Σημαντική η αύξηση στον αριθμό των φοιτητών που σπουδάζουν στα τουρκοκυπριακά πανεπιστήμια
Ο αριθμός των φοιτητών ξεπέρασε ήδη τις 80 χιλιάδες, με επόμενο στόχο των κατοχικών αρχών για το νέο έτος να είναι οι 100 χιλιάδες φοιτητές


Τη στιγμή που ο Υπουργός Εσωτερικών Σωκράτης Χάσικος και ο Γενικός Ελεγκτής της Κυπριακής Δημοκρατίας βρίσκονται σε αντιπαράθεση για το αν κατατέθηκαν ή όχι πλαστά έγγραφα κατά τη διαδικασία έκδοσης άδειας εισόδου σε 500 φοιτητές από το Μπανγκλαντές, αλλά και σε μια εποχή κατά την οποία η γραφειοκρατία δημιουργεί σκοπέλους στην άφιξη ξένων φοιτητών για σπουδές στην Κύπρο, η εφημερίδα «Kibris Postasi» των κατεχομένων, με μια λιτή και απέριττη αναδημοσίευση της ανακοίνωσης του «υπουργείου» παιδείας των κατεχομένων, εγκωμιάζει την αύξηση της φοιτητικής κοινότητας στην κατεχόμενη Κύπρο, για το 2015-2016, που άγγιξε τον -καθόλου ευκαταφρόνητο- αριθμό των 81 χιλιάδων φοιτητών, οι οποίοι φοιτούν σε τριτοβάθμια εκπαιδευτικά ιδρύματα της κατεχόμενης Κύπρου.

Η ανακοίνωση συνεχίζει, διευκρινίζοντας ότι 47.033 φοιτητές προέρχονται από την Τουρκία, 21.982 είναι ξένοι υπήκοοι, και 12.000 εξ αυτών είναι Τουρκοκύπριοι. Επισημαίνει, ειδικότερα, ότι συγκριτικά με τον αριθμό των φοιτητών που φοιτούσαν σε τουρκοκυπριακά πανεπιστήμια κατά τη χρονιά 2014-2015, ο αριθμός αυτός έχει αυξηθεί κατά 7.000 φοιτητές.

Θέλουν πάνω από 100 χιλιάδες
Μάλιστα, σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιεύτηκαν στον τουρκοκυπριακό Τύπο, ο σχεδιασμός του ψευδοκράτους είναι όπως ο αριθμός αυτός για την ερχόμενη ακαδημαϊκή χρονιά ξεπεράσει τους 100 χιλιάδες φοιτητές, και να καταστήσει τα κατεχόμενα εκπαιδευτικό κέντρο. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην κατεχόμενη Κύπρο υπάρχουν και λειτουργούν 12 πανεπιστήμια, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των φοιτητών φοιτούν στα 4 μεγαλύτερα πανεπιστήμια. Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι αν και η μονομερής και παράνομα κηρυγμένη «Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» δεν αναγνωρίζεται από καμιά χώρα στον κόσμο πέραν της Τουρκίας, και είναι διπλωματικά, πολιτικά και οικονομικά απομονωμένη από τον κόσμο και το διεθνές εμπόριο, έχει καταφέρει διά μέσου του τομέα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης να προσελκύσει χιλιάδες νέους από περισσότερες από 100 χώρες ανά τον κόσμο για σπουδές στα πανεπιστήμιά της. Αυτό καθιστά την εκπαίδευση έναν από τους βασικούς πυλώνες της οικονομίας των κατεχομένων και δημιουργεί το εύλογο ερώτημα πώς κατάφερε το ψευδοκράτος να θεωρείται κέντρο εκπαίδευσης πανεπιστημιακού επιπέδου.

Τούρκοι και Νιγηριανοί…
Σε συνέντευξή του σε τουρκοκυπριακή εφημερίδα, ο πρόεδρος της λεγόμενης υπηρεσίας για την τριτοβάθμια εκπαίδευση του «υπουργείου» παιδείας των κατεχομένων δήλωσε πως τα κατεχόμενα αποτελούν τον δημοφιλέστερο φοιτητικό προορισμό για τους φοιτητές εκ Τουρκίας, ενώ στη δεύτερη θέση με τους πιο πολλούς φοιτητές βρίσκεται η Νιγηρία. Ακολουθεί το Ιράν, το Πακιστάν, το Αζερμπαϊτζάν, και το Καζακστάν. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι στα πλείστα εκπαιδευτικά ιδρύματα η κύρια γλώσσα διδασκαλίας είναι η αγγλική, ενώ τα μέλη του ακαδημαϊκού προσωπικού των κατοχικών πανεπιστημίων ξεπερνούν σε χώρες προέλευσης τις 60.

