Υπεράσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας και όχι σε κίβδηλη, δήθεν λύση
Δέκα κορυφαίες πολιτικές και πνευματικές προσωπικότητες της Ελλάδας κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τη μέχρι τώρα πορεία των συνομιλιών και παραθέτουν εναλλακτική στρατηγική
Τη μεγάλη τους ανησυχία για τη μέχρι τώρα πορεία των συνομιλιών στο Κυπριακό εξέφρασαν, μέσω μιας αιχμηρής ανακοίνωσής τους, δέκα κορυφαίες πολιτικές και πνευματικές προσωπικότητες της Ελλάδας και βαθύτατοι γνώστες του κυπριακού προβλήματος. Κάνοντας λόγο για ενορχηστρωμένη προπαγάνδα αναφορικά με την «πρόοδο» στις διεξαγόμενες δικοινοτικές συνομιλίες, η «Διακήρυξη των 10» αναφέρει πως η επαναλαμβανόμενη τουρκική αδιαλλαξία, όπως αυτή εκφράστηκε στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, διά στόματος του Τούρκου Πρωθυπουργού Αχμέτ Νταβούτογλου και του Προέδρου Ταγίπ Ερντογάν, δεν δικαιολογούν οποιαδήποτε αισιοδοξία σκοπίμως εκφράζεται, αλλά, αντιθέτως, πρέπει να προκαλεί ανησυχία και κινητοποίηση για την αποτροπή ενός νέου σχεδίου καταστροφικής λύσεως.
Σύμφωνα με το κείμενο της διακήρυξης, «ο επιδιωκόμενος στόχος του παρασκηνίου, που υποκινεί την προπαγάνδα αυτή, είναι η προετοιμασία του εδάφους και η παραπλάνηση της κοινής γνώμης σχετικά με το πραγματικό περιεχόμενο του συζητούμενου σχεδίου λύσεως. Το τελευταίο έχει ως βάση αναφοράς το Σχέδιο Ανάν, που το απέρριψε, με συντριπτική πλειοψηφία 75,6%, ο Κυπριακός λαός, το 2004».
Εποικοδομητική ασάφεια
Κάνοντας αναφορά στο κοινό ανακοινωθέν Αναστασιάδη-Έρογλου της 11ης Φεβρουαρίου 2014, σημειώνει πως παρά τους ισχυρισμούς του Προέδρου Αναστασιάδη, για διασφάλιση των τριών βασικών ελευθεριών (τη μία δηλαδή διεθνή προσωπικότητα, τη μία κυριαρχία και τη μία ιθαγένεια), εντούτοις με μια προσεκτική ανάλυση του κοινού ανακοινωθέντος διαπιστώνεται, όπως αναφέρει, ότι η υποτιθέμενη διασφάλιση της ασκήσεως των τριών αρχών κάθε άλλο παρά είναι σαφής και δεδομένη. «Αποτελεί, στην πραγματικότητα, μνημείο 'εποικοδομητικής ασάφειας', σε βάρος της ελληνικής πλευράς.
Τα προβλεπόμενα δύο 'συνιστώντα κράτη' παραπέμπουν σε δύο ισοκυρίαρχα μέρη, σε τυπική συσκευασία ενός. Προφανώς, δεν αντιπροσωπεύουν μια διεθνή προσωπικότητα, μια κυριαρχία και μια ιθαγένεια. Αντιπροσωπεύουν ένα δικέφαλο κράτος, με διπλή κυριαρχία και τριπλή ιθαγένεια. Η διζωνική κοινοτική ομοσπονδία πάσχει αφετηριακά», αναφέρεται στην ανακοίνωση, που συνεχίζει ως εξής: «Η ισοκυριαρχία συγκαλύπτει επιτηδείως τον ψευδώνυμο χαρακτήρα της ομοσπονδίας, που, στην πραγματικότητα, είναι κατά μείζονα λόγο συνομοσπονδία και μόνο κατά ελάσσονα λόγο ομοσπονδία.
Συγκαλύπτει επίσης την κατάλυση της δημοκρατικής αρχής της πλειοψηφίας και την υποδούλωση της ελληνο-κυπριακής πλειοψηφίας στην τουρκοκυπριακή μειοψηφία και μέσω αυτής στην Άγκυρα. Η τελευταία ελέγχει τους Τουρκοκυπρίους πολιτικά, στρατιωτικά και δημογραφικά. Οι έποικοι είναι ήδη υπερδιπλάσιοι των Τουρκοκυπρίων».
Ο ρόλος της Ε.Ε.
