Η ΕΘΝΙΚΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΕΝΟΣ ΚΡΑΤΟΥΣ ΕΙΝΑΙ Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΤΟΥ ΥΠΟΣΤΑΣΗ

Τούτος ο τόπος μπόρεσε να κρατήσει τον πολιτισμό του, για αυτό και είναι περήφανο να θεωρείται τμήμα ιστορικού έθνους

Αυτά τα τελευταία σαράντα και πλέον χρόνια δεν ακολουθήθηκε ένα στρατηγικό πλάνο, που θα οδηγούσε στην ελευθερία της Κύπρου και την αποκατάσταση της διεθνούς νομιμότητας στο νησί…


Η 24η Ιουλίου 1974 σηματοδοτεί το τέλος της δικτατορίας των Συνταγματαρχών, την αφετηρία γέννησης μιας μεγάλης ελπίδας για την Ελληνική Δημοκρατία, την αναγέννηση του ελληνικού κράτους και τις υψηλές προσδοκίες για τη δυναμική και αντάξια ενός ιστορικού έθνους παρουσία της Ελλάδος στην Ευρώπη και στον κόσμο, μια αναγέννηση που συνετελείτο στον βωμό της θυσίας της Κύπρου. Όλη αυτή η επαναστατική των ημερών εξέλιξη, δηλαδή η ανατροπή του καθεστώτος των Συνταγματαρχών, ελάμβανε χώρα επί των ερειπίων της εξελισσόμενης τις ίδιες ώρες τραγωδίας της Κύπρου και του κυπριακού Ελληνισμού.

Η Τουρκία αξιοποίησε την ευκαιρία που της έδωσαν οι τραγικοί δικτάτορες της επταετίας, προκειμένου να υλοποιήσει το από πολλού χρόνου εκπονηθέν σχέδιό της για εισβολή στη μεγαλόνησο και κατάληψη του βόρειου τμήματός της, με στόχο την επίτευξη της διχοτόμησης και τον έλεγχο της Κύπρου. Είναι γνωστό πως το σχέδιο Αττίλας εκπονήθηκε το 1956 από τον καθηγητή συνταγματικού δικαίου Νιχάτ Ερίμ και την ομάδα του, κατόπιν εντολής του πρωθυπουργού της Τουρκίας, Αντνάν Μεντερές, σχέδιο το οποίο επεχειρήθη να υλοποιηθεί το 1964 και το 1967 και που απετράπη από τη διεθνή συγκυρία της εποχής, όμως κατέστη υλοποιήσιμο τον Ιούλιο του 1974 υπό το πρόσχημα του πραξικοπήματος εναντίον του προέδρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου.

Η εθνική τραγωδία της Κύπρου έφερε ισχυρούς τριγμούς στο ούτως ή άλλως παραπαίον και αλλοπρόσαλλο, που έφτανε στα όρια της γελοιότητας, καθεστώς του συνταγματάρχη Ιωαννίδη. Η τραγωδία επέβαλε την παράδοση του καθεστώτος και της ηγεσίας του στη δημοκρατική ηγεσία της Ελλάδος, στο πολιτικό προσωπικό της Ελληνικής Δημοκρατίας, έτσι ώστε να αποκατασταθεί η διεθνής νομιμότητα και το διεθνές κύρος της χώρας.

Η Ελληνική Δημοκρατία αναλάμβανε από εκείνη τη στιγμή και μετά την ευθύνη και τον αγώνα της αποκατάστασης της διεθνούς και συνταγματικής νομιμότητας στην Κύπρο, πράγμα που οφειλόταν, όχι μόνο στη νομική ευθύνη των Αθηνών να εγγυώνται την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της Κύπρου, γεγονός που απορρέει από τις ιδρυτικές συνθήκες της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και από την εθνική και πολιτική ευθύνη του ελληνικού κράτους έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας, την οποία όφειλαν να προστατεύουν ως πολιτική και κρατική υπόσταση και όχι να την καταστήσουν με την άφρονα δράση τους όμηρο της Τουρκίας, με εξαιρετικά επισφαλές το μέλλον επιβίωσης του κυπριακού Ελληνισμού.

Η ευθύνη των Αθηνών, η οποία, όπως τονίσαμε εξαρχής, είχε ως αποκλειστικό της προσανατολισμό την κινητοποίηση σε διεθνές και εθνικό επίπεδο όλων εκείνων των δυνάμεων, που θα υποχρέωναν την Τουρκία σταθερά και διαρκώς να αποχωρήσει από την Κύπρο και να εγκαταλείψει τα επεκτατικά της σχέδια έναντι της Κύπρου, όφειλε να ενσωματωθεί σε στρατηγικό πλάνο, που να ακολουθείται από όλες τις κυβερνήσεις, εντασσόμενο σε μια διαρκή και αμετάβλητη, σταθερή πολιτική της Αθήνας έναντι της κυπριακής υπόθεσης.

Η στρατηγική της αποκατάστασης της ελευθερίας της Κύπρου δεν θα αφορούσε μόνο την Κύπρο, αλλά η επιτυχής διεξαγωγή του αγώνα για την κυπριακή υπόθεση θα ήταν επωφελής απολύτως και για τα ελληνικά συμφέροντα ως ελλαδικά, γιατί θα περιόριζε τον επεκτατισμό της Τουρκίας στο Αιγαίο και θα ενίσχυε το διεθνές κύρος των Αθηνών ως χώρας που υπερασπίζεται τα κρατικά και εθνικά της συμφέροντα, τηρεί τις συμφωνίες και είναι σε θέση να ακολουθήσει στρατηγικές, οι οποίες να είναι νικηφόρες.

Αυτά τα τελευταία σαράντα και πλέον χρόνια δεν ακολουθήθηκε ένα στρατηγικό πλάνο, που θα οδηγούσε στην ελευθερία της Κύπρου και την αποκατάσταση της διεθνούς νομιμότητας στο νησί, με τον σχεδιασμό και τη σταθερότητα, τη στοχοπροσήλωση, που επέβαλλε η υποχρέωση των Αθηνών να έχουν και να επιχειρήσουν μέχρι τέλους μια εθνική στρατηγική στο Κυπριακό, η οποία στηρίζεται σε στόχους και μέσα επίτευξής τους, επαναλαμβάνουμε ανεξαρτήτως κυβερνήσεων, πολιτικών προγραμμάτων και ιδεολογιών.

Αντιθέτως, Κύπρος και Αθήνα ακολούθησαν αποσπασματικές και εν πολλοίς πρόχειρες πολιτικές στο κυπριακό πρόβλημα, δεν αξιοποίησαν ευκαιρίες, όχι που προσέφερε ο διεθνής παράγων, αλλά κυρίως οι στιγμές αδυναμίας του αντιπάλου και εν προκειμένω της Τουρκίας, δημιουργήθηκε η αίσθηση μιας υποχρεωτικότητας έναντι της ιστορικής σημασίας του κυπριακού προβλήματος, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να ακολουθούνται πολιτικές ρουτίνας, με σημερινή εξέλιξη την κατολίσθηση του Κυπριακού σε έσχατο σημείο, που δεν θα μπορούσε να φανταστεί το 1974 και έπειτα οποιοσδήποτε Έλληνας ή ξένος πολιτικός, ιστορικός ή αναλυτής του κυπριακού προβλήματος. Η Κύπρος σήμερα βιώνει στιγμές επιστροφής του Σχεδίου Ανάν του 2004 επί τα χείρω, τα δύο κράτη του Ελληνισμού κατά το μάλλον ή ήττον καταρρέουν και η Τουρκία γιγαντώνεται.

Η Κύπρος ετοιμάζεται να θυσιαστεί ιδίοις χερσί από την ηγεσία της καθ’ υπόδειξη του διεθνούς παράγοντος, ο οποίος προχωρεί, όπως έκανε και το 2003 για την υπόθεση του Ιράκ, σε αντίδωρο προς την Τουρκία σήμερα, προκειμένου η Τουρκία να εμπλακεί στον πόλεμο εναντίον της ISIS. Είναι γνωστό πως αυτή τη στιγμή ετοιμάστηκαν οι πάντες για να υποδεχθούν το νέο κράτος στη νοτιοανατολική Μεσόγειο που θα λέγεται Ε.Κ.Ο.!, το περιεχόμενο του οποίου δεν θα προσομοιάζει στα κανονικά κράτη.

Μας είναι άγνωστες οι λεπτομέρειες, γνωστές όμως οι κατευθυντήριες γραμμές που υιοθετούνται ως προς τη δομή του κράτους και κυρίως ως προς τον τουρκικό ρόλο έναντι της Κύπρου. Οι ώρες είναι εξαιρετικά κρίσιμες και δύσκολες για να πάρει κανείς θέση έναντι κάποιου σχεδίου που έρχεται. Γνωρίζουμε όμως από τον συσχετισμό δυνάμεων και τη γενικότερη πολιτική που ακολουθήθηκε τα τελευταία δύο χρόνια για να προετοιμάσει αυτό που έρχεται, πως το σχέδιο δεν θα είναι επ’ ωφελεία της Κύπρου, αλλά αντιθέτως θα είναι καταστροφικό για την ταυτότητα και τον πολιτισμό της.

Πρέπει να υπογραμμίσουμε πως στην ιστορία της ανθρωπότητας υπήρξαν στιγμές που εξαγορασμένοι ή δουλοπρεπείς και υποτακτικοί ηγέτες οδήγησαν έθνη και κράτη με λαμπρά ιστορία στο τέλος τους, γιατί το ζήτημα που τίθεται για την υπόσταση ενός κράτους δεν είναι η φυσική επιβίωση των ανθρώπων που αποτελούν τον πληθυσμό της χώρας, αλλά η ικανότητα της κοινωνίας να συνεχίζει να υφίσταται ως πνευματική και πολιτιστική οντότητα, δηλαδή να συνεχίζει μια ιστορική διαδρομή, η οποία αναφέρεται στο παρελθόν, πραγματώνεται στο παρόν και προσβλέπει στο μέλλον. Η εθνική υπόσταση ενός κράτους είναι η πνευματική του υπόσταση. Αυτή διακυβεύεται σήμερα.

Εκείνο που φαίνεται ότι αποτελεί προϊόν διαπραγμάτευσης είναι η κοινωνία των σουπερμάρκετ, των φαστφουντάδικων, των καζίνων, δηλαδή της καθημερινής μας επιβίωσης ως καταναλωτικής συνήθειας. Συνεπώς, εμείς θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε ως ένα τυχάρπαστο τσούρμο ανθρώπινων υπάρξεων, χωρίς ιστορική πορεία, χωρίς πνευματικότητα και χωρίς πολιτισμό. Θα χάσουμε την ταυτότητα που κράτησαν οι πρόγονοί μας εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια ανθιστάμενοι πανταχόθεν, των πιέσεων, σφαγών, λεηλασιών και εξανδραποδισμών. Τούτος ο τόπος μπόρεσε να κρατήσει τον πολιτισμό του, για αυτό και είναι περήφανο να θεωρείται τμήμα ιστορικού έθνους.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής
Κοσμήτορας Σχολής Διεθνών Σπουδών,
Επικοινωνίας και Πολιτισμού
Παντείου Πανεπιστημίου