Σε πορεία εξόδου από το μνημόνιο βρίσκεται η Κύπρος, μετά την επιτυχή έκδοση δεκαετούς ομολόγου. Τι σημαίνει αυτό για την πραγματική οικονομία; Σε κρίσιμα ερωτήματα απαντούν δύο οικονομολόγοι, ο Τάσος Γιασεμίδης και η Άννα Θεολόγου.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ


- Τι σημαίνει για την Κυπριακή Δημοκρατία η επιτυχής επιστροφή για 3η φορά στις διεθνείς αγορές και τι αντίκτυπο μπορεί να έχει στην πραγματική οικονομία;

- Η αναμενόμενη, τον Μάρτιο, έξοδος από το μνημόνιο πόσο αλλάζει την οικονομική πραγματικότητα και τι σημαίνει στην πράξη;

- Το γεγονός πως μετά την έξοδο από το πρόγραμμα προσαρμογής θα εκκρεμούν πολύ σημαντικές μεταρρυθμίσεις δεν αυξάνει τον φόβο για μη υλοποίηση μέτρων που κρίνονται σημαντικά αλλά έχουν πολιτικό κόστος;

ΤΑΣΟΣ ΓΙΑΣΕΜΙΔΗΣ
Οικονομολόγος


· Η έξοδος στις αγορές αποτελεί σημαντική εξέλιξη, παρ’ όλο που το επιτόκιο της έκδοσης είναι σχετικά υψηλό λαμβάνοντας υπόψη τις υπάρχουσες συνθήκες στις ευρωπαϊκές και διεθνείς αγορές ομολόγων. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό για μια χώρα να έχει τη δυνατότητα να χρηματοδοτεί τις ανάγκες της και να αναχρηματοδοτεί τις λήξεις χρέους. Αυτό της δίνει τη δυνατότητα καλύτερης στρατηγικής διαχείρισης του δημόσιου χρέους. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που υπήρξε και η πρόωρη ανανέωση ομολόγων που λήγουν το 2019-2020. Είναι ακόμη ένα βήμα προς την πιστοληπτική αποκατάσταση της οικονομίας μας, όμως οι προκλήσεις παραμένουν μεγάλες. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλες οι εκθέσεις των οίκων αξιολόγησης αναφέρονται στις ανησυχίες για το ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η πραγματική οικονομία συνεχίζει να αντιμετωπίζει προβλήματα χρηματοδότησης και η ανεργία βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα. Υπάρχει μια καθυστέρηση μέχρι να γίνει εμφανής η βελτίωση των δεικτών στην πραγματική οικονομία και την κοινωνία. Η βελτίωση της επενδυτικής αξιοπιστίας της χώρας δυνατόν να δημιουργήσει τις προοπτικές προσέλκυσης επιχειρηματικών κεφαλαίων, που θα ενισχύσουν την προσπάθεια επαναφοράς στην ανάπτυξη.

· Ουσιαστικά, αρχές του 2016 ολοκληρώνεται η εφαρμογή των περισσοτέρων μέτρων που είχαν συμφωνηθεί με την Τρόικα το 2013. Όμως υπάρχουν ακόμη μεταρρυθμίσεις που εκκρεμούν και συγκεκριμένοι στόχοι για δημοσιονομικά πλεονάσματα το 2017 και το 2018, ενώ στενή αναμένεται να είναι η παρακολούθηση της πορείας της οικονομίας από τους θεσμούς, ώστε να υπάρξει μείωση του δημόσιου χρέους. Άλλωστε, η Κύπρος, όπως και τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη, έχει μεταφέρει στην εθνική νομοθεσία τις πρόνοιες του δημοσιονομικού συμφώνου, που δεν επιτρέπει τον εκτροχιασμό των δημόσιων οικονομικών και προνοεί αυτόματες ποινές σε περίπτωση υπερβολικών ελλειμμάτων. Άρα η χώρα θα παραμείνει σε εποπτεία, όχι όμως με τη μορφή των τρίμηνων αξιολογήσεων που είχαμε μέχρι σήμερα. Η επαναφορά της οικονομίας σε σταθερούς και βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης θα δώσει τη δυνατότητα μιας πιο ευέλικτης δημοσιονομικής πολιτικής και ενίσχυσης των αναπτυξιακών δαπανών και του κοινωνικού κράτους, πάντοτε σε λογικά πλαίσια. Επιπλέον, θα βοηθήσει την ιδιωτική επιχειρηματική πρωτοβουλία και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