Όσον αφορά τον εγγυητικό ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην εξεύρεση μιας ισορροπημένης λύσης, σημειώνεται,« ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, γιατί η τουρκική πλευρά αξιώνει η συμφωνία για τη λύση ν’ αποτελέσει πρωτογενές Ευρωπαϊκό Δίκαιο, ώστε να μη συγκρούεται με τις ευρωπαϊκές αρχές και το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο. Με απλά λόγια, να γίνει δηλαδή εξαίρεση των Ελλήνων της Κύπρου από τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ελευθερίες, που κατοχυρώνει το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο για όλους τους Ευρωπαίους, ώστε να μην υπονομευθούν οι 'αρχές' του εθνικού και θρησκευτικού διαχωρισμού, που συνεπάγεται η διζωνική ομοσπονδία! Αντί δηλαδή οι ευρωπαϊκές αρχές και το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο ν’ αποτελέσουν το πλαίσιο και τη βάση για μια έντιμη, δίκαιη και δημοκρατική λύση του Κυπριακού, που να κατοχυρώνει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες όλων των Κυπρίων, χωρίς εθνικές και θρησκευτικές διακρίσεις, επιχειρείται το αντίστροφο».
Συνεχής υποχώρηση
Επικρίνοντας την αδικαιολόγητη βιασύνη που επιδεικνύει η ε/κ πλευρά, δεδομένης της τουρκικής αδιαλλαξίας και των διεθνών συσχετισμών, σημειώνεται πως η πολιτική αυτή οδηγεί σε συνεχόμενες υποχωρήσεις, που ενισχύονται από τον ξένο παράγοντα, με αποτέλεσμα την υπονόμευση της ίδιας της υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας. «Διαχρονικός στόχος της Άγκυρας και των συμμάχων της ήταν και είναι η κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επιχειρήθηκε το 1963-64, το 1974, το 2004, με το Σχέδιο Ανάν. Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι μόνο το έρεισμα του αγώνα για την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας της Κύπρου.
Είναι επίσης το πλαίσιο και η βάση, πάνω στην οποία μπορεί να λυθεί δημοκρατικά η συνταγματική πτυχή του Κυπριακού για όλους τους πολίτες της, Ελληνοκυπρίους, Τουρκοκυπρίους και άλλους, έξω από τη διχοτομική ιδέα του χωριστού κράτους και των τετελεσμένων της τουρκικής κατοχής», αναφέρεται προσθέτοντας: «Η διαφύλαξή της έχει επομένως πρωταρχική σημασία. Είναι αδιανόητο να υπονομεύεται με πολιτικές, διπλωματικές διαδικασίες και ‘Μέτρα Οικοδομήσεως Εμπιστοσύνης’, που την υποσκάπτουν και την υποβαθμίζουν».
Παράγοντες αξιοποίησης
Στη συνέχεια, οι Δέκα απαριθμούν μια σειρά από παράγοντες οι οποίοι μπορούν να αξιοποιηθούν προς ενίσχυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μερικοί από αυτούς είναι η ένταξη ολόκληρης της Κύπρου στην Ε.Ε., η εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, η γεωστρατηγική αναβάθμιση της Κύπρου λόγω της εξεύρεσης σημαντικών κοιτασμάτων στην Κυπριακή ΑΟΖ και οι ενεργειακές συμμαχίες, ο πόλεμος στη Συρία και η ευρύτερη κρίση στην Μέση Ανατολή που δημιουργεί, όπως σημειώνεται, νέες ισορροπίες εις βάρος της Άγκυρας. «Η τελευταία έχει δεχθεί, αντιθέτως, δεινό πλήγμα στη Συρία και βρίσκεται σε ανοικτό πόλεμο με τους Κούρδους στη Συρία, αλλά και με τους Κούρδους στο εσωτερικό της», σημειώνει η ανακοίνωση.
Συνταγματοποίηση της κατοχής
Έπειτα αναλύεται ο τρόπος με τον οποίο η Άγκυρα επιχειρεί τη «συνταγματοποίηση της κατοχής» και τον πλήρη γεωπολιτικό έλεγχο της Κύπρου. Αναφορικά με το θέμα των εγγυήσεων, χαρακτηρίζεται ως κεφαλαιώδους σημασίας και καλούν Ελλάδα και Κύπρο να μην προβούν σε οποιαδήποτε υποχώρηση. «Η αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων και των εποίκων, και η απαλλαγή και των Τουρκοκυπρίων από την ξένη κατοχή αποτελεί θέση-κλειδί στο όλο ζήτημα και χωρίς αυτήν κάθε λύση θα είναι νόθα. Το Κυπριακό είναι πάνω απ’ όλα πρόβλημα εισβολής, κατοχής και εποικισμού», τονίζεται χαρακτηριστικά.
