«Θέλω να Ξέρω»: Ένα ηθικο-πολιτικό αίτημα

Σε μείζον πολιτικό ζήτημα τείνει να αναδειχθεί το αίτημα για πλήρη, συνεχή και ολοκληρωμένη ενημέρωση για τα διαδραματιζόμενα στις συνομιλίες

Ο Πολίτης καθίσταται έρμαιο αντιφατικών και αυτόχρημα παραπλανητικών προσεγγίσεων ένθεν κακείθεν, χωρίς την ικανότητα να αξιολογεί πώς διαμορφώνεται η κατάσταση


Το ζήτημα της ενημέρωσης όσον αφορά τα τεκταινόμενα στις συνομιλίες για το Κυπριακό, προϊουσών των εξελίξεων στη διαπραγματευτική διαδικασία, τείνει να μετατραπεί σε μείζον πολιτικό ζήτημα, καθιστάμενο φλέγον αντικείμενο της τρέχουσας αντιπαράθεσης.

Από τη μια οι επίμονες και επαναλαμβανόμενες καταγγελίες των κομμάτων της αντιπολίτευσης (ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ, Κίνημα Οικολόγων, ΕΥΡΩΚΟ, Συμμαχία Πολιτών) για σκόπιμη προσπάθεια επιβολής συσκότισης για την πορεία των διαπραγματεύσεων εκ μέρους του Προέδρου της Δημοκρατίας και της διαπραγματευτικής ομάδας, αλλά και επιλεκτικά ανισομερή ενημέρωση εν σχέσει προς τις «συμπολιτευόμενες» στο Κυπριακό πολιτικές δυνάμεις (ΔΗΣΥ, ΑΚΕΛ), και από την άλλην η συχνά αντιφατική και ενίοτε οξύμωρη στάση της Κυβέρνησης και του κυβερνώντος κόμματος να μιλούν για επίτευξη προόδου και ταυτόχρονα… απουσία υπαρκτών λόγων για ενημέρωση των πολιτικών δυνάμεων και του λαού, προκαλούν, πέρα από την εκχέρσωση ενός νέου πεδίου αντιπαραθέσεων όσον αφορά το Κυπριακό, έναν διάχυτο προβληματισμό όσον αφορά την «εντελλομένη» διαχείριση του εθνικού μας προβλήματος, που αγγίζει ευρύτερα σύνολα πολιτών.

Ανάγκη πλήρους ενημέρωσης

Απότοκο αυτής της κατάστασης ήταν η δημιουργία του Κινήματος «Θέλω να Ξέρω», το οποίο υπογραμμίζει την ανάγκη να υπάρχει πλήρης, συνεχής και ολοκληρωμένη ενημέρωση των πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας για όσα συμφωνούνται αλλά και όσα δεν συμφωνούνται στις διαπραγματεύσεις, υποβάλλοντας τη θέση ότι η άρνηση εκ μέρους του Προέδρου της Δημοκρατίας να δημοσιοποιήσει τα σημεία των όποιων συγκλίσεων έχουν επιτευχθεί και της συντελεσθείσας προόδου, έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κατοχυρωμένο, διά ευρωπαϊκών συμβάσεων, δικαίωμα/αγαθό της ενημέρωσης.

Στο πλαίσιο αυτό, το Κίνημα έχει προχωρήσει και στην υποβολή σχετικού αιτήματος προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, με τη συλλογή υπογραφών, ζητώντας να υπάρξει πλήρης διαφάνεια ως προς τις συγκλίσεις που έχουν συμφωνηθεί στις διαπραγματεύσεις, η οποία, όπως υποδεικνύουν, επιτάσσει τον επιβαλλόμενο, εκ μέρους του, σεβασμό, του δικαιώματος των πολιτών να γνωρίζουν τι διαπραγματεύεται εξ ονόματός τους στις συνομιλίες.

Αποφάσεις ΕΔΑΔ

Το «Θέλω να Ξέρω» επικαλείται σειρά αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σύμφωνα με τις οποίες τα κράτη έχουν υποχρέωση, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, να τηρούν ενήμερους τους πολίτες τους, σεβόμενα τα ανθρώπινα δικαιώματά τους.

