτη και να γίνεται μια υψηλού επιπέδου συζήτηση και διαβούλευση για τα δημόσια δρώμενα και για τη λήψη αποφάσεων. Μόνο έτσι θα αρθεί η αδιαφορία και η αποξένωση που ο πολίτης νιώθει για το σύστημα και μόνο έτσι θα επαναφέρουμε τον κόσμο στις κάλπες.

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΟΪΖΟΥ
Κοινωνιολόγος - Ερευνήτρια, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας