ΠΙΘΑΝΗ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΗΠΑ-ΡΩΣΙΑΣ ΓΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΣΥΡΙΑΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Στρατηγικοί αναλυτές ερμηνεύουν τους λόγους πίσω από την αιφνιδιαστική απόφαση της Ρωσίας για σταδιακή απόσυρση των ρωσικών στρατευμάτων από τη Συρία στην παρούσα φάση

Δυσαρεστημένοι οι Ρώσοι από τη στάση του Μπασάρ Αλ Άσαντ, εκτιμούν αναλυτές

Η Ρωσία διασφάλισε με επιτυχία τη θέση της στο τραπέζι των συνομιλιών

Έντονο ενδιαφέρον από ξένους αγοραστές έπειτα από τη διαφήμιση των νέων όπλων της Μόσχας

Σε μείωση των κυρώσεων εκ μέρους της Ε.Ε. ευελπιστεί μακροπρόθεσμα η Μόσχα

Δεδομένη η ενδυνάμωση των σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και του κουρδικού στοιχείου σε Συρία - Τουρκία


Η απόφαση του Βλαντίμιρ Πούτιν για σταδιακή απόσυρση των χερσαίων ρωσικών δυνάμεων από τη Συρία την περασμένη Δευτέρα, εκτός από αιφνιδιασμό, προκάλεσε και μια σειρά από ερωτήματα αναφορικά με τους λόγους της αποχώρησης καθώς και για την ευρύτερη στρατηγική της Μόσχας στη Μέση Ανατολή. Ισχυριζόμενος πως ο ρωσικός στρατός ολοκλήρωσε την αποστολή του στη μάχη ενάντια στους τζιχαντιστές του Daesh, o Ρώσος Πρόεδρος έδωσε εντολή στο Υπουργείο Άμυνας της χώρας του να αρχίσει την απόσυρση δυνάμεων, διατηρώντας, ωστόσο, την αεροπορική βάση Bassel Al Assad πλησίον της Λατάκειας, αλλά και την ναυτική βάση στο λιμάνι της Ταρτούς.

Ο ίδιος, μάλιστα, δήλωσε ενώπιον του Κρεμλίνου την Πέμπτη πως η Ρωσία θα μπορούσε να αναβαθμίσει εκ νέου τη στρατιωτική της παρουσία στη Συρία και πάλι μέσα σε λίγες ώρες, ενώ θα εξακολουθούν να βομβαρδίζουν τρομοκρατικές ομάδες. Μήνυμα έστειλε έμμεσα και προς την Τουρκία, σημειώνοντας πως οι S-400, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή, «δεν θα διστάσουν να χτυπήσουν οποιονδήποτε παραβιάσει τον συριακό εναέριο χώρο». Επομένως, για να ερμηνεύσει κανείς τους πραγματικούς λόγους της μερικής αυτής αποχώρησης της Ρωσίας, οφείλει να συνυπολογίσει τη χρονική συγκυρία κατά την οποία λήφθηκε η συγκεκριμένη απόφαση, αλλά και μια σειρά άλλων γεωπολιτικών παραμέτρων, τις οποίες θα παραθέσουμε στη συνέχεια.

Η χρονική συγκυρία

Είναι γεγονός ότι η απόφαση της Δευτέρας συνέπεσε χρονικά με την επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών στη Γενεύη για τη Συρία, και ξάφνιασε τόσο την Ε.Ε. όσο και τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Η μερική αυτή αποχώρηση, σε καμία περίπτωση δεν σηματοδοτεί τον τερματισμό των νικηφόρων ρωσικών επιχειρήσεων εναντίον των τζιχαντιστών, ωστόσο στέλνει μηνύματα τόσο προς τον Πρόεδρο της Συρίας Μπασάρ Αλ Άσαντ όσο και στους Δυτικούς και τους Άραβες αναφορικά με τον ρόλο που θα επιδιώξει η Μόσχα να διαδραματίσει στο μέλλον της Συρίας.

Η διευθύντρια του Ινστιτούτου Μέση Ανατολή, Ράντα Σλιμ, μιλώντας πρόσφατα σε αραβικά ΜΜΕ, δήλωσε πως, κατά τη διάρκεια των πρόσφατων επισκέψεών της στη Μόσχα, διέκρινε μιαν αυξανόμενη αγανάκτηση με τον Άσαντ. «Γινόταν σαφές σε αυτούς (Ρώσους) ότι οι στόχοι τους στη Συρία δεν ήταν απαραιτήτως οι ίδιοι με του Άσαντ. Οι Ρώσοι ήταν αγανακτισμένοι με το προεδρικό διάταγμα του Άσαντ, που όριζε εκλογές στις 13 Απρίλη. Θεώρησαν πως μια τέτοια απόφαση απειλεί το χρονοδιάγραμμα της Βιένης [για ειρηνευτικές συνομιλίες]», δήλωσε η Σλιμ, σημειώνοντας, παράλληλα, πως οι Ρώσοι ήταν θυμωμένοι με την «κόκκινη γραμμή» που έθεσε ο Σύρος Υπουργός Εξωτερικών, προσερχόμενος στις συνομιλίες για παραμονή του καθεστώτος Άσαντ στην εξουσία.

Πάντως, από την πλευρά της η Δαμασκός απέρριψε τις εικασίες σχετικά με ρήγμα μεταξύ Πούτιν και Άσαντ, σημειώνοντας πως οι δύο άνδρες συνομίλησαν τηλεφωνικά πριν από την ανακοίνωση και συμφώνησαν ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή για την κίνηση αυτή. «Το όλο θέμα έγινε σε πλήρη συντονισμό μεταξύ της ρωσικής και της συριακής πλευράς, και είναι ένα βήμα που έγινε με προσοχή και σχεδιάστηκε με ακρίβεια για κάποιο χρονικό διάστημα», αναφέρεται σε μια συριακή κυβερνητική ανακοίνωση. Την τηλεφωνική συνεννόηση επιβεβαίωσε, μάλιστα, και ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ.

Το μάθημα της ιστορίας

Ρώσοι αξιωματούχοι εξέφρασαν, παράλληλα, την ανησυχία τους για τον κίνδυνο κλιμάκωσης της έντασης στην περιοχή, γεγονός που θα ανάγκαζε σε μεγαλύτερη εμπλοκή της Ρωσίας σε έναν αβέβαιο πόλεμο με αβέβαιο μέλλον. Οι άσχημες μνήμες εξάλλου από την εποχή του σοβιετικού πολέμου στο Αφγανιστάν, φαίνεται πως έβαλαν τους Ρώσους σε δεύτερες σκέψεις. Ο Ρώσος καθηγητής του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης και εμπειρογνώμονας σε θέματα ασφάλειας, Μαρκ Γκαλεότι, σε άρθρο του στο Reuters, σημειώνει επί του θέματος τα εξής:

«Οι πολιτικοί έχουν την τάση να θεωρούν ότι είναι ευκολότερο να ξεκινήσουν τους πολέμους από το να τους τελειώνουν, να τους κλιμακώνουν παρά να αποσύρονται. Για έναν ηγέτη, ο οποίος απολαμβάνει σαφώς μια στιβαρή εικόνα και ο οποίος έχει αρθρώσει μια πολύ επιθετική εξωτερική πολιτική τα τελευταία χρόνια, το να επιλέξει μια τέτοια απόσυρση αποτελεί μια εντυπωσιακή πράξη πολιτικής ικανότητας».

Διασφάλιση του ρόλου της

Κληθείς από τη «Σημερινή» να ερμηνεύσει την κίνηση της Μόσχας, ο ειδικός σε θέματα Ασφάλειας Νικόλας Στυλιανού εξήγησε πως «η μερική αποχώρηση των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων από τη Συρία αποτελεί κίνηση που δεν αναμενόταν, ακόμα και από άτομα εντός των δομών άμυνας και ασφάλειας της Ρωσίας. Η εμπλοκή της Ρωσίας στη Συρία είχε τις εξής προτεραιότητες, τις οποίες πέτυχε: Πρώτον, τη διασφάλιση της σταθερότητας του συριακού καθεστώτος και την αποδυνάμωση των αντιπολιτευόμενων δυνάμεων. Δεύτερον, τη δοκιμή, σε πραγματικές συνθήκες μάχης, των ρωσικών ΕΔ. Τρίτον, την αποδυνάμωση του "ΙΚ", μειώνοντας έτσι την πιθανή ικανότητά του να προεκβάλει κτύπημα στη Ρωσία, δεδομένης της μεγάλης συμμετοχής Ρώσων πολιτών στις τάξεις της τρομοκρατικής οργάνωσης. Τέταρτον, η Ρωσία πέτυχε την προεκβολή του ρόλου που δύναται να παίξει σε υποθέσεις ρωσικής προτεραιότητας, δείχνοντας αξιοπιστία σε ό,τι αφορά την παροχή βοήθειας σε συμμαχικά κράτη», προσθέτοντας τα εξής:

«Η Ρωσία, ωστόσο, θα διατηρήσει αεροναυτική παρουσία στη Συρία, διά της βάσης ναυτικού ανεφοδιασμού στην Ταρτούς και της αεροπορικής στη Λατάκεια. Η διατήρηση της αεροναυτικής παρουσίας δίνει στη Ρωσία τη δυνατότητα άμεσης επανεμπλοκής, σε περίπτωση που κριθεί αναγκαίο. Σε γενικές γραμμές, η Ρωσία δεν εγκαταλείπει τη Συρία. Έχοντας πετύχει σε πολύ μεγάλο βαθμό τους στόχους που είχαν τεθεί, προχωρεί σε μερική αποχώρηση, προτού παρατηρηθεί περαιτέρω κλιμάκωση που δεν θα επιτρέπει γρήγορη απεμπλοκή και έχοντας διασφαλίσει τον ρόλο της στη μελλοντική κατάσταση πραγμάτων στη Συρία».

Η κουρδική διάσταση

Αξίζει, μεταξύ άλλων, να σημειωθεί πως την Τετάρτη, αξιωματούχοι του PYD αποφάσισαν μετά από σύνοδο που πραγματοποιήθηκε στη βορειοανατολική Συρία, την εγκαθίδρυση ομόσπονδης περιφέρειας στις ζώνες ελέγχου των Κούρδων της Συρίας που αποκαλούν Ροζάβα, εκλέγοντας παράλληλα διοικητικό συμβούλιο. Αναλύοντας τη σημασία της εξέλιξης αυτής, μιλώντας επίσης στη «Σ», ο υπ. διδάκτορας με μεταπτυχιακές σπουδές σε Ισραήλ και Τουρκία, Ιωακείμ Αμπαρτίδης, δήλωσε:

«Η Ρωσία διεμήνυσε πρόσφατα διά στόματος του Υπουργού Εξωτερικών Λαβρόφ πως η παρουσία των Κούρδων στις ειρηνευτικές συνομιλίες της Γενεύης είναι ζωτικής σημασίας για το μέλλον της Συρίας. Η συνεργασία Ρώσων στρατιωτικών με τις κουρδικές πολιτοφυλακές (YPG) που μάχονται τα τζιχαντιστικά στοιχεία είναι ευρέως γνωστή καθώς και ο συντονισμός των επιχειρήσεων στη Βόρεια Συρία μεταξύ των φιλοκυβερνητικών δυνάμεων, των Κούρδων και των συμμάχων τους. Οι Κούρδοι της Συρίας πέτυχαν να αναδειχθούν σε ρυθμιστικό παράγοντα στη Βόρεια Συρία και να καταστούν σε σημαντικό πόλο ανάσχεσης των τουρκικών και σαουδαραβικών σχεδίων», προσθέτοντας επί του θέματος:

«Η ενδυνάμωση των σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και του κουρδικού στοιχείου σε Συρία-Τουρκία με τη συνάντηση Ντεμιρτάς-Λαβρόφ στη Μόσχα, την επίσημη παρουσίαση χάρτη του συριακού Κουρδιστάν σε Ρώσους αξιωματούχους και σε συνδυασμό με την επίσημη παράδοση στρατιωτικού υλικού ρωσικής προελεύσεως στο Ιρακινό Κουρδιστάν (για τη συνέχιση των επιχειρήσεων των Πεσμεργκά για ανακατάληψη της Μοσούλης από το Ισλαμικό Κράτος), αποτελούν παράγοντες που συνηγορούν στο συμπέρασμα πως η Ρωσία, μέσω της "πλαγίας κουρδικής οδού", θα συνεχίσει να συντηρεί δυναμική παρουσία στα συριακά δρώμενα».

Συμφωνία με ΗΠΑ;

Διάφοροι αναλυτές μιλούν για ύπαρξη «μυστικής» συμφωνίας και συναντίληψη μεταξύ ΗΠΑ-Ρωσίας ως προς τη διαχείριση της μεταβατικής περιόδου της Συρίας με προεκτάσεις και στο κουρδικό ζήτημα. H εικασία αυτή απορρέει από το γεγονός ότι ο Πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα και ο Βλαντίμιρ Πούτιν είχαν τηλεφωνική επικοινωνία πριν από την ανακοίνωση. Το Κρεμλίνο δήλωσε ότι η συζήτηση είχε επικεντρωθεί στην εντατικοποίηση της πολιτικής διαδικασίας προς την ειρήνη, και ο Λευκός Οίκος δήλωσε πως ο Ομπάμα είχε τονίσει την ανάγκη για μια πολιτική μετάβαση στη Συρία.

«Πιστεύω πως σε μεγάλο βαθμό οι Ρώσοι αισθάνονται ότι έχουν καταφέρει αυτό που έθεσαν ως στόχο να πετύχουν, και έχουν μια πολύ ωραία ιστορία να πουν σπίτι τους για μια επιτυχημένη, σχετικά σύντομη, στρατιωτική επιχείρηση με σχεδόν καθόλου απώλειες. Αν πραγματικά θα ακολουθήσει μια πολιτική διαδικασία, τότε είναι ένα τεράστιο επίτευγμα για τη Μόσχα», δήλωσε η ειδική σε θέματα Ρωσίας στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (CSIS), Όλγα Όλικερ, προσθέτοντας πως η στρατιωτική τακτική της Ρωσίας την βοήθησε στην εγγύηση μιας σημαντικής θέσης στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Οικονομικές παράμετροι

Αν και υπάρχουν αναλυτές, κυρίως Δυτικοί, που επικαλούνται τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ρωσία λόγω του εμπάργκο της Ε.Ε. για να ερμηνεύσουν τα αίτια της αποχώρησης, ωστόσο το κόστος των επιχειρήσεων δεν δικαιολογεί μια τέτοια απόφαση. Σύμφωνα με ανάλυση του Stratfor, το κόστος των πολεμικών επιχειρήσεων ανέρχεται μόλις σε μερικά εκατομμύρια δολάρια την ημέρα από τον αμυντικό προϋπολογισμό των 50 δις δολαρίων. «Είναι ένα ανεκτό ποσό για μια χώρα που θεωρείται ότι δαπανά από τα υψηλότερα ποσά στον κόσμο στον τομέα της άμυνας. Μάλιστα, η εμπλοκή της Ρωσίας στον πόλεμο έχει αποφέρει στην αμυντική βιομηχανία της αρκετά συμβόλαια από ξένους αγοραστές που εντυπωσιάστηκαν από τα νέα ρωσικά όπλα», αναφέρει συγκεκριμένα η ανάλυση.

Άρση κυρώσεων

Τέλος, η Μόσχα γνώριζε εκ των προτέρων πάρα πολύ καλά πως εντός της εβδομάδας που μας πέρασε θα ελάμβανε χώραν η κρίσιμη Σύνοδος Κορυφής μεταξύ Ε.Ε. και Τουρκίας για αντιμετώπιση του μεταναστευτικού και της ανθρωπιστικής κρίσης. Επομένως, με την αλλαγή τακτικής των επιχειρήσεων στο συριακό έδαφος, η Ρωσία θα μπορούσε να συμβάλει στον περιορισμό των προσφυγικών ροών και μακροπρόθεσμα να αλλάξει τις αντιλήψεις των Ευρωπαίων ενόψει της ψηφοφορίας του Ιουλίου για την ανανέωση των κυρώσεων.

Συμπερασματικά θα μπορούσε κανείς να πει πως η κίνηση του Βλαντίμιρ Πούτιν για απόσυρση των στρατευμάτων από τη Συρία υπήρξε προϊόν συνειδητής στρατηγικής απόφασης και όχι άτακτης υποχώρησης. Η δυναμική επαναφορά της Μόσχας στο διεθνές προσκήνιο είναι πλέον γεγονός και απομένει τώρα το πλήρωμα του χρόνου για να αποδειχθεί αν θα καταφέρει τελικά να προωθήσει τη δική της ανεξάρτητη γεωπολιτική ατζέντα ή κατά πόσον θα αναγκαστεί να προβεί σε συμβιβασμούς.