«Η άρνηση του Προέδρου της Δημοκρατίας», σημειώνει στο σκεπτικό της ίδρυσής του το Κίνημα, «συγκρούεται με τα ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να πληροφορηθούν τι έχει συμφωνηθεί και η γνώση αυτή είναι απαραίτητη, ώστε να ασκήσουν τα δικαιώματά τους, μεταξύ αυτών της ελευθερίας της σκέψης, της συνείδησης και της έκφρασης, αλλά και για να ασκήσουν τα δικαιώματα και υποχρεώσεις τους ως πολίτες σε μια ολοκληρωμένη Δημοκρατία. Έχουν επίσης το δικαίωμα να ενημερωθούν άμεσα για ένα ζήτημα που καθορίζει την επιβίωσή τους στον τόπο τους». Τοσούτω μάλλον όταν πρόκειται, σε περίπτωση κατάληξης των συνομιλιών που διεξάγονται, για την επίλυση του Κυπριακού, οι Κύπριοι πολίτες να κληθούν να απαντήσουν σε δημοψήφισμα, αν αποδέχονται τη λύση που θα τους προταθεί.

Επιπτώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η επιχειρηματολογία που αναπτύσσει, τόσο από πολιτική όσο και από νομική άποψη, ο έγκριτος νομικός Γιώργος Κολοκασίδης, ο οποίος, σε σχετική αναφορά του, επισημαίνει ότι αυτή η άρνηση ενημέρωσης έχει τον αντίκτυπό της και στον νομικό χώρο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στους δημοκρατικούς θεσμούς, ενώ διερωτάται εάν η διαμορφωθείσα κατάσταση είναι νομικώς αποδεκτή. Όπως αναφέρει, «το άρθρο 18 του κυπριακού Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα ελευθερίας σκέψεως και συνειδήσεως», ενώ «το άρθρο 19 κατοχυρώνει το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και εκφράσεως».

Το ίδιο άρθρο, προσθέτει, «αναφέρει ότι το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία της γνώμης, της λήψεως και μεταδόσεως πληροφοριών και ιδεών άνευ επεμβάσεως οιασδήποτε δημοσίας Αρχής. Μπορεί να λεχθεί ότι η άρνηση του Προέδρου της Δημοκρατίας να ενημερώσει τον λαό για τις επιτευχθείσες συγκλίσεις δεν αφαιρεί το δικαίωμα στον πολίτη να μιλά, να εκφράζεται, να έχει άποψη επί της πορείας των διαπραγματεύσεων. Αυτό, βεβαίως, όμως αγγίζει τα όρια του γελοίου. Μπορούμε ως πολίτες να ανοιγοκλείνουμε το στόμα μας, αλλά ο Πρόεδρος μάς αρνείται εκείνο το υλικό που θα μπορούσε να δώσει νόημα και περιεχόμενο στον διάλογο. Ας εκφράζεται ο λαός. Δεν χρειάζεται και να είναι και ενημερωμένος! Αυτή η κένωση του δικαιώματος της έκφρασης από την ουσία της είναι νομικά αποδεκτή;».

Προφανώς όχι, απαντά, εάν τεθούν επί τάπητος η κοινή διαπίστωση ότι, πρώτον, το Κυπριακό είναι ένα ύψιστο ζήτημα, δεύτερον, ότι η λύση θα έχει συντριπτικό αντίκτυπο στη ζωή του κάθε πολίτη και στο τέλος της διαδικασίας της διαπραγμάτευσης υπάρχει δημοψήφισμα, στο οποίο οι πολίτες πρέπει να πορευθούν γνωρίζοντες και όχι αγνοούντες, και, τρίτον, ότι, σύμφωνα με τους γνωρίζοντες, έχουν επιτευχθεί αριθμός συγκλίσεων, οι οποίες είναι εις γνώσιν της άλλης πλευράς και συνεπώς η δημοσιοποίησή τους δεν αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια.

Το Διεθνές Σύμφωνο για ΑΠΔ

Παράλληλα, ο κ. Κολοκασίδης υποδεικνύει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία έχει κυρώσει το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), όπου «το άρθρο 19 του ΔΣΑΠΔ καθιερώνει το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει στην ίδια διάταξη την ελευθερία της αναζήτησης, της λήψης και της μετάδοσης πληροφοριών», όπως επίσης «το πρώτο πρωτόκολλο του Συμφώνου που εγκαθιστά μηχανισμό ατομικής καταγγελίας».

Η Επιτροπή του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, εξηγεί, «έχει αποδεχθεί τη θέση ότι το άρθρο 19 του ΔΣΑΠΔ δημιουργεί θετική υποχρέωση στις κυβερνήσεις να διασφαλίσουν πρόσβαση στην πληροφόρηση η οποία κατέχεται από τις κυβερνήσεις. Κατά αντίστοιχο τρόπο, ασιατικά εθνικά δικαστήρια έχουν αναγνωρίσει ως θεμελιώδες το ανθρώπινο δικαίωμα στην πληροφόρηση. Το ιαπωνικό Ανώτατο Δικαστήριο ειδικότερα έχει αναγνωρίσει ότι η ελευθερία της εκφράσεως που κατοχυρώνεται στο άρθρο 21 του ιαπωνικού συντάγματος καλύπτει και το δικαίωμα στη γνώση. Το ινδικό Ανώτατο Δικαστήριο έχει επίσης αναγνωρίσει ότι η έννοια της ανοιχτής διακυβέρνησης απορρέει ευθέως από το δικαίωμα στη γνώση το οποίο ενυπάρχει στο δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της εκφράσεως».

Τι θα κάνει το κράτος;

Ως εκ τούτου, καταλήγει ο έγκριτος νομικός, «το ερώτημα που τίθεται είναι αν το κράτος θα εκπληρώσει την υποχρέωσή του προς τους πολίτες πληροφορώντας τους για τις συγκλίσεις που έχουν συμφωνηθεί στη διαπραγμάτευση. Τόσο υπό το ΔΣΑΠΔ όσο και υπό την ΕΣΔΑ, αλλά και, εν τελευταία αναλύσει, υπό το κυπριακό σύνταγμα, το οποίο θα πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως των έτερων ανωτέρω διεθνών υποχρεώσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το ερώτημα είναι αν θα θελήσει ο Πρόεδρος Αναστασιάδης να καταστήσει τους πολίτες πραγματικούς συντελεστές Δημοκρατίας ή αν θα θελήσει να τους κρατήσει στο σκοτάδι, εκμεταλλευόμενος το μονοπώλιο πληροφόρησης που έχει. Αυτή η τελευταία καταθλιπτική επιλογή είναι και η πιθανότερη. Ιδιαίτερα συνεκτιμώντας ότι στην Κύπρο επικρατεί περισσότερο η "βιτρίνα" παρά το περιεχόμενο».

Υποχρέωση στην πληροφορία

Έτσι, ο πολίτης καθίσταται έρμαιο αντιφατικών και αυτόχρημα παραπλανητικών προσεγγίσεων ένθεν κακείθεν, χωρίς την ικανότητα να αξιολογεί πώς διαμορφώνεται η κατάσταση. Ωστόσο, προσθέτει, το δικαίωμα της έκφρασης προϋποθέτει το δικαίωμα στην ενημέρωση από το κράτος, καθώς μόνον έτσι μπορεί να προσλαμβάνει περιεχόμενο η άσκηση της ελευθερίας του λόγου. Ως επιγενόμενο τούτου, η ίδια η εξέλιξη των πραγμάτων δημιουργεί αναπόδραστα την υποχρέωση στην πληροφορία, έναντι της οποίας δεν μπορεί να προτάσσεται καμίας αιτιολογίας κρυψίνοια ή αναβλητικότητα.

Εξάλλου, θα προσέθετε κανείς, η ανάγκη για διαφάνεια και ενημέρωση, συζευγνύεται και με την επιβαλλόμενη εφαρμογή της διαδικασίας ελέγχου των προγραμματικών θέσεων και εξαγγελιών του Προέδρου της Δημοκρατίας για το Κυπριακό, επί τη βάσει των οποίων οι πολίτες τον εξέλεξαν. Αναδεικνύεται, έτσι, στο σημείο αυτό, άλλη μια, απαραγνώριστη, πτυχή της δημοκρατικής λειτουργίας του πολιτεύματος, καθώς και ένα απροϋπόθετο στοιχείο δημοκρατικής ηθικής, το οποίο οφείλουν να τηρούν και να σέβονται πρώτοι (και πρωτίστως) οι πολιτικοί άρχοντες.

Αίτημα προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας

«Κύριε Πρόεδρε της Κυπριακής Δημοκρατίας:

»Εμείς που υπογράφουμε πιο κάτω απαιτούμε διαφάνεια. Απαιτούμε από εσάς να δώσετε στους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας τις συγκλίσεις που έχουν συμφωνηθεί στις συνομιλίες για το Κυπριακό και οι οποίες είναι γνωστές σε όλους πλην των άμεσα ενδιαφερομένων Κυπρίων πολιτών. Απαιτούμε να σεβαστείτε το δικαίωμα των πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας να ξέρουν τι διαπραγματεύεστε για λογαριασμό τους.

Απαιτούμε να σεβαστείτε τα ανθρώπινά τους δικαιώματα, αλλά και τα δικαιώματα που έχουν ως ενεργοί πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας».