Απογοήτευση και έντονες επικρίσεις των κομμάτων για την ομιλία του ΠτΔ στα Η.Ε.
Λύπη εκφράζει η Κυβέρνηση για τις αντιδράσεις, αντιστρέφοντας τα πυρά προς τα κόμματα της αντιπολίτευσης, με υπονοούμενα για τη στάση τους έναντι των προοπτικών επίλυσης του Κυπριακού


Αντικείμενο έντονων αντιπαραθέσεων ανάμεσα στα κόμματα της αντιπολίτευσης και στην Κυβέρνηση αποτέλεσε η ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας, Νίκου Αναστασιάδη, από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης των Η.Ε.

Στην πλειοψηφία τους τα κόμματα έκαναν λόγο για «αποενοχοποίηση» της Τουρκίας στο Κυπριακό, για ρητορική ασαφειών και για προσπάθεια ωραιοποίησης των τεκταινομένων στη διαπραγματευτική διαδικασία.
Τις επικρίσεις των κομμάτων αντέκρουσε με δήλωσή του ο Αναπληρωτής Κυβερνητικός Εκπρόσωπος, Βίκτωρας Παπαδόπουλος, ο οποίος εξέφρασε λύπη για τις αντιδράσεις, αφήνοντας αιχμές για «μυωπική» και «επιφανειακή» ανάγνωση της ομιλίας του Προέδρου της Δημοκρατίας.

«Εποικοδομητικές ασάφειες»
Σε δήλωσή της η Εκπρόσωπος Τύπου του ΔΗΚΟ, Χριστιάνα Ερωτοκρίτου, χαιρέτισε το γεγονός πως στην ομιλία του ο Πρόεδρος Αναστασιάδης ζήτησε την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων και την κατάργηση των εγγυήσεων. Εξέφρασε, ωστόσο, προβληματισμό, για το γεγονός ότι ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας επέλεξε, «την παραμονή της επετείου της ανεξαρτησίας της, από το πλέον επίσημο βήμα, αυτό της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, να μην ξεκαθαρίσει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να συνεχίσει ως Κράτος και μετά τη λύση του Κυπριακού», ενώ πρόσθεσε πως, αν με αυτά που δηλώνει ο Πρόεδρος Αναστασιάδης εννοεί τη συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας, γιατί δεν το λέει ευθαρσώς και ξεκάθαρα, αλλά αντίθετα κρύβεται πίσω από εποικοδομητικές ασάφειες.

Η κ. Ερωτοκρίτου σχολίασε, παράλληλα, και άλλην αναφορά του Προέδρου, στην οποία εξέφρασε ικανοποίηση, επειδή, όπως είπε, έχει επιτευχθεί πρόοδος σε όλα σχεδόν τα κεφάλαια του Κυπριακού. «Θα ήταν χρήσιμο, ο κ. Αναστασιάδης να ενημερώσει τις πολιτικές δυνάμεις και τον κυπριακό λαό γι’ αυτήν την πρόοδο, γιατί άλλα έχει πει μέχρι στιγμής στο Εθνικό Συμβούλιο», κατέληξε.

«Τραγική ομιλία»
Σε δήλωσή του ο Πρόεδρος της ΕΔΕΚ, Μαρίνος Σιζόπουλος, εξέφρασε λύπη για το γεγονός ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απώλεσε μια εξαιρετική
ευκαιρία, κατά την έκφρασή του, μιλώντας στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, να επανατοποθετήσει το Κυπριακό στη σωστή του βάση ως θέματος εισβολής, συνεχιζόμενης κατοχής και εθνοκάθαρσης. Η αποφυγή αναφοράς στη μη συμμόρφωση της Τουρκίας στα ψηφίσματα του ΟΗΕ, στις τεράστιες ευθύνες της Τουρκίας για τη μη λύση, στον συνεχιζόμενο εποικισμό, στην άρνηση ουσιαστικής συνεργασίας από την πλευρά της Τουρκίας για τη γρήγορη εξακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων, και στην πρόσφατη προκλητική εισβολής τουρκικών σκαφών στα χωρικά ύδατα της Κύπρου, ουσιαστικά απαλλάσσει των ευθυνών της την κατοχική Τουρκία και μετατρέπει το Κυπριακό σε θέμα διακοινοτικής διαφοράς. Ως εκ τούτου, πρόσθεσε, θέμα χωρίς διεθνές ενδιαφέρον, άρα και χωρίς την ανάγκη για διεθνή υποστήριξη στις προσπάθειες της Κύπρου για δημοκρατική λύση και απαλλαγή από την κατοχή.
«Κατά την άποψή μου, ήταν μια τραγική ομιλία από μέρους του Προέδρου της Δημοκρατίας», κατέληξε.

«Ξέχασε να καταγγείλει την Τουρκία»
Σε δηλώσεις της η Εκπρόσωπος Τύπου του Κινήματος Οικολόγων, Ελένη Χρυσοστόμου, υποστήριξε ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συνεχίζει την πολιτική του «καλού παιδιού» ξεχνώντας να καταγγείλει την Τουρκία για τις ευθύνες της στην Κύπρο, προσθέτοντας πως «βγαίνει το συμπέρασμα ότι ο Πρόεδρος, δυστυχώς, έχασε την ευκαιρία να καταδικάσει με έντονο και σαφή τρόπο την Τουρκία», καθώς, σύμφωνα με την κ. Χρυσοστόμου, «παρουσίασε το θέμα ως δικοινοτικό πρόβλημα και όχι ως θέμα εισβολής και κατοχής από την Τουρκία». Καλώς παρουσίασε το όραμά του για επίλυση του Κυπριακού, αλλά, δυστυχώς, «ξέχασε» να θέσει την Τουρκία προ των ευθυνών της, τόνισε.

«Δυστυχώς, οι προσδοκίες μας δεν ικανοποιήθηκαν», σημείωσε περαιτέρω η Εκπρόσωπος των Οικολόγων, προσθέτοντας ότι «περιμέναμε από τον Πρόεδρο Αναστασιάδη να παρουσιάσει τα διαχρονικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα μας από την Τουρκία, όπως οι προκλήσεις και απειλές όσον αφορά την εκμετάλλευση του φυσικού αερίου στην Κυπριακή ΑΟΖ, τον συνεχιζόμενο εποικισμό και τη δημογραφική αλλοίωση της κατεχόμενης γης μας, την πώληση των περιουσιών στα κατεχόμενα και την παράνομη εκμετάλλευση τους και άλλα τόσα, τα οποία είναι αποτέλεσμα της εισβολής και συνεχόμενης κατοχής».

Πολιτικές αοριστολογίες
Σε δήλωσή του το μέλος της Πολιτικής Συγκλήτου της Συμμαχίας Πολιτών, Γιάννης Τσαγκαρίδης, επισήμανε ότι τουρκική κατοχή, η τουρκική επιθετικότητα και οι απειλές της Τουρκίας μετατράπηκαν από τον Πρόεδρο σε αόριστους και απροσδιόριστους «πολιτικούς λόγους», που δεν επιτρέπουν στην Κύπρο να αξιοποιήσει τη μοναδική γεωστρατηγική της θέση.

«Χαιρετίσαμε την πρόθεση του Προέδρου της Δημοκρατίας κατά την προσφώνηση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, να θέσει κόκκινες γραμμές αναφορικά με τη λύση του Κυπριακού. Διαβάζοντας, όμως, την ομιλία του κ. Αναστασιάδη δημιουργείται η εντύπωση ότι μίλησε ως ηγέτης Κοινότητας και όχι ως Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας», τόνισε ο κ. Τσαγκαρίδης, για να προσθέσει:

«Δεν μπορούμε να μην καυτηριάσουμε την, από μέρους του Προέδρου, απόκρυψη των ευθυνών της Τουρκίας. Ακόμη και για την εισβολή του Barbaros στην Κυπριακή ΑΟΖ, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μίλησε γενικά και αόριστα, αποφεύγοντας να κατονομάσει την Τουρκία ως τη χώρα που παραβίασε το διεθνές δίκαιο και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα».

Πρόταξη των εγγυήσεων
Σχολιάζοντας την ομιλία του Προέδρου Αναστασιάδη, ο Αναπληρωτής Πρόεδρος του ΕΥΡΩΚΟ, Μιχάλης Γιωργάλλας, επισήμανε ότι η ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας περιείχε σημαντικά μηνύματα τόσο προς την πλευρά της Τουρκίας όσο και προς τη διεθνή κοινότητα. «Ορθά ο Πρόεδρος προέταξε την αποχώρηση των στρατευμάτων, την κατάργηση των εγγυήσεων, την εφαρμογή των βασικών ελευθεριών και τη συμμόρφωση με το ευρωπαϊκό κεκτημένο ως απαιτούμενα συστατικά της λύσης του Κυπριακού», σημείωσε, προσθέτοντας πως με την ομιλία του ο Πρόεδρος Αναστασιάδης καθόρισε ένα πλαίσιο που προσφέρεται ως υπόβαθρο για μια πιο διεξοδική συζήτηση στο Εθνικό Συμβούλιο, προκειμένου να οικοδομηθεί στην πλευρά μας η επιθυμητή ενότητα στόχων. Υπογράμμισε, επιπρόσθετα, ότι «τόσο το Εθνικό Συμβούλιο όσο και οι διπλωματικές υπηρεσίες επιβάλλεται να ανασκοπήσουν τις συναντήσεις του Προέδρου και να συνεχιστεί η προσπάθεια να ενημερώσουμε για τις θέσεις της πλευράς μας, τις κυβερνήσεις ισχυρών χωρών που μπορούν να παίξουν ρόλο στο Κυπριακό».

Λύπη Κυβέρνησης και «αντεπίθεση πυρών»
Λύπη για την αντίδραση των κομμάτων της αντιπολίτευσης σε σχέση με την ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ εξέφρασε η Κυβέρνηση διά του Αναπληρωτή Κυβερνητικού Εκπροσώπου, Βίκτωρα Παπαδόπουλου.

Σε γραπτή του δήλωση προς τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ο κ. Παπαδόπουλος αναφέρει ότι «εκφράζουμε τη λύπη μας, διότι για άλλη μια φορά τα γνωστά κόμματα της αντιπολίτευσης, χωρίς προφανώς να διαβάσουν καλά την ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, εξαπολύουν μύδρους πως τάχα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας άφησε στο απυρόβλητο την Τουρκία».
«Προφανώς τα κόμματα αυτά αγνοούν, για λόγους εντυπωσιασμού, την αναφορά του Προέδρου για την Τουρκία, τα κατοχικά στρατεύματα της οποίας εξακολουθούν να παραμένουν στο βόρειο τμήμα της χώρας μας», προσθέτει.

Ταυτόχρονα, σημειώνει, «ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, τόσο κατά την ομιλία του στα Ηνωμένα Έθνη όσο και κατά τις σημαντικότατες επαφές του στις ΗΠΑ, τόνισε την ανάγκη όχι μόνο η Τουρκία να προβεί στην υιοθέτηση συγκεκριμένων μέτρων και σε έμπρακτη συμβολή στην επίλυση του Κυπριακού, αλλά και όπως η διεθνής κοινότητα στραφεί προς το μέρος της Τουρκίας, έτσι ώστε να υπάρξει διάνοιξη του δρόμου για επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Να υπενθυμίσουμε ακόμη την αναφορά του Προέδρου στην ανάγκη τερματισμού του απαράδεκτου συστήματος των εγγυήσεων».

Ο κ. Παπαδόπουλος αναφέρει, επιπρόσθετα, ότι «αν τα συγκεκριμένα κόμματα της αντιπολίτευσης ενοχλούνται, επειδή ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έκανε αναφορά και στις προοπτικές που διανοίγονται μέσω των συνομιλιών για επίλυση του Κυπριακού, αυτό είναι ένα άλλο θέμα που αφορά το πώς ο καθένας αντιλαμβάνεται την ανάγκη για τερματισμό της κατοχής και των συνεπειών της».