1956 και Κυπριακό: Μια αναδρομική προσέγγιση εξήντα χρόνια μετά
Μια προσεκτικότερη ανάγνωση φέρνει στο φως γεγονότα του 1956, τα οποία απέβησαν εξαιρετικά κρίσιμα για την πορεία του Κυπριακού κατά τα υπόλοιπα στάδια του Αγώνα της ΕΟΚΑ, αλλά και για τα χρόνια που ακολούθησαν την κυπριακή ανεξαρτησία


Εξ αφορμής της επετείου της 1ης Απριλίου και της συμπλήρωσης εξήντα χρόνων από το δεύτερο έτος του Αγώνα της ΕΟΚΑ (1955-1959), θα ήταν χρήσιμο να διατυπώσουμε μια σειρά παρατηρήσεων, οι οποίες θα συμβάλουν στην πληρέστερη κατανόηση της σημαντικής αυτής περιόδου της Κυπριακής Ιστορίας. Εκ πρώτης όψεως, κατά το μεγαλύτερο μέρος του 1956 το κυπριακό ζήτημα φαίνεται να βρίσκεται σε πολιτικό τέλμα και να μην εξελίσσεται. Εντούτοις, μια προσεκτικότερη ανάγνωση φέρνει στο φως γεγονότα, τα οποία απέβησαν εξαιρετικά κρίσιμα για την πορεία του Κυπριακού κατά τα υπόλοιπα στάδια του Αγώνα της ΕΟΚΑ, αλλά και για τα χρόνια που ακολούθησαν την κυπριακή ανεξαρτησία.

Βρετανική πολιτική ισχύος
Κατά πρώτον, μετά τις αδιέξοδες συνομιλίες του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' με τον Βρετανό Κυβερνήτη, Στρατάρχη Sir John Harding, διαπιστώθηκε η απότομη σκλήρυνση της στάσης του Λονδίνου, η οποία εκφράστηκε με τον εκτοπισμό του Μακαρίου στις Σεϋχέλλες (Μάρτιος 1956) και την επιδίωξη μίας στρατιωτική λύσης στο Κυπριακό. Ο κυρίαρχος ρόλος των στρατιωτικών εξελίξεων και η αποστέρηση των Ελλήνων της Κύπρου από τον πολιτικό ηγέτη τους, οδήγησαν σε συνέπειες οι οποίες διήρκεσαν μέχρι το τέλος της επανάστασης: η βρετανική πολιτική ισχύος συνέβαλε στην αποξένωση των ελληνικών κυπριακών μαζών από την αποικιακή κυβέρνηση και την εκδήλωση αντίστοιχης συμπάθειας στο πρόσωπο της ΕΟΚΑ.

Επιπρόσθετα, ο στρατιωτικός αρχηγός της οργάνωσης, ο Γεώργιος Γρίβας (Διγενής), έχοντας εκ των πραγμάτων απομείνει μόνος ηγέτης στο πεδίο της μάχης, έθεσε υπό την ευθύνη του και την πολιτική καθοδήγηση του αγώνα. Το δε κενό διαχείρισης της κυπριακής υπόθεσης στο διπλωματικό πεδίο (εξαιτίας της εξορίας του Μακαρίου) καλύφθηκε από δύο σημαντικές προσωπικότητες της νέας ελληνικής Κυβέρνησης, οι οποίες στα επόμενα χρόνια θα άφηναν το προσωπικό τους στίγμα στο κυπριακό ζήτημα: τον Πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Υπουργό Εξωτερικών Ευάγγελο Αβέρωφ-Τοσίτσα.

Στο σημείο αυτό παρατηρήθηκε μία κρίσιμη καμπή στην προσέγγιση της ελληνικής Κυβέρνησης προς την ΕΟΚΑ: ενώ η ελληνική Κυβέρνηση του Στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου είχε επιμελώς αποφύγει να συνδράμει στην προπαρασκευή, εξοπλισμό και πολιτική καθοδήγηση της ΕΟΚΑ, η επιλογή του Ε. Αβέρωφ από τον Κ. Καραμανλή σήμανε, αφενός μεν, την προσπάθεια αποτροπής της στρατιωτικής ήττας της ΕΟΚΑ, αφετέρου δε, την επιβολή πολιτικού ελέγχου επί του ένοπλου ενωτικού κινήματος της Κύπρου μέσω της ενίσχυσης του οπλοστασίου του. Εφεξής, κάθε φορά που η κυβέρνηση Καραμανλή επιθυμούσε να επιβάλει την κήρυξη επίσημης αναστολής επιχειρήσεων από την ΕΟΚΑ (για την ανάληψη πολιτικών πρωτοβουλιών), αυτό επιτυγχανόταν μέσω νουθεσιών προς την ηγεσία της καθώς και διά μέσου των «καθυστερήσεων» στην αποστολή πολεμικού υλικού.

Απειλή διχοτόμησης
Μία δεύτερη εξέλιξη, η οποία επέφερε μακροχρόνιες προεκτάσεις, αφορούσε την εισαγωγή της απειλής της διχοτόμησης εκ μέρους της βρετανικής κυβέρνησης ως πιθανής λύσης του Κυπριακού και τις αντίστοιχες αξιώσεις που πυροδότησε για την τουρκική πλευρά. Στα τέλη του 1956 το Λονδίνο υπέβαλε μία ακόμη συνταγματική πρόταση προς διευθέτηση της διένεξης. Η προταθείσα φόρμουλα βασιζόταν στις προτάσεις του Λόρδου Cyril Radcliffe και ουσιαστικά διασφάλιζε τον αποικιακό έλεγχο της Κύπρου, παρά τις πρόνοιες περί περιορισμένης αυτοδιοίκησης που περιελάμβανε.

Η δήλωση (19 Δεκεμβρίου 1956) του Βρετανού Υπουργού Αποικιών, Alan Lennox-Boyd, η οποία συνόδευσε την παρουσίαση των προτάσεων Radcliffe και γνωστοποίησε ότι η αρχή της Αυτοδιάθεσης θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε κοινοτική βάση στους Έλληνες και στους Τούρκους της Κύπρου (διπλή Αυτοδιάθεση), μετατρέποντας έτσι μία μειονότητα του 18% σε ισότιμη κοινότητα, στόχευε στον πολιτικό εκφοβισμό της ελληνικής πλευράς για αποκήρυξη του στόχου της Ένωσης, τερματισμό της δράσης της ΕΟΚΑ και αποδοχή της διατήρησης του αποικιακού καθεστώτος.

Στο εξής, η τουρκική πλευρά συμπεριέλαβε το αίτημα για διχοτόμηση ως πάγια συνιστώσα της πολιτικής στοχοθεσίας της, με δραματικά επακόλουθα για τις επιλογές του Λονδίνου εις βάρος των ελληνικών επιδιώξεων για Ένωση: χαρακτηριστικά, τα Σχέδια Foot και Macmillan (που προτάθηκαν το 1958), ενδιαφέρονταν περισσότερο να εξασφαλίσουν αποδοχή από την Άγκυρα παρά την Αθήνα, εμπεριέχοντας μία πρόδηλη διχοτομική δυναμική.

Όσο για τις μετέπειτα ενέργειες της Τουρκίας, ο Πρωθυπουργός Ατνάν Μεντερές ανέθεσε στον καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου (και βουλευτή του Λαϊκού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος), Νιχάτ Ερίμ, τη σύνταξη ενός στρατηγικού σχεδίου (επρόκειτο για τις δύο Εκθέσεις Νιχάτ Ερίμ), επί του οποίου στηρίχθηκαν οι μακροπρόθεσμες πολιτικές επιδιώξεις της Άγκυρας στο Κυπριακό. Όμως και η εξωτερική πολιτική του ελληνικού κράτους διαφοροποιήθηκε αναφορικά με την Κύπρο: η αποφυγή της Διχοτόμησης τέθηκε ως προτεραιότητα, θεωρώντας αργότερα πιο ελκυστική (ή πιο εύπεπτη) μία φόρμουλα επίλυσης που δεν αφορούσε πλέον την Ένωση αλλά την ανακήρυξη της Κύπρου σε ανεξάρτητο κράτος.

Απαγχονισμοί μαχητών της ΕΟΚΑ
Το 1956 εφαρμόστηκε η επιβολή της θανατικής ποινής από τις βρετανικές Αρχές σε μέλη της ΕΟΚΑ. Οι πρώτοι μαχητές που απαγχονίστηκαν ήταν οι Μιχαλάκης Καραολής και Ανδρέας Δημητρίου (10 Μαΐου 1956). Οι εκτελέσεις Ελλήνων Κυπρίων αγωνιστών επέφεραν εντονότερη πόλωση στις κύπρο-βρετανικές σχέσεις, καθιστώντας δυσχερή την αναζήτηση εξελικτικών λύσεων, οι οποίες υπό ορισμένες προϋποθέσεις (π.χ. την επίδειξη ειλικρινών προθέσεων εκ μέρους του Λονδίνου μέσω καθορισμού χρονοδιαγραμμάτων) θα μπορούσαν να αφήσουν ανοικτό το πεδίο για μελλοντική διευθέτηση, αποτρέποντας έτσι το αιματοκύλισμα που ακολούθησε. Οι αντιδράσεις που προήλθαν από σύνολα της ελληνικής κοινωνίας του νησιού κατά τη διάρκεια της επίσκεψης (Οκτώβριος 1993) της Βρετανίδας βασίλισσας, Ελισάβετ Β', οι οποίες σχετίζονταν με την άρνησή της να απονείμει χάρη σε μελλοθάνατα μέλη της ΕΟΚΑ κατά τη διετία 1956-1957, προφανώς αποτέλεσαν μία μακροχρόνια συνέπεια των πιο πάνω απαγχονισμών και πικρή ανάμνηση της ύστερης βρετανικής κυριαρχίας στην Κύπρο. Ακόμη, στο ελλαδικό πολιτικό σκηνικό, οι ογκώδεις διαδηλώσεις συμπαράστασης (9 Μαΐου 1956) υπέρ των Καραολή και Δημητρίου αδιαμφισβήτητα δημιούργησαν συνθήκες υψηλής έντασης (συμπεριλαμβανομένης της εκδήλωσης αντιβρετανικών και αντιαμερικανικών συναισθημάτων). Το έντονο κλίμα εκτονώθηκε μόνο με την παραίτηση του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών, Σπύρου Θεοτόκη: ο τελευταίος αντικαταστάθηκε από τον Ε. Αβέρωφ, ο οποίος όπως αναφέρθηκε προηγουμένως επρόκειτο να διαδραματίσει εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στο Κυπριακό.

Πρώτες επιθέσεις τουρκοκυπριακών όχλων
Τέλος, ήδη από τις αρχές του 1956 η επανάσταση στην Κύπρο άρχισε να προσλαμβάνει μία ακόμη διάσταση: τον Ιανουάριο του 1956 σημειώθηκαν οι πρώτες επιθέσεις τουρκοκυπριακών όχλων εναντίον ελληνοκυπριακών περιουσιών μετά τον θανάσιμο τραυματισμό του Τουρκοκύπριου αστυνομικού Ali Riza από την ΕΟΚΑ. Οι επιθέσεις αυτές ήταν υποκινούμενες από τη μυστική οργάνωση VOLKAN (Ηφαίστειο). Παρόμοια επεισόδια έλαβαν χώραν τον Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο και Δεκέμβριο του 1956 και τους πρώτους μήνες του 1957, γενικεύτηκαν όμως το καλοκαίρι του 1958, όταν οι Τούρκοι Κύπριοι προσπάθησαν να επιτύχουν μία de facto διχοτόμηση μέσω εκτεταμένων βιαιοπραγιών (taxim offensive).

Όπως σοβαρές αναλύσεις από αντικειμενικούς μελετητές έχουν αποδείξει, οι επιθετικές ενέργειες της ΕΟΚΑ δεν εδράζονταν σε ρατσιστικά κίνητρα αλλά στο ότι η δράση της στρέφονταν εναντίον των βρετανικών δυνάμεων καταστολής, των οποίων οι τάξεις στελεχώνονταν όλο και περισσότερο με Τούρκους της Κύπρου. Ωστόσο, η ολοένα αυξανόμενη ταύτιση των Ελλήνων με την ΕΟΚΑ οδηγούσε στην ταύτιση των Τούρκων Κυπρίων με τα δικά τους στελέχη της αστυνομικής δύναμης, προσλαμβάνοντας τις επιθέσεις εναντίον των δικών τους αστυνομικών ως ευρύτερες επιθέσεις εναντίον της κοινότητάς τους. Κατά το διάστημα αυτό η ΕΟΚΑ απέφυγε συστηματικά να εμπλακεί σε μία ευρύτερη διαμάχη με την τουρκοκυπριακή μειονότητα για να μην ανοίξει διμέτωπο αγώνα.

Παρά ταύτα, οι Βρετανοί δεν άργησαν να εκμεταλλευτούν και να ενισχύσουν το κλίμα έντασης, ώστε να δίνεται η δυνατότητα στην αποικιοκρατική δύναμη να παρουσιάζεται ως επιδιαιτητής μεταξύ των Ελλήνων και των Τούρκων της Κύπρου, δικαιολογώντας τη διατήρηση της παρουσίας της στην αποικία. Συνεπακόλουθα, τα πρώτα ξεσπάσματα τουρκοκυπριακής επιθετικότητας σύντομα ακολουθήθηκαν από την τοποθέτηση συρματοπλεγμάτων από τους Βρετανούς για διαχωρισμό της ελληνικής και της τουρκικής συνοικίας στην καρδιά της Λευκωσίας. Το διαχωριστικό αυτό σύνορο επέσυρε τη χλευαστική ονομασία «Νέα γραμμή Μέισον-Ντίξον» και έπαιξε τον δικό του ρόλο στην απομάκρυνση της μίας κοινότητας από την άλλη, αποτελώντας τον προπομπό ενός άλλου διαχωριστικού στοιχείου που δημιουργήθηκε αργότερα (1963) και διατηρείται μέχρι σήμερα, της «Πράσινης Γραμμής».

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΥΟΣ
Επιστημονικός Συνεργάτης Μουσείου Αγώνος, Διδάσκων Στρατιωτικής Ιστορίας (UCLAN Cyprus)