ΠΟΙΕΣ ΤΑΣΕΙΣ ΑΝΕΔΕΙΞΕ ΤΡΕΙΣ ΜΗΝΕΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ Η ΕΡΕΥΝΑ ΤΟΥ «ΣΙΓΜΑ»
Αν και τα πολυεδρικά προπύργια των μεγάλων κομμάτων σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να απειλούνται από τα μικρότερα, υπάρχει ήδη, πριν καν φθάσουμε στις εκλογές, αλλαγή στον χάρτη του ενδιάμεσου των δύο πόλων χώρου
Το 25% που δηλώνουν σήμερα ότι δεν προτίθενται να προσέλθουν στις κάλπες, είναι μεγαλύτερο αλλά αρκετά κοντά στο 21%, που απείχαν από τις βουλευτικές εκλογές του 2011
Τόσο στις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές όσο και στις προεδρικές, οι δύο μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες που απείχαν ήταν οι νέοι 18-29 και οι συμπολίτες μας ηλικίας 50 ετών και άνω
Οι περισσότεροι ψηφοφόροι που απέχουν είναι γυναίκες, την ίδια στιγμή που αποτελούν το 51% του εκλογικού σώματος. Στις βουλευτικές εκλογές του 2011, μάλιστα, οι γυναίκες αποτελούσαν το 79% των απεχόντων
Το 2006, το 18%, περίπου, του εκλογικού σώματος ψήφισε κάτι διαφορετικό απ' ό,τι το 2001, ενώ το 2011 το ποσοστό των μετακινούμενων ψηφοφόρων ήταν 15%
Οι δημοσκοπήσεις δεν αποτελούν προβλέψεις του εκλογικού αποτελέσματος. Είναι, όμως, ένα χρησιμότατο εργαλείο για τα κομματικά επιτελεία αλλά και για οποιονδήποτε επιδεικνύει ενδιαφέρον σε μια εκλογική διαδικασία, καθώς αποτυπώνουν τις διαμορφούμενες τάσεις μιας δεδομένης στιγμής. Η ισχυρότερη τάση που αποτύπωσε στη δημοσκόπηση της εταιρείας Prime Market Research and Consulting, που παρουσίασε το «Σίγμα» την Τρίτη που μας πέρασε, ήταν αυτή της αποχής. Στην ερώτηση «αν είχαμε εκλογές την ερχόμενη Κυριακή, ποιο κόμμα θα ψηφίζατε», το ένα τέταρτο απάντησαν πως δεν θα ψήφιζαν.
Η αποχή είναι μια τάση που παρουσιάζεται στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια με διακυμάνσεις, καθώς το νούμερό της αυξομειώνεται αναλόγως του ενδιαφέροντος που υπάρχει για τη συγκεκριμένη εκλογική διαδικασία. Για παράδειγμα το 25%, που δηλώνουν σήμερα ότι δεν θα προσέλθουν στις κάλπες, είναι μεγαλύτερο αλλά αρκετά κοντά στο 21% που απείχαν από τις βουλευτικές εκλογές του 2011. Αντιθέτως, στις Ευρωεκλογές του 2014, που φαίνεται ότι κρίθηκαν από τους ψηφοφόρους ως λιγότερο σημαντικές, η αποχή ήταν 56%. Στις προεδρικές εκλογές, όμως, που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των δύο αυτών εκλογικών διαδικασιών, το 2013, η αποχή ήταν 17% στον πρώτο γύρο και 18% στον δεύτερο, υποδηλώνοντας το μεγαλύτερο ενδιαφέρον που επέδειξε γι’ αυτές το εκλογικό σώμα.
Αποχή γένους θηλυκού
Τα αυξημένα ποσοστά αποχής των τελευταίων ετών αποδίδονται από τους πολιτικούς στην απαξίωσή τους από τους πολίτες. Ερώτημα, όμως, που προηγείται του «γιατί» είναι το «ποιος». Με τη βοήθεια του εκλογικού αναλυτή δρος Νάσιου Ορεινού ανατρέξαμε στις κυρίαρχες τάσεις αποχής των προηγούμενων εκλογικών διαδικασιών για απαντήσεις. Τόσο στις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές όσο και στις προεδρικές, οι δύο μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες που απείχαν ήταν οι νέοι 18-29 και οι συμπολίτες μας ηλικίας 50 ετών και άνω.
Στην ηλικιακή ομάδα 50+, γίνεται κατανοητό πως ενδεχομένως κάποια πρόσωπα να απείχαν για πρακτικούς λόγους, καθώς σε αυτήν εμπίπτουν και ηλικιωμένοι με προβλήματα υγείας, δυσκολίες στη μετακίνηση κτλ. Στην ομάδα 18-29 ενδεχομένως κάποιοι να απείχαν επειδή σπουδάζουν ή εργάζονται στο εξωτερικό, σε περιοχές που δεν κατέστη δυνατή η σύσταση εκλογικών κέντρων. Δεδομένου, όμως, του γεγονότος πως χιλιάδες νέοι εν δυνάμει ψηφοφόροι δεν μπαίνουν καν στη διαδικασία να εγγραφούν στους εκλογικούς καταλόγους, ώστε να αποκτήσουν εκλογικά δικαιώματα, η αδιαφορία φαίνεται να διαδραματίζει πολύ μεγαλύτερο ρόλο στην απόφαση του συγκεκριμένου μέρους του εκλογικού σώματος να απέχει από τις εκλογές.
Το πιο προβληματικό, όμως, στοιχείο, που σαφώς πρέπει να τύχει διερεύνησης τόσο από τα κόμματα όσο και από τους ειδικούς, είναι πως η αποχή στην Κύπρο έχει φύλο. Ανεξαρτήτως ηλικίας, οι περισσότεροι ψηφοφόροι που απέχουν είναι γυναίκες, την ίδια στιγμή που αποτελούν το 51% του εκλογικού σώματος. Στις βουλευτικές εκλογές του 2011, μάλιστα, οι γυναίκες αποτελούσαν το 79% των απεχόντων, παραπέμποντας αφενός στην αδυναμία του πολιτικού μηνύματος να φτάσει σ’ αυτές και αφετέρου στην αδιαφορία που οι ίδιες επιδεικνύουν για τις εκλογές. Θα πρέπει, βεβαίως, να σημειωθεί, ότι στην Κύπρο οι γυναίκες υποεκπροσωπούνται σοβαρά στα κέντρα λήψεως αποφάσεων, γεγονός που υποδηλοί ότι η θέση τους στην πολιτική ζωή του τόπου ευρύτερα δεν έχει ακόμη εδραιωθεί στον βαθμό που θα έπρεπε τον 21ο αιώνα.
Πέραν τούτου, το ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό ενδέχεται να συνδέεται και με το γεγονός πως οι περισσότεροι άνθρωποι προχωρημένης ηλικίας στην Κύπρο είναι γυναίκες και δεν αποκλείεται μέρος αυτών των γυναικών να μην προσέρχονται στις κάλπες για πρακτικούς λόγους.
Αλλαγή σκηνικού
Η μόνη που είναι σε θέση να πει ποια κόμματα θα βρεθούν στη νέα Βουλή είναι η κάλπη του Μαΐου. Εάν, όμως, η τάση που καταγράφει η δημοσκόπηση δεν αλλάξει στον χρόνο που μεσολαβεί, γίνεται κατανοητό πως η κυπριακή Βουλή θα είναι αρκετά πολυσυλλεκτική. Αν και τα πολυεδρικά προπύργια των μεγάλων κομμάτων σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να απειλούνται από τα μικρότερα, υπάρχει, ήδη, πριν καν φθάσουμε στις εκλογές, αλλαγή στον χάρτη του ενδιάμεσου των δύο πόλων χώρου, με την προσθήκη νέων πολιτικών σχηματισμών, οι οποίοι θα διεκδικήσουν την είσοδό τους στο Κοινοβούλιο.
Ο πρώτος τέτοιος χώρος είναι η Συμμαχία Πολιτών, η οποία απέκτησε κοινοβουλευτική παρουσία στην τρέχουσα Βουλή λόγω της απόσχισης μερίδας στελεχών του ΕΥΡΩΚΟ από το κόμμα και της προσχώρησής τους στον νέο πολιτικό σχηματισμό, συμπεριλαμβανομένου του Νίκου Κουτσού, που ήταν ήδη εκλελεγμένος βουλευτής του ΕΥΡΩΚΟ στην επαρχία Αμμοχώστου. Σύμφωνα με την εκτίμηση των αποτελεσμάτων των ευρωεκλογών, τρεις στους δέκα ψηφοφόρους της Συμμαχίας είχαν ψηφίσει στις προηγούμενες εκλογές ΕΥΡΩΚΟ, δύο είχαν ψηφίσει ΔΗΚΟ, ένας είχε ψηφίσει ΕΔΕΚ, ΑΚΕΛ ή ΔΗΣΥ, ένας είχε τηρήσει αποχή και ένας είχε ψηφίσει κάτι άλλο. Εάν συνεχιστεί αυτή η τάση και στις βουλευτικές εκλογές, τότε φαίνεται ότι η Συμμαχία είναι ένα κόμμα που είναι σε θέση να αντλήσει διαρροές από διάφορους χώρους.
Ένας άλλος σχηματισμός, η παρουσία του οποίου αποτελεί ακόμη μυστήριο, είναι το κίνημα Αλληλεγγύη, το οποίο δεν καταγράφεται στη δημοσκόπηση, λόγω του χρόνου διεξαγωγής της. Υπάρχει διακηρυγμένη πρόθεση για συμπόρευση με το ΕΥΡΩΚΟ στις εκλογές, υπό την Αλληλεγγύη, γεγονός που ανακατεύει την τράπουλα και προσδίδει νέο ενδιαφέρον στις μάχες για τις έδρες που δεν θα καταλήξουν στον ΔΗΣΥ και στο ΑΚΕΛ. Ούτε οι Οικολόγοι δεν είναι όμως το ίδιο κόμμα που κατερχόταν παραδοσιακά στις εκλογές. Αποφάσισαν να μετεξελιχθούν, ενώνοντας δυνάμεις με άλλα οργανωμένα σύνολα και πολίτες. Υπογράμμισαν, μάλιστα, την αλλαγή αυτή, επιλέγοντας να πορευθούν προς την κάλπη με νέο όνομα (Κίνημα Οικολόγων-Συνεργασία Πολιτών) καθώς και με νέο λογότυπο.
Στην εξίσωση, βεβαίως, προστίθενται κι άλλοι πολιτικοί σχηματισμοί, που εξέφρασαν την πρόθεσή τους να κατέλθουν στις εκλογές. Από αυτούς ξεχωρίζει η «επίθεση» του ΕΛΑΜ από δεξιά, το οποίο σε κάθε αναμέτρηση με την κάλπη φαίνεται να αυξάνει το ποσοστό του. Στη δημοσκόπηση του «Σίγμα» κατέγραψε 2%, ενώ στις ευρωεκλογές είχε εξασφαλίσει 2,6%, ποσοστό που δεν καθιστά απαγορευτική την προσέγγιση στο 3,6%, που είναι το εκλογικό μέτρο.
Μετακινούμενες ψήφοι
Πρώτος στόχος όλων των πολιτικών δυνάμεων και δη των παλαιότερων και εδραιωμένων είναι να πετύχουν τη μεγαλύτερη δυνατή συσπείρωση των παραδοσιακών τους ψηφοφόρων, κάτι που συμβαίνει όσο πλησιάζει το ραντεβού με τις κάλπες. Η τελική τους κατάταξη, όμως, επηρεάζεται αρκετά από τις μετακινούμενες ψήφους, τη δεξαμενή εκείνη των ψηφοφόρων που δεν ανήκει πολιτικά σε κανένα χώρο και ψηφίζει κάτι διαφορετικό κάθε φορά, αναλόγως των κριτηρίων που θέτει και των συνθηκών. Κι αυτοί οι ψηφοφόροι δεν είναι λίγοι, καθώς πλησιάζουν τις 100.000 και, ως εκ τούτου, είναι σε θέση να επηρεάσουν το αποτέλεσμα. Το 2006, το 18%, περίπου, του εκλογικού σώματος ψήφισαν κάτι διαφορετικό απ' ό,τι το 2001, ενώ το 2011 το ποσοστό των μετακινούμενων ψηφοφόρων ήταν 15%. Γίνεται, συνεπώς, κατανοητό ότι αυτό το ετερόκλιτο πολιτικό σώμα είναι ο δεύτερος και σαφώς δυσκολότερος στόχος για τα κόμματα.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