Ενδοτικοί ΔΗΣΥ-ΑΚΕΛ
Σκληρή κριτική ασκείται τόσο στον Πρόεδρο Αναστασιάδη όσο και στην ηγεσία του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ, τους οποίους κατηγορούν για ενδοτική πολιτική και συνεχείς υποχωρήσεις. Μεταξύ άλλων, τονίζεται η άμεση ανάγκη για αλλαγή στρατηγικής προς αποφυγήν των κινδύνων στο μέλλον. «Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος γιατί εντάσσεται σ’ ένα σκηνικό, μέσα στο οποίο η θέση της Ελλάδος είναι σήμερα αποδυναμωμένη, λόγω της οικονομικής κρίσεως αλλά και της κρίσεως των προσφύγων και των μεταναστών, και της αλληλουχίας με τα άλλα προβλήματα που αντιμετωπίζει», σημειώνεται συνεχίζοντας:
«Η άλλη πολιτική και στρατηγική πρέπει να έχει ως βάση τα αυτονόητα και τις αρχές του Χάρτη του ΟΗΕ και το κεκτημένο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, στην οποία η Κύπρος συμμετέχει. Δεν έχει κανένα λόγο η Κύπρος να επισπεύδει για να πάρει μια ολέθρια λύση, πολύ χειρότερη ακόμη και από το status quo και η οποία δεν θα έχει οδό επιστροφής και επανορθώσεως».
Έμπνευση από το ΌΧΙ
«Ο Κυπριακός λαός και η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκονται σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο, υπαρξιακό σταυροδρόμι. Πρέπει, πέρα από κόμματα και κομματικές νομιμοφροσύνες και ενώπιον του άμεσου κινδύνου εθνικής καταστροφής, να βρουν την ανάταση και το ενωτικό πνεύμα, που ενέπνευσε το ΟΧΙ στο Σχέδιο Ανάν. Πρέπει ο κυπριακός λαός να προασπίσει την Κυπριακή Δημοκρατία και τον αγώνα του για μια λύση, που να διασφαλίζει πραγματικά την εθνική του ύπαρξη, την ανεξαρτησία, την κυριαρχία και τα αναφαίρετα δικαιώματά του. Επί σχεδόν 42 χρόνια, η ελληνική πλευρά έκανε απίστευτες υποχωρήσεις, με το πιστόλι του Αττίλα στον κρόταφο, ελπίζοντας ότι θα ήταν έτσι δυνατή μια ανεκτή λύση.
Συνεχείς μονομερείς υποχωρήσεις, επικίνδυνες και μάταιες παραχωρήσεις, οδήγησαν στο σημερινό αδιέξοδο», αναφέρει η ανακοίνωση, καταλήγοντας ως εξής: «Η συζητούμενη 'λύση δεν αποτελεί λύση. Είναι παρών ο κίνδυνος, η Τουρκία, αφού πήρε τη μισή σχεδόν Κύπρο, να ετοιμάζεται να πάρει και την άλλη μισή, με φενάκη τη δήθεν 'λύση'. Ο λαός της Κύπρου οφείλει να αντιληφθεί τι πραγματικά διακυβεύεται, να μην παραπλανηθεί και να το αποτρέψει, με την ίδια αποφασιστικότητα, όπως το απέτρεψε το 2004.
Τη διακήρυξη υπογράφουν οι:
Γιώργος Κασιμάτης, Ομότιμος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών
Βασίλης Φίλιας, Καθηγητής Κοινωνιολογίας, π. Πρύτανης Παντείου Πανεπιστημίου
Περικλής Νεάρχου, Πρέσβης ε.τ.
Λουκάς Αξελός, Συγγραφέας, Διευθυντής Εκδόσεων «Στοχαστής» - Περ. «Τετράδια»
Παναγιώτης Ήφαιστος, Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων - Στρατηγικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Πειραιώς
Ιωάννης Μάζης, Καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας και Γεωπολιτικής, και Πρόεδρος του Τμήματος Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών
Μάριος Ευρυβιάδης, Αν. Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Πολιτικών Επιστημών Παντείου Πανεπιστημίου
Δημήτρης Αλευρομάγειρος, Αντιστράτηγος εν αποστρατεία, π. Γενικός Επιθεωρητής Ελληνικού Στρατού
Λαοκράτης Βάσσης, Φιλόλογος, Συγγραφέας
Θέμος Στοφορόπουλος, Πρέσβης ε.τ.