«Ποιότητα» και «εμπειρία»
Οι φοιτητές που προέρχονται από την Τουρκία τοποθετούνται σε πανεπιστήμια των κατεχομένων, από το τουρκικό συμβούλιο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το οποίο έχει ενσωματώσει τα κολέγια της κατεχόμενης Κύπρου στον δικό της κατάλογο με τα πανεπιστήμια. Σε αντίθεση, οι αλλοδαποί φοιτητές έρχονται κατόπιν δικής τους επιλογής για σπουδές στην κατεχόμενη Κύπρο, μιας και το ψευδοκράτος «πλασάρεται» στους φοιτητικούς προορισμούς παγκοσμίως, ως ένας χώρος με ασφάλεια, μηδενική εγκληματικότητα, καλό καιρό, σταθερότητα, ευχάριστο περιβάλλον, όπου μπορεί άνετα κάποιος να ζήσει και να φοιτήσει. Οι πλείστοι αλλοδαποί φοιτητές, που ερωτήθηκαν σε διάφορες πανεπιστημιουπόλεις των κατεχομένων, ανέφεραν ότι έχουν έρθει για την ποιότητα της εκπαίδευσης και για τη διεθνή εμπειρία.

Αποδεκτά τα πτυχία
Ένα ακόμα ερώτημα, το οποίο θα έπρεπε να θορυβήσει τους κυβερνώντες, είναι το πώς σε μια -χωρίς υπόσταση- κοινότητα, τα παράνομα πανεπιστήμια γίνονται δεκτά ως μέλη - εκπαιδευτικοί οργανισμοί, σε διεθνείς οργανισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση Πανεπιστημίων και η Διεθνής Ένωση Πανεπιστημίων. Αυτό βέβαια αποδυναμώνεται εν μέρει με τον αποκλεισμό των εν λόγω πανεπιστημίων από κάθε είδους συμμετοχή σε προγράμματα που βασίζονται σε διακρατικές συμφωνίες, όπως η διαδικασία της Μπολόνια ή το πρόγραμμα Erasmus, αλλά δεν ακυρώνει το γεγονός ότι τα πτυχία και τα διπλώματά τους γίνονται ευρέως αποδεκτά. Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι διπλώματα και πτυχία από σχολές των κατεχομένων γίνονται αποδεκτά για μεταπτυχιακό από τα περισσότερα πανεπιστήμια στον κόσμο, χάρη στη διαπίστευσή τους από το διοικητικό συμβούλιο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Τουρκία, η οποία πιστοποιεί και τα έγγραφα των τουρκοκυπριακών πανεπιστημίων.

Πηγή εσόδων
Με τους φοιτητές να δαπανούν χρήματα όχι μόνο για κάλυψη των διδάκτρων αλλά και για τρόφιμα, μεταφορές, ταξίδια, και ψυχαγωγία, τα πανεπιστήμια έχουν γίνει η μεγαλύτερη πηγή εσόδων για την οικονομία των κατεχόμενων. Όπως δημοσίευσαν σε άρθρο τους οι «New York Times», οι τοπικές εκτιμήσεις του εμπορικού επιμελητηρίου δείχνουν ότι κάθε φοιτητής ξοδεύει κατά μέσον όρο ανά έτος 16 χιλιάδες δολάρια, κάτι που αποτελεί ουσιαστική συμβολή για την οικονομία των κατεχομένων. Μια οικονομία στην οποία το κατά κεφαλήν ακαθάριστο εγχώριο προϊόν σύμφωνα με το «υπουργείο» εξωτερικών της, ήταν 15.555 δολάρια.

Ως εκ τούτου, αποτελούν μια καθόλου ευκαταφρόνητη πηγή εσόδων για μια χώρα, που δεν έχει άλλους πόρους εισοδήματος. Σε παλαιότερες δηλώσεις του, μάλιστα, ο Οζιλ Ναμί, τότε «υπουργός» εξωτερικών των κατεχομένων, και νυν διαπραγματευτής για το Κυπριακό, δήλωσε ότι «εμείς (Τουρκοκύπριοι) δεν επιτρέπεται να έχουμε απευθείας πτήσεις από τον υπόλοιπο κόσμο, δεν μας επιτρέπεται να έχουμε άμεση ναυτιλία, έχουμε αρκετά υψηλούς δασμούς που επιβάλλονται στις εξαγωγές των προϊόντων μας. Ως αποτέλεσμα αυτού του περιβάλλοντος, ήμασταν αναγκασμένοι να βρούμε έναν εναλλακτικό τρόπο για να κερδίζουμε τα έσοδα».