Τελικά οι βουλευτές πρέπει να δίνουν το καλό παράδειγμα ή θα πρέπει να αντιμετωπίζουν τις συνέπειες των πράξεών τους; Και πότε αυτό είναι εφικτό; Στο Ρινγκ φιλοξενούνται ο βουλευτής Αντρέας Θεμιστοκλέους και ο δικηγόρος, πρώην βουλευτής, Ανδρέας Αγγελίδης.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

- Μπορεί η παραβίαση νόμων από βουλευτές να θεωρηθεί μίασμα ή θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κάτι φυσιολογικό, όπως σε όλον τον κόσμο;

- Στην περίπτωση των βουλευτών νομοθετών δεν πρέπει να ισχύει η δύναμη του παραδείγματος, ώστε να συνδράμουν σε θέματα νοοτροπίας και συνείδησης του απλού πολίτη;

- Μήπως τα τελευταία γεγονότα αναδεικνύουν την ανάγκη ορθότερης ερμηνείας της βουλευτικής ασυλίας, ώστε να μην αποτελεί πρόσχημα αλλά ούτε και να παρερμηνεύεται;

ΑΝΤΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος


1. Η συνταγματική πρόβλεψη της βουλευτικής ασυλίας διαμορφώνει ένα προνόμιο ή ειδική προστασία για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας της Βουλής από αυθαίρετες ή ύποπτες διώξεις, με πολιτικά ενδεχομένως ελατήρια (όπως συμβαίνει σε μη δημοκρατικά κράτη ή σε κατ’ επίφασιν δημοκρατικά, όπως η Τουρκία). Ως δημόσιο δικαίωμα υπέρ των βουλευτών, δεν χωρεί παραίτηση από αυτό. Το δικαίωμα αυτό, το οποίο διασφαλίζεται και από την αναγκαία προηγούμενη δικαστική απόφαση για την άρση της, προβλέφθηκε για να εξυπηρετεί το συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον της ανεπηρέαστης λειτουργίας της Βουλής (συλλογικό όργανο που εκλέγεται απευθείας από τον λαό ως μία των τριών εξουσιών). Η τυχόν καταδίκη βουλευτή για αδίκημα ατιμωτικό ή ηθικής αισχρότητας συνεπάγεται, χάριν προφανώς και πάλι του δημοσίου συμφέροντος, τη στέρηση της βουλευτικής ιδιότητας. Τούτο γιατί είναι βασική δημοκρατική αρχή ότι ουδείς είναι υπεράνω του Νόμου, όσο ψηλά στην ιεραρχία της εξουσίας κι αν βρίσκεται. Η δε μη τήρηση της υπεροχής του Νόμου οδηγεί τη χώρα στην αναρχία και το χάος. Δεν είναι λοιπόν θέμα να θεωρηθεί ως «μίασμα», ούτε ως «φυσιολογική κατάσταση», η όποια και από οποιονδήποτε (βουλευτή ή όχι) παρανομία.

2. Συνεπώς, κανένας βουλευτής δεν μπορεί να ανατρέπει την ουσία του προνομίου αυτού και να παραβιάζει τον Νόμο επικαλούμενος το δικαίωμα της ασυλίας. Άλλωστε το προνόμιο τούτο δεν απέβλεψε στο να καθιερώσει το ακαταδίωκτο. Αντίθετα διαμορφώνει πρόσθετο βάρος στα όσα άλλα καθήκοντα του βουλευτή, ώστε ο ίδιος να αποτελεί πρότυπο συμπεριφοράς και παράδειγμα υποταγής σε κάθε νομοθετική πρόβλεψη. Ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου πολλές αξίες, αλλά και το περί δικαίου αίσθημα του απλού πολίτη, έχουν τρωθεί από οικονομικά σκάνδαλα, διαφθορά, διαπλοκή και παρανομίες, τα πρότυπα και οι αξίες είναι απαραίτητα. Η εξαγγελθείσα, ήδη, μη εφαρμογή του Νόμου σε σχέση με το δικαίωμα ωραρίου εργασίας στο εμπόριο, δεν είναι άσχετο φαινόμενο.

3. Η πρόβλεψη περί την ασυλία κατά το Σύνταγμα είναι σαφέστατη, όπως επίσης και η Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου αποφασίστηκε η άρση της ασυλίας. Εάν συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις, τότε πρέπει να διενεργείται έρευνα, δίωξη, σύλληψη και, γιατί όχι, φυλάκιση. Πάντα υπό την επιφύλαξη ότι συντρέχει το τεκμήριο της αθωότητας. Η έκφραση γνώμης ή ψήφου στη Βουλή, με το ότι η άρση είναι δυνατή μόνο εάν η Δικαστική εξουσία κρίνει τούτο επιτρεπτό, καταδεικνύει ότι η ασυλία αφορά μόνο στα νόμιμα καθήκοντα και προσφορά προς την κοινωνία, του κάθε βουλευτή. Το κράτος δικαίου πρέπει να επιβεβαιώνεται από τον κάθε αξιωματούχο με τις πράξεις του και την τήρηση του Νόμου. Το ακαταδίωκτο δεν ισχύει άνευ ορίων, υπέρ ουδενός που αναλαμβάνει αξίωμα για να υπηρετήσει τον τόπο και το δίκαιο. Πολύ δε περισσότερο για ένα συλλογικό όργανο όπως η Βουλή, της οποίας τα μέλη εκλέγονται για να διαφυλάξουν και να σέβονται (ως η σχετική διαβεβαίωση κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους) το Σύνταγμα και τους Νόμους προς διατήρηση της ανεξαρτησίας και εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας!

ΑΝΤΡΕΑΣ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ
Βουλευτής ΔΗΣΥ


· Οι νόμοι είναι νόμοι. Πρέπει να εφαρμόζονται και να τηρούνται από όλους και χωρίς καμιά -απολύτως καμιά (βουλευτών συμπεριλαμβανομένων)- εξαίρεση, που δεν προνοείται από αυτούς. Όμως, όπως ο καθένας μπορεί να αντιληφθεί, ούτε όλοι οι νόμοι είναι οι ίδιοι ή όμοιοι και ούτε όλοι οι νόμοι έχουν την ίδια σημασία, αξία και την ίδια ηθική συγκρότηση και απαίτηση. Για παράδειγμα, και αυτό στη δική μου αντίληψη και χωρίς να υπονοώ οτιδήποτε εναντίον συναδέλφων ή άλλων, οι τροχαίες παραβάσεις δεν είναι προφανώς μίασμα, όπως είναι η δωροδοκία ενός βουλευτή, όπως είναι η πλαστογραφία και η εξαπάτηση του Προέδρου της Δημοκρατίας, όπως είναι η παράλειψη δήλωσης για το «πόθεν έσχες» ή η φοροδιαφυγή ή ακόμα χειρότερα τα αδικήματα της ηθικής αισχρότητας ή σεξουαλικής παρενόχλησης ή και κακοποίησης. Συνεπώς η απάντησή μου είναι ότι η παραβίαση ενός νόμου από έναν βουλευτή και γενικά από έναν που βρίσκεται στον πολιτικό και δημόσιο βίο της χώρας θα κριθεί ως μίασμα ή κάτι το φυσιολογικό, από αυτόν καθαυτό τον νόμο, τις ηθικές απαιτήσεις του νόμου και από τα πραγματικά περιστατικά της παραβίασης. Και για να κλείσουμε την ερώτηση αυτή, θα επαναλάβω για πολλοστή φορά ότι για όσους είμαστε στη δημόσια ζωή του τόπου ούτε το νόμιμο είναι κατ’ ανάγκην ηθικό, ούτε το ανήθικο είναι κατ’ ανάγκην παράνομο.

· Ασφαλώς και πρέπει κι αυτό όχι μόνο για βουλευτές, αλλά για όλους τους κρατικούς αξιωματούχους και γενικά όλα τα δημόσια πρόσωπα, από υπουργούς, βουλευτές και εισαγγελείς μέχρι επιτρόπους, ιεράρχες και κρατικούς υπαλλήλους, μέχρι δημοσιογράφους και άλλους, οι οποίοι οφείλουν να προσπαθούν διά του παραδείγματος να συμβάλλουν στη δημιουργία μιας καλύτερης και δικαιότερης κοινωνίας. Όμως όλοι αυτοί και όλοι εμείς δεν παύουμε από το να είμαστε άνθρωποι, να σφάλλουμε και να διέπεται η ζωή και η καθημερινότητά μας από την ατέλεια των ανθρωπίνων πραγμάτων. Αρκεί τα σφάλματά μας, οι παραλείψεις μας, οι δοσοληψίες και οι διασυνδέσεις μας να μην καταστρέφουν τη χώρα και την κοινωνία. Το έλασσον μετατρέπεται σε μείζον και το μείζον σε έλασσον κι αυτό ως συνειρμός με οδηγεί στο εξής ερώτημα: τι έχουν πράξει οι συνταγματικοί ταγοί αυτής της χώρας ως προς τη διαφύλαξη και προστασία της νομιμότητας; Και εννοώ προφανώς για τις πράξεις της δωροδοκίας, του χρηματισμού, της κατάχρησης εξουσίας και τις πράξεις που μετατρέπουν το όποιο αξίωμα σε αθέμιτο και παράνομο πλουτισμό και τον πλουτισμό σε αξίωμα.

Ασφαλέστατα και το ζήτημα χρήζει αντιμετώπισης, αλλά ούτε η άρση της ασυλίας ούτε η κατάργησή της ούτε και η τροποποίησή της ή και η ερμηνεία της είναι δουλειά δική μου. Αυτή είναι υπόθεση που αφορά τον Γενικό Εισαγγελέα, τη Βουλή και το Ανώτατο Δικαστήριο. Εμένα η απαίτησή μου είναι ότι ενόσω αυτή υπάρχει και υπάρχει στο Σύνταγμα, δηλαδή στον υπέρτατο νόμο που υπερισχύει και κατισχύει παντός άλλου νόμου, αυτή να μην εφαρμόζεται επιλεκτικά και κατά πώς κάποιοι θα βολέψουν ή θα βολευτούν. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, όλοι να μιλούν για λίστα βουλευτών νυν και πρώην, αλλά και άλλων που υπέπεσαν στο μέγα αμάρτημα καθοσιώσεως των τροχαίων παραβάσεων και στο τέλος αυτή η λίστα να είναι μονίμως μόνον ο Θεμιστοκλέους!