· Θέλω να πιστεύω ότι μαθαίνουμε από τα λάθη μας, αν και δυστυχώς η ιστορία αποδεικνύει το αντίθετο. Η κοινωνία της Κύπρου υποφέρει πολύ τα τελευταία χρόνια και ο τόπος δεν αντέχει άλλο πισωγύρισμα. Στόχος όλων πρέπει να είναι η δημιουργία ενός σύγχρονου κράτους, που θα εξυπηρετεί τον πολίτη, θα διασφαλίζει την κοινωνική συνοχή, τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών και του χρηματοπιστωτικού συστήματος και θα ενισχύει την επιχειρηματική δραστηριότητα απελευθερώνοντας τις παραγωγικές μονάδες της οικονομίας. Άρα οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις πρέπει να προχωρήσουν ανεξάρτητα από το αν η χώρα βρίσκεται σε μνημόνιο ή όχι. Το ότι υπάρχουν διαφορετικές απόψεις ως προς την υλοποίησή τους, αυτό είναι θεμιτό και το μείγμα ιδεών πολλές φορές οδηγεί στα καλύτερα αποτελέσματα. Θεωρώ ότι η κοινωνία μας θα επιβραβεύσει τις αλλαγές που διευκολύνουν την καθημερινότητα των συμπολιτών μας και ενισχύουν το βιοτικό επίπεδο και την ποιότητα των υπηρεσιών. Κι αυτό για να γίνει κατορθωτό, πρέπει η προώθηση των μεταρρυθμίσεων να προάγεται μέσα από έναν λεπτομερή στρατηγικό σχεδιασμό, μακριά από λογικές του εύκολου κέρδους είτε αυτό είναι οικονομικό είτε πολιτικό.

ΑΝΝΑ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
Οικονομολόγος


· Έχουμε βγει στις αγορές, όπως σωστά είπατε, ακόμα δύο φορές. Δεν θεωρώ τη συγκεκριμένη έξοδο ιδιαίτερα επιτυχή για κάποιον συγκεκριμένο λόγο. Η επιτυχία ερμηνεύεται ως άντληση κεφαλαίων, δηλαδή επιτυχία αναχρηματοδότησης του χρέους. Επιτυχία μπορεί να είναι και η 7η ή 8η μελλοντική έξοδος στις αγορές, επιτυχία μπορεί να αντικατοπτρίζει και το 6% και το 7% επιτόκιο από τις αγορές, αναλόγως των προτιμήσεων και των χαρακτηριστικών των επενδυτών. Η συνεχής όμως αναχρηματοδότηση του χρέους με νέο δανεισμό δεν μπορεί να συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, διότι σταδιακά θα συντελεί στην αύξηση του δημόσιο χρέους, δεδομένου ότι δεν υπάρχει αύξηση στην παραγωγή για να μπορεί η οικονομία από μόνη της να αποδίδει. Αν λάβουμε υπόψη ότι έχουμε δανειστεί με 4,25%, ενώ η οικονομία μας δεν μεγεθύνεται με αυτούς τους ρυθμούς, θα αντιληφθούμε την επικινδυνότητα της πολιτικής της αναχρηματοδότησης.

· Η αναμενόμενη έξοδος από το μνημόνιο τον Μάρτιο του 2016 μπορεί να σηματοδοτηθεί από χαρές και πανηγύρια, και για την Κυβέρνηση θα δώσει προεκλογική δυναμική, αλλά λίγοι αντιλαμβάνονται ή αναγνωρίζουν ότι με την έξοδο θα ξεκινήσουμε να αποπληρώνουμε όσα έχουμε δανειστεί. Ενημερωτικά, χώρες που έχουν βγει από μνημόνιο αντιμετώπισαν το σκληρό πρόσωπο της πραγματικότητας στον πρώτο τους μετα-μνημονιακό κρατικό προϋπολογισμό, ο οποίος ήταν ο χειρότερος από πλευράς μείωσης των κρατικών δαπανών. Αυτό πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε και πρέπει να αποδεχτούμε ότι για τα επόμενα 15-20 χρόνια που διαρκεί ο χρόνος αποπληρωμής του δανείου, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα προκύψουν ξαφνικά έσοδα από εκμετάλλευση των ενεργειακών μας πόρων, έχουμε αυστηρούς στόχους, που για να μην αναγκαστούμε να προβούμε σε νέα μνημόνια, πρέπει να τους πετυχαίνουμε.

· Όντως, μετά την έξοδο από το πρόγραμμα θα έχουμε σοβαρές εκκρεμότητες. Πέραν των μεταρρυθμίσεων, όμως, σε ζητήματα αποκρατικοποιήσεων και του ανοίγματος στον τομέα της ενέργειας, θα εκκρεμούν και δημοσιονομικοί στόχοι του 4% πρωτογενούς πλεονάσματος από το 2017 μέχρι την αποπληρωμή του δανείου. Είναι ένας στόχος πολύ αυστηρός για τα κυπριακά δεδομένα, για μια οικονομία που δεν είναι εξαγωγική αλλά εισαγωγική και που τα υφιστάμενα πρωτογενή πλεονάσματα του φετινού και περσινού έτους προήλθαν μόνο από τη μείωση δαπανών. Η πραγματικότητα είναι ότι αυτό το 4% μεταφέρει σοβαρό πολιτικό κόστος, διότι αυτά τα λεφτά αντί να διοχετεύονται στην περαιτέρω ώθηση της οικονομίας, θα χρησιμοποιούνται για αποπληρωμή χρεών για μεγάλο χρονικό ορίζοντα. Αν υποθέσουμε ότι θα πρέπει να έχουμε επανέλθει στα ποσοστά δημόσιου χρέους της τάξης του 60% που προνοούν τα κριτήρια του Μάαστριχτ, τότε το 2032 θα είμαστε, δημοσιονομικά, στα επίπεδα του 2008 και θα έχουμε χάσει μία 25ετία, μετατρέποντας μίαν ολόκληρη γενιά δέσμια χρέους, τόσο δημόσιου όσο και ιδιωτικού.