Σοκαρισμένη η Ευρώπη από τα απανωτά τρομοκρατικά χτυπήματα που δέχεται στο έδαφός της, θα αναγκαστεί πλέον να αναζητήσει αποτελεσματικότερους τρόπους για αντιμετώπιση του προβλήματος. Για την κυπριακή διάσταση του θέματος, στο «Ρινγκ» αυτής της βδομάδας φιλοξενούμε τον Διδάσκοντα Ασφάλεια στο Πανεπιστήμιο Uclan Νικόλα Στυλιανού και τον Διεθνολόγο Δρα Ζήνωνα Τζιάρρα.
Ερωτήσεις:
1) Η εκδήλωση τρομοκρατικών χτυπημάτων στο κυπριακό έδαφος στο μέλλον αποτελεί πιθανό σενάριο ή ένα απομακρυσμένο ενδεχόμενο;
2) Είναι η αντιτρομοκρατική δράση η πιο αποτελεσματική στρατηγική για αντιμετώπιση της τρομοκρατίας; Σε αυτό το πλαίσιο, θα έπρεπε να υπάρχει συνεργασία στρατού και δυνάμεων ασφαλείας;
3) Υπάρχει, κατά τη γνώμη σας, κάποιου είδους διασύνδεση της τρομοκρατίας με την προσφυγική κρίση, όπως τη βιώνουμε σήμερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο;
Απαντήσεις:
ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
Πανεπιστήμιο Uclan
1) Η Κύπρος έχει αποτελέσει στο παρελθόν, αρκετές φορές, έδαφος για διενέργεια τρομοκρατικών πράξεων εναντίον, κυρίως, δυτικών και ισραηλινών στόχων. Η τρομοκρατία, έχοντας λάβει σαφή διεθνιστική πτυχή τις
τελευταίες δεκαετίες, έχει καταστεί φαινόμενο που δεν μπορεί να τύχει ακριβούς πρόβλεψης η γεωγραφία και ο χρόνος εκδήλωσής της. Η εκδήλωση τρομοκρατικών κτυπημάτων σε κυπριακό έδαφος δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να αποκλειστεί, για τους εξής λόγους: πρώτον, η Κύπρος αποτελεί δημοφιλή τουριστικό προορισμό. Οι τουριστικοί προορισμοί έχουν αποτελέσει διαχρονικά στόχους τρομοκρατικών επιθέσεων. Δεύτερον, η Κύπρος αποτελεί βάση ξένων συμφερόντων, πολιτικών, στρατιωτικών και οικονομικών. Πρεσβείες, στρατιωτικές εγκαταστάσεις και εταιρείες δυτικών και ισραηλινών συμφερόντων κάλλιστα θα μπορούσαν να αποτελέσουν στόχους. Τρίτον, το κενό ασφάλειας, που προκύπτει από την κατοχή σημαντικού μέρους του κυπριακού εδάφους από την Τουρκία, αποτελεί πηγή κινδύνου για ενδεχόμενη είσοδο ακραίων στοιχείων από χώρες της εγγύς περιοχής, για σκοπούς που σχετίζονται, όχι μόνο με τη διενέργεια τρομοκρατικής πράξης καθ' εαυτήν, αλλά με το στήσιμο υποστηρικτικού δικτύου για σκοπούς άντλησης χρηματοδότησης και στρατολόγησης, μεταξύ άλλων. Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, το επιχειρησιακό περιβάλλον της Κύπρου δεν ευνοεί την ανάπτυξη τέτοιας φύσης δραστηριοτήτων, για λόγους που σχετίζονται με την κλειστή κοινωνία της Κύπρου και την ύπαρξη ισχυρών δεσμών σε τοπικό επίπεδο.
2) Η τρομοκρατία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με την αντιτρομοκρατική δράση, υπό την έννοια της ένοπλης δράσης. Η τρομοκρατία απαιτεί πολυεπίπεδη και πολυδιάστατη αντιμετώπιση, για να καταπολεμηθεί στις ρίζες της. Η βελτίωση των όρων διαβίωσης, η αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού και των ανισοτήτων αποτελούν ριζικές αιτίες της άνθησης της ακραίας και οργανωμένης βίας. Οπωσδήποτε, όμως, η ένοπλη αντιτρομοκρατική δράση αποτελεί βασικό βραχίονα για αντιμετώπιση της τρομοκρατίας. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η συνεργασία ή, καλύτερα, η συνέργεια μεταξύ Ενόπλων Δυνάμεων και Δυνάμεων Ασφαλείας είναι περισσότερο από επιβεβλημένη. Οι τεκτονικές αλλαγές στο περιβάλλον ασφάλειας έχουν προκαλέσει το να καταστούν δυσδιάκριτα, πλέον, τα πεδία της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας. Εντελώς συμβατικά, η εσωτερική ασφάλεια αποτελούσε ευθύνη των σωμάτων ασφαλείας και η εξωτερική, των Ενόπλων Δυνάμεων. Η διεθνής τρομοκρατία έχει προκαλέσει προκαλέσει επιπτώσεις στη δυνατότητα σαφούς διάκρισης μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας. Η ποιοτική εξέλιξη της τρομοκρατίας καθιστά ολοένα και πιο δυσδιάκριτη την προέλευση (εγχώρια ή εξωτερική) της απειλής. Ως αποτέλεσμα, η ανάπτυξη στενής συνεργασίας μεταξύ Σωμάτων Ασφαλείας και Ενόπλων Δυνάμεων και η επικουρική εμπλοκή των τελευταίων, σε πεδίο που τα Υπουργεία Εσωτερικών ή/και Δημοσίας Τάξεως έπαιζαν τον πρωταγωνιστικό ρόλο, κρίνεται επιβεβλημένη.
3) Αναμφίβολα, η προσφυγική κρίση και η μαζική ροή προσφυγικών πληθυσμών σε ευρωπαϊκό έδαφος ενέχει πτυχή ασφάλειας, η οποία δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Είναι πρόσφατο το παράδειγμα που ένας από τους τρομοκράτες στο Παρίσι είχε περάσει στην καρδιά της Ευρώπης, βρίσκοντας κάλυψη τη μαζική ροή προσφυγικών πληθυσμών, σε συνδυασμό με τις αδυναμίες που παρατηρούνται στους συνοριακούς ελέγχους και στη διακρατική συνεργασία σε ζητήματα ευαίσθητων πληροφοριών. Ωστόσο, δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι επίδοξοι τρομοκράτες χρησιμοποιούν συστηματικά τα προσφυγικά ρεύματα για να εισέλθουν σε ευρωπαϊκό έδαφος, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί. Υπάρχουν, ωστόσο, πληροφορίες που συγκλίνουν στην οπτική ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ριζοσπαστικοποίησης στοιχείων της σουνιτικής συριακής διασποράς που βρίσκεται σε ευρωπαϊκό έδαφος, η οποία αποτελεί στόχο προτεραιότητας για τους στρατολογητές τρομοκρατικών οργανώσεων. Πέρα από την προφανή ανθρωπιστική πτυχή του όλου ζητήματος, υπάρχει σαφής και σημαντική διάσταση ασφάλειας που προκύπτει από την προσφυγική κρίση, η οποία δεν μπορεί να παραγνωρίζεται.
ΔΡ ΖΗΝΩΝΑΣ ΤΖΙΑΡΡΑΣ
Διεθνολόγος
1) Η γεωγραφική θέση της Κύπρου και το κενό ασφαλείας που δημιουργεί η τουρκική κατοχή καθιστούν αφελή οποιαδήποτε εκτίμηση που μηδενίζει το ενδεχόμενο τρομοκρατικής ενέργειας. Όμως, για να εκτιμηθεί πιο σωστά ο πραγματικός βαθμός αυτής της απειλής πρέπει να τοποθετήσουμε την Κύπρο στο ευρύτερο πλαίσιο των τρομοκρατικών ενεργειών που διενεργούνται το τελευταίο διάστημα. Από αυτή την προοπτική, η Κύπρος αποτελεί στόχο μάλλον χαμηλού ρίσκου για τουλάχιστον δύο λόγους. Πρώτον, γνωρίζουμε ότι η Κύπρος χρησιμοποιείται, λόγω και των κατεχομένων, ως σύνδεσμος μεταξύ κρατών της Ευρώπης και της βορείου Αφρικής για επίδοξους μαχητές που θέλουν να ταξιδέψουν στη Συρία και να ενταχθούν στο λεγόμενο Ισλαμικό Κράτος ή άλλα εξτρεμιστικά κινήματα. Παρ' όλα αυτά, οι αριθμοί τους εκτιμώνται το πολύ σε μερικές εκατοντάδες συνολικά, δηλαδή πολύ μικρότεροι από τις χιλιάδες που πηγαινοέρχονται μέσω Τουρκίας και Λιβάνου. Το σημαντικότερο είναι πως αρχική τοποθεσία αναχώρησης γι’ αυτούς τους μαχητές δεν είναι η Κύπρος (δεν είναι Κύπριοι) και άρα δεν υπάρχει ο κίνδυνος επιστροφής και παραμονής τους στην Κύπρο. Αυτό συνεπάγεται ιδιαίτερα μικρές πιθανότητες για τη δημιουργία εξτρεμιστικών πυρήνων και την πρόκληση τρομοκρατικών επιθέσεων. Δεύτερον, με εξαίρεση κάποιες πρεσβείες και τις βρετανικές βάσεις, η αξία που θα είχε για τους τζιχαντιστές ένα χτύπημα στην Κύπρο είναι, όπως ήδη φαίνεται, πολύ μικρότερη από στόχους με ειδικό βάρος σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Στον αντίποδα, σημαντικότερη τρομοκρατική απειλή για την Κύπρο αποτελεί πιθανώς η λιβανέζικη Χεζμπολάχ, η οποία όμως δεν συνδέεται με το κύμα των πρόσφατων επιθέσεων, αλλά μάλλον με τις στενότερες σχέσεις που ανέπτυξε η Κύπρος με το Ισραήλ. Ταυτόχρονα, πρέπει να σημειωθεί ότι τα κατεχόμενα είναι πιο ευάλωτα από τις ελεύθερες περιοχές σε τέτοιου είδους απειλές, λόγω της σύνδεσής τους με την Τουρκία και την ασταθή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει.
2) Η αντιτρομοκρατική δράση και ο συντονισμός μεταξύ υπηρεσιών πληροφοριών και σωμάτων ασφαλείας, ιδιαίτερα εξειδικευμένων αντιτρομοκρατικών μονάδων, είναι απολύτως αναγκαία τόσο για την πρόληψη και αποτροπή τρομοκρατικών ενεργειών όσο και για την εξάρθρωση συναφών δικτύων. Εντούτοις, η κινητοποίηση του στρατού πρέπει να γίνεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, καθώς η στρατιωτικοποίηση των κρίσεων εγκυμονεί τον κίνδυνο του περιορισμού των ελευθεριών των πολιτών. Είναι αναγκαίο, παράλληλα με την αντιτρομοκρατική δράση, να εφαρμόζονται πολιτικές σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, που θα ελαχιστοποιούν τις πιθανότητες περιθωριοποίησης και κατ’ επέκταση ριζοσπαστικοποίησης συγκεκριμένων ατόμων και κοινωνικών ομάδων.
3) Κανένας από τους τρομοκράτες που ταυτοποιήθηκαν μέχρι στιγμής για τα επεισόδια στη Γαλλία, την Τουρκία ή το Βέλγιο δεν ήταν πρόσφυγας. Συνεπώς, η έξαρση που βιώνουμε την τελευταία περίοδο δεν έχει τόσο να κάνει με την προσφυγική κρίση όσο με την επιστροφή (Ευρωπαίων) «ξένων μαχητών» από τη Μέση Ανατολή στην Ευρώπη, που ξεκίνησε ήδη πριν από τα μαζικά προσφυγικά κύματα. Το προσφυγικό εντείνει σε κάποιο βαθμό το πρόβλημα, καθώς διευκολύνει ενίοτε την παρείσφρηση εξτρεμιστικών στοιχείων και ίσως την ανάπτυξη τρομοκρατικών δικτύων.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




