ΤΙΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ ΜΟΝΟΠΩΛΕΙ ΤΟ «ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΕΙ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ»
Μια σύντομη επισκόπηση των προσώπων που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το προεκλογικό παιχνίδι
Έντονα σημάδια κόπωσης στο εκλογικό σώμα, με την αποχή να εκτινάσσεται σε διψήφια ποσοστά
Στις επερχόμενες εκλογές, ο ελληνικός λαός καλείται να αποφασίσει για τη διακυβέρνηση της χώρας μέσα σε ένα κλίμα πόλωσης και οξυμμένων τόνων, ενώ το εκλογικό σώμα δείχνει έντονα σημάδια κόπωσης, με την αποχή να σημειώνει ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά, καθώς πρόκειται για την τρίτη κατά σειρά εκλογική διαδικασία μέσα σε ένα οκτάμηνο.
Αυτήν τη φορά, οι προεκλογικές καμπάνιες των κομμάτων, όπως διαμορφώνονται, είναι πιο προσωποκεντρικές από τις προηγούμενες, καθώς σε διακυβεύματα όπως η οικονομία, η ανεργία και η υγεία, τα μεγάλα κόμματα δυσκολεύονται να προβάλουν τις ιδεολογικές διαφορές που τα χωρίζουν, κυρίως λόγω της ψήφισης του 3ου Μνημονίου αλλά και της (μέχρι ενός σημείου) αμφίβολης μοίρας της χρηματοδότησης από τους εταίρους.
Έτσι, το «ποιος μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα το Μνημόνιο» αποτελεί την κορωνίδα των αντιπαραθέσεων, σχεδόν μονοπωλώντας τις αντιπαραθέσεις. Την επόμενη ημέρα των εκλογών, η κάλπη θα αναδείξει τους συσχετισμούς εκείνους που θα κρίνουν εν πολλοίς την πορεία της χώρας, με τους βασικούς και κρισιμότερους παίκτες να καλούνται να διαχειριστούν τα ποσοστά τους, στην προσπάθεια σχηματισμού μιας -εκτός απροόπτου- κυβέρνησης συνεργασίας.
ΑΛΕΞΗΣ ΤΣΙΠΡΑΣ
Στη δυσκολότερη θέση από όλους τους πολιτικούς αρχηγούς βρίσκεται ο απερχόμενος πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, καθώς αυτός και το επιτελείο του έχουν να διαχειριστούν μια παλέτα σοβαρών προβλημάτων, τόσο στο εσωκομματικό πεδίο όσο και στο προεκλογικό. Ο μεγάλος νικητής της 25ης Ιανουαρίου αλλά και του Δημοψηφίσματος, το οποίο έφερε μεγάλη αναταραχή στους κόλπους των δανειστών άμα τη εξαγγελία του, διχάζοντας την κοινή γνώμη αλλά ρίχνοντας τα στενά κομματικά σύνορα έστω για λίγο, διεκδικεί γι' ακόμα μία φορά τον ρόλο του διαμορφωτή των συσχετισμών εντός της νέας Βουλής. Με τον ΣΥΡΙΖΑ να μετρά σημαντικές απώλειες τόσο σε επίπεδο στελεχών όσο και στις δημοσκοπήσεις, το στοίχημα για τον Αλέξη Τσίπρα είναι μεγάλο και προσωπικό.
Η πορεία
Ο Αλέξης Τσίπρας είναι ο πρώτος αρχηγός κόμματος που γεννήθηκε μετά τη Μεταπολίτευση (1974). Έχει θητεύσει στη Νεολαία του ΚΚΕ (ΚΝΕ) κι έχει στο ενεργητικό του πλούσια κινηματική δράση. Το 2006 ήταν υποψήφιος Δήμαρχος Αθηνών και κατέλαβε την 3η θέση. Στις 10 Φεβρουαρίου εξελέγη πρόεδρος του Συνασπισμού με ποσοστό 70,41%. Στις πρόωρες εκλογές του 2009 εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής, ενώ στους δύο γύρους των εθνικών εκλογών του 2012, εκμεταλλευόμενος τη λαϊκή δυσαρέσκεια για τις πολιτικές του Μνημονίου, πέτυχε την εκτόξευση των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ στο 26,9%, ποσοστό ρεκόρ για κόμμα της Αριστεράς στα μεταπολιτευτικά εκλογικά χρονικά της Ελλάδας.
Το 2013 και μετά από το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ ως ενιαίο κόμμα, ο Αλέξης Τσίπρας πέτυχε τον αφοπλισμό των συνιστωσών που αποτελούσαν έως τότε ανεξάρτητες πολιτικές οντότητες, ωθώντας τες σε οργανωτική αυτοδιάλυση. Στις βουλευτικές εκλογές της 20ής Ιανουαρίου 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ αναδείχθηκε πρώτο κόμμα με ποσοστό 36,34%, σχηματίζοντας κυβέρνηση συνεργασίας με τους Ανεξάρτητους Έλληνες του Πάνου Καμμένου.
Πρώτη φορά κυβέρνηση
Παρά τον σαφή αντιμνημονιακό προσανατολισμό της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ τα προηγούμενα χρόνια και παρά τις καταγγελτικές εξαγγελίες κατά των πολιτικών που ασκήθηκαν την τελευταία πενταετία, ο Αλέξης Τσίπρας δεν κατάφερε να εφαρμόσει τα όσα προέβλεπε το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, μέσα στο σύντομο διάστημα των 7 μηνών που κυβέρνησε. Οι μήνες αυτοί χαρακτηρίστηκαν από την προσπάθεια να απεμπλακεί η Ελλάδα από τα συμφωνηθέντα των προηγούμενων χρόνων, να ανοίξει την εξωτερική της πολιτική προς χώρες όπως η Ρωσία, αλλά και να ασκήσει βέτο στη συνταγή της λιτότητας που επικρατεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με βασικό διαχειριστή τη Γερμανία και το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα. Παρά το εντυπωσιακό επικοινωνιακό ξεκίνημα των πρώτων μηνών το οποίο αύξησε τη δημοτικότητά του, ο ίδιος δεν κατάφερε να εφαρμόσει όσα υποσχέθηκε, με αποκορύφωμα τη συμφωνία της 13ης Ιουλίου, η οποία ήρθε σε πλήρη αντιδιαστολή με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος του Ιουλίου.
Σήμερα, μετράει σοβαρές απώλειες από την κομματική του μηχανή, με ένα μεγάλο τμήμα να έχει αποχωρήσει και να έχει συγκροτήσει τη Λαϊκή Ενότητα με επικεφαλής τον Παναγιώτη Λαφαζάνη, κόμμα το οποίο αποτελεί πόλο έλξης τόσο για πρώην κορυφαία στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, σε σταυρούς κι πολιτική επιρροή, όσο και για ψηφοφόρους οι οποίοι νιώθουν προδομένοι από τη μνημονιακή μεταστροφή. Ο ίδιος, ωστόσο, σε ομιλίες του, μετέφρασε τις διαρροές αυτές ως θυσία, καθώς, όπως είπε, «μάτωσε για να μη συνεχίσει να ματώνει ο ελληνικός λαός», ενώ επαναφέρει την πολιτική σύγκρουση σε όρους παλιού και νέου πολιτικού συστήματος.
Παράλληλο πρόγραμμα
Τις επόμενες ημέρες, ο Αλέξης Τσίπρας αναμένεται να προτείνει ένα πρόγραμμα διακυβέρνησης παράλληλο προς τις επιταγές του 3ου Μνημονίου, το οποίο σκοπό θα έχει να ελαχιστοποιήσει την οικονομική πίεση στα χαμηλά και μεσαία κοινωνικά στρώματα, και να στρέψει την οικονομία ξανά σε ισορροπία. Όσον αφορά τις συνεργασίες, τόσο ο ίδιος όσο και τα στελέχη του έχουν κλείσει επανειλημμένως την πόρτα στο ενδεχόμενο σύμπραξης με τη Νέα Δημοκρατία, χαρακτηρίζοντάς την κομμάτι του παλιού πολιτικού κατεστημένου, το οποίο ευθύνεται για την κακή κατάσταση της χώρας, ενώ έχουν αφήσει ανοικτά τα ενδεχόμενα σύμπραξης με το Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη, αλλά και με την εκλογική συμμαχία του ΠΑΣΟΚ με τη ΔΗΜΑΡ.
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ
Ο Ευάγγελος Μεϊμαράκης υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Νεολαίας της Νέας Δημοκρατίας (ΟΝΝΕΔ). Εκλέγεται βουλευτής συνεχώς από το 1989 κι έχει διατελέσει Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος, Υφυπουργός Αθλητισμού (1992-1993) και Υπουργός Εθνικής Άμυνας (2004-2009), ενώ στην κυβέρνηση Σαμαρά διετέλεσε Πρόεδρος της Ελληνικής Βουλής (2012-2015). Στο δεύτερο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη (1986), ο νεολαίος τότε Βαγγέλης Μεϊμαράκης εξελέγη πρώτος σε ψήφους στην Κεντρική Επιτροπή του κόμματος.
Στο πέμπτο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας (2001) εξελέγη Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος και επανεξελέγη στο έκτο Συνέδριο (2004), θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τον Φεβρουάριο του 2006. Τον Ιούλιο 2015 και λίγους μήνες μετά την ήττα της Νέας Δημοκρατίας στις εθνικές εκλογές, ορίστηκε προσωρινός πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, μετά από την παραίτηση του Αντώνη Σαμαρά.
Το στοίχημα της συσπείρωσης
Ο Ευάγγελος Μεϊμαράκης κλήθηκε από την αρχή να αναλάβει το βαρύ έργο της συσπείρωσης της συντηρητικής παράταξης. Μετά τη δυσαρέσκεια στελεχών, μελών και ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας απέναντι στον Αντώνη Σαμαρά, αλλά και στην ομάδα που χειρίστηκε επικοινωνιακά τη μάχη των περασμένων εκλογών, ο Ευάγγελος Μεϊμαράκης αποτέλεσε τη χρυσή τομή ως «προσωρινή λύση», μέχρι η Νέα Δημοκρατία να οργανώσει συνέδριο για εκλογή νέου αρχηγού, κατά πάσα πιθανότητα κατευθείαν από τη βάση, χωρίς ωστόσο να έχει ξεκαθαριστεί από τη μεριά του αν ο ίδιος θα επιθυμούσε να διεκδικήσει την προεδρία.
Στο πολιτικό σκηνικό που διαμορφώθηκε από τον Ιανουάριο, μετά την καταβαράθρωση των ποσοστών του κόμματος, το στοίχημα για επιστροφή των παραδοσιακών ψηφοφόρων, που απομακρύνθηκαν δυσαρεστημένοι και κατέφυγαν είτε σε επιλογές διαμαρτυρίας είτε σε άλλα δεξιά ή και ακροδεξιά κόμματα, είναι μεγάλο. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Ευάγγελος Μεϊμαράκης συμβολίζει αφενός την επιστροφή της «Λαϊκής Δεξιάς», αφετέρου κλείνει το μάτι στη μεγάλη δεξαμενή των «καραμανλικών», που ένιωθαν εξορισμένοι από το πολιτικό τους σπίτι επί προεδρίας Σαμαρά. Η λαϊκότερη εκφορά του λόγου (στο όριο της γλώσσας της «πιάτσας»), ο ενωτικός χαρακτήρας των ομιλιών, με φράσεις όπως «καμιά ψήφος χαμένη», η έναρξη των προεκλογικών του εμφανίσεων από την ιστορική έδρα της Νέας Δημοκρατίας στην οδό Ρηγίλλης και οι συνεχείς αναφορές στο πρόσωπο του ιδρυτή του κόμματος Κωνσταντίνο Καραμανλή, δίνουν το στίγμα της προεκλογικής του εκστρατείας.
Μονοκομματικές κυβερνήσεις, τέλος
Σχετικά με τις μετεκλογικές συνεργασίες και όσο οι δημοσκοπήσεις δεν δίνουν στο κόμμα δυναμική αυτοδυναμίας, ο Ευάγγελος Μεϊμαράκης εμφανίζεται ενωτικός, υποστηρίζοντας σε όλους τους τόνους ότι οι μονοκομματικές κυβερνήσεις έχουν τελειώσει για την Ελλάδα, προτείνοντας έναν μεγάλο συνασπισμό δυνάμεων του λεγόμενου «δημοκρατικού τόξου», με ευρωπαϊκό προσανατολισμό, για την εφαρμογή των Μνημονίων, που, όπως τόνισε, αποτελούν νόμους του κράτους και είναι συνταγματική υποχρέωση να εφαρμοστούν.
ΣΤΑΥΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
Ο μέχρι πριν από λίγα χρόνια δημοσιογράφος Σταύρος Θεοδωράκης αποτελεί τον πολιτικό μπαλαντέρ για το κόμμα που θα καταφέρει να πάρει το μπόνους των 50 εδρών και θα κληθεί να διαχειριστεί την πρώτη και σημαντικότερη διερευνητική εντολή για τον σχηματισμό κυβέρνησης, στην πιθανή περίπτωση μη αυτοδυναμίας. Αντλώντας ψηφοφόρους από διάφορες πολιτικές κατευθύνσεις κι έχοντας κατηγορηθεί ευθέως για ασαφές πολιτικό στίγμα, πέτυχε την εκπροσώπηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για το Ποτάμι με 2 ευρωβουλευτές, μόλις λίγους μήνες μετά την ίδρυση του κόμματος.
Ο Θεοδωράκης έχει από την αρχή ταχθεί ανοιχτά υπέρ των κυβερνήσεων συνεργασίας, θεωρώντας τες εκ των ων ουκ άνευ. Στηρίζει τον διορισμό επιτυχημένων επαγγελματιών, μη κομματικών, ως υπουργών. Αν και στις τελευταίες δημοσκοπήσεις εμφανίζεται ελαφρώς αποδυναμωμένος, ευελπιστεί για την τρίτη θέση, προκειμένου να συμβάλει σε μια κυβέρνηση συνεργασίας με το αίσθημα του ρυθμιστή. Υπέρμαχος της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας αλλά και του κοινού νομίσματος (με κάθε κόστος), προτάσσει ως επιτακτική την ανάγκη εφαρμογής του 3ου Μνημονίου, αλλά και την άμεση προώθηση των μεταρρυθμίσεων. Όπως δηλώνει χαρακτηριστικά, δεν μετανιώνει για την ψήφο του Ποταμιού στο 3ο Μνημόνιο, καθώς -όπως ισχυρίζεται- αυτή ήταν ψήφος στήριξης στην Ελλάδα.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΛΑΦΑΖΑΝΗΣ
Γαλουχημένος μέσα στις πολιτικές συγκρούσεις και στα κομματικά επιτελεία, το αγαπημένο παιδί του ιστορικού ηγέτη του ΚΚΕ Χαρίλαου Φλωράκη ξεκίνησε από την ΚΝΕ, έγινε μέλος της Πολιτικής Γραμματείας του ΚΚΕ, αλλά το 1991 παραιτήθηκε, για να προσχωρήσει το 1992 στον Συνασπισμό. Ως επικεφαλής της Αριστερής Πλατφόρμας εντός του ΣΥΡΙΖΑ, αποτέλεσε από πολύ νωρίς το «αριστερό αντίβαρο» για τον Αλέξη Τσίπρα.
Παρ' όλες τις σαφείς αντιρρήσεις του σχετικά με τη διαμόρφωση των προγραμμάτων κι εν συνεχεία της πολιτικής που ασκήθηκε κατά την επτάμηνη κυβερνητική περίοδο, διετέλεσε κυβερνητικός εκπρόσωπος του αντιπολιτευόμενου ΣΥΡΙΖΑ αλλά και «υπερυπουργός» της κυβέρνησης Τσίπρα, αναλαμβάνοντας το Υπουργείο Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος κι Ενέργειας μέχρι τις 17 Ιουλίου, οπότε και αντικαταστάθηκε. Καταψήφισε το 3ο Μνημόνιο και μαζί με άλλους 24 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ ήρθαν σε ρήξη, συγκροτώντας ανεξάρτητη κοινοβουλευτική ομάδα με την ονομασία «Λαϊκή Ενότητα», η οποία οδήγησε στην ίδρυση του αντίστοιχου κόμματος.
Στις επερχόμενες εκλογές έρχεται να καλύψει το κενό που φαίνεται να αφήνει ο ΣΥΡΙΖΑ στ’ αριστερά του, προσελκύοντας ψηφοφόρους που αισθάνθηκαν προδομένοι, τόσο από τη μη εφαρμογή του «ΟΧΙ» στο Δημοψήφισμα, όσο και από το 3ο Μνημόνιο. Οι βασικές αρχές της Λαϊκής Ενότητας έχουν σαφές αντιευρωπαϊκό και αντιμνημονιακό πρόσημο, έξοδο από την Ευρωζώνη η οποία χαρακτηρίζεται ως «φυλακή», εθνικοποίηση των τραπεζών και «σεισάχθεια», ενώ ο Παναγιώτης Λαφαζάνης εμφανίζεται απρόθυμος για μετεκλογικές συνεργασίες, οι οποίες ούτως ή άλλως θα προϋποθέτουν υπαναχώρηση από τις συγκεκριμένες θέσεις.
ΦΩΦΗ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑ
Κόρη του ιδρυτικού στελέχους και υπουργού του ΠΑΣΟΚ Γιώργου Γεννηματά, και μεγαλωμένη στους κόλπους του κόμματος, η Φώφη Γεννηματά ανέπτυξε από νωρίς κομματική δράση. Εξελέγη πρώτη φορά βουλευτής το 2000, ενώ δύο χρόνια αργότερα εξελέγη Υπερνομάρχης Αθηνών-Πειραιώς και επανεξελέγη το 2006. Μετά τις εκλογές του 2009 διετέλεσε υφυπουργός Υγείας της κυβέρνησης του Γιώργου Παπανδρέου, ενώ τον Ιούνιο του 2015 εξελέγη πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ.
Επιφορτισμένη με το πολύ δύσκολο έργο της συσπείρωσης των ψηφοφόρων του κόμματος, οι οποίοι το εγκατέλειψαν μαζικά μετά την επιβολή των Μνημονίων και τη συρρίκνωση των ποσοστών στο ιστορικό χαμηλό του 4,68%, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σειρά προβλημάτων, τα οποία κληρονόμησε από τον προκάτοχό της Ευάγγελο Βενιζέλο. Από τη μια καλείται να αυξήσει τα ποσοστά του κόμματος, συσπειρώνοντας όσο το δυνατόν περισσότερους παραδοσιακούς ψηφοφόρους και από την άλλη ηγείται του στοιχήματος της ανασυγκρότησης της Κεντροαριστεράς και της ιδεολογικής ταυτότητας του ΠΑΣΟΚ.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και παρά την αδυναμία της να παίξει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των διακυβευμάτων της χώρας στο προεκλογικό παιχνίδι, η Φώφη Γεννηματά συνήψε, ενόψει εκλογών, συμμαχία με τον ιδεολογικό συγγενή του ΠΑΣΟΚ, τη Δημοκρατική Αριστερά, υπό τον τίτλο «Δημοκρατική Συμπαράταξη». Σε κάθε ευκαιρία κάνει έκκληση για συσπείρωση κι επιστροφή στο «σπίτι», προκειμένου να μπορέσει η ίδια να καταστεί καταλύτης των εξελίξεων.
Παρά τις στρατηγικές της αδυναμίες και το βαρύ παρελθόν του κόμματος, η Δημοκρατική Συμπαράταξη δείχνει ανοδικές τάσεις στις δημοσκοπήσεις, με τις τελευταίες να την εμφανίζουν να διεκδικεί ακόμα και την τέταρτη θέση στη Βουλή. Σχετικά με τις μετεκλογικές συνεργασίες, η Φώφη Γεννηματά εμφανίζεται πρόθυμη να συμμετάσχει σε μια εθνική συνεννόηση του δημοκρατικού τόξου για την εφαρμογή του 3ου Μνημονίου και την επιστροφή στην ομαλότητα, λέγοντας χαρακτηριστικά πως «κανένας από μόνος του δεν είναι ισχυρό πρώτο κόμμα